Πανδώρα/Τόμος 1/Τεύχος 3/Οι κατά την Ανατολήν μυθολόγοι

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πανδώρα, Τέυχος 3
Ν. Δ.
Οἱ κατὰ τὴν Ἀνατολὴν μυθολόγοι


ΟΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗΝ ΜΥΘΟΛΟΓΟΙ.

Διὰ τὶ ἆρα οἱ πρεσβεύοντες τὴν μουσουλμανικὴν θρησκείαν οὐδ εἶχόν ποτε, οὐδ' ἔχουσι σήμερον θέατρα; Αἱ ἀρχαῖαι τῆς Μέμφιδος, τῶν Σούσων, καὶ τῆς Ἱερουσαλὴμ Αὐλαὶ, αἱ νεώτεραι τῆς Βαβυλῶνος, τῆς Κορδύβης, καὶ τοῦ Καΐρου, ἂν καὶ τρυφηλόταται καὶ φιλήδονοι, ἂν καὶ ἁμιλλώμεναι πρὸς ἀλλήλας ποία νὰ ὑπερβῇ τὴν ἄλλην κατὰ τὴν πολυτέλειαν, δὲν παρεδέχθησαν ποτὲ, μεταξὺ τῶν ἄλλων τέρψεων, καὶ τὴν ἐπὶ σκηνῆς διαδραμάτισιν τῶν χαρακτήρων, τῶν περιπεσειῶν, τῶν ἐλαττωμάτων ἢ τῶν ἀρετῶν τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας. Καὶ ὅμως, εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τὴν Ἰταλίαν, εἰς τὰς Ἱνδίας καὶ τὴν Κίναν, ἐγίνοντο καθ' ὅλας σχεδὸν τὰς πόλεις, παραστάσεις θεατρικαί. Καὶ αὐτοὶ οἱ βάρβαροι κάτοικοι τῶν νήσων τῆς Μεσημβρινῆς θολάσσης, παριστάνουσι διὰ παντομίμων τὰ συμβεβηκότα τοῦ βίου των.

Τὸ κατ' ἐμὲ, δὲν κατώρθωσα νὰ ἐξηγήσω διὰ γενικοῦ τινος συμπεράσματος τὴν ἔλλειψιν ταύτην· διότι ποῖον ἐπιχείρημα ἐφαρμοζόμενον εἰς τὴν κοινωνικὴν τῆς Περσίας ἢ τῆς Αἰγύπτου κατάστασιν, δὲν ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὴν τῶν Ἱνδιῶν καὶ τῆς Κίνας; Ἀλλ' ἐπειδὴ, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ κοινωνικὴ μορφὴ ἑκάστου ἔθνους, ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ νὰ τέρπεται καὶ νὰ εὐθυμῇ, ὑποθέτω ὅτι οἱ λαοὶ οὗτοι θ' ἀνεπλήρουν τὰς ἡδονὰς τῆς σκηνῆς, δι' ἄλλου τινὸς μέσου, δραματικὸν ἔχοντος χαρακτῆρα φρονῶ δὲ ὅτι τὸ μέσον τούτο εἶναι τὸ τῶν μυθολόγων, ἢ τῶν διηγουμένων παραμύθια.—μετάχιδων.—

Τὰ ἀρχαῖα βάρβαρα ἔθνη, ὡς τὸ τῶν Γότθων, τῶν Οὕνων τοῦ Ἀττίλα, καὶ, κατὰ τὸν Νίεβουρ, τὸ τῶν πρώτων Ῥωμαίων, συνείθιζον νὰ ἐξυμνῶσι διὰ στίχων εὐρύθμων, τῶν ὁποίων ἐπηύξανε τὴν μελωδίαν το κύμβαλον ἢ ὁ αὐλὸς, τὰ ἀνδραγαθήματα τῶν κατέρων των. Οἱ ποιηταί των δηγοῦντο συμβεβικότα ὅλως φαντασιώδη καὶ τεράστια. Τὰ δὲ δοκίμια ταῦτα, τελειοποιούμενα βαθμηδὸν, μετεβλήθησαν ἐπὶ τέλους εἰς δράματα, μᾶλλον ἢ ἧττον μετέχοντα κανονικῆς τάξεως καὶ ῥυθμοῦ Ἀλλ' εἴς τινα μέρη τῆς Ἀσίας, ἡ τέχνη τοῦ μυθολογεῖν ἔφθασεν εἰς τὸν κολοφῶνα τῆς τελειότητος, καὶ ἴσως ἐξ αἰτίας τούτου δὲν εἰσήχθη ἐκεῖ τὸ θέατρον· διότι, διὰ τῶν κινημάτων, τῶν χειρονομῶν, τῆς μεταβολῆς τῆς φωνῆς, τῆς ἠθοποιΐας, ἑνὶ λόγῳ τῆς ὑποκρίσεως, ὁ μυθολόγος συγκεντρόνει, οὕτως εἰπεῖν, εἰς ἑαυτὸν, ὅλα τὰ πρόσωπα τοῦ δράματος, διὰ νὰ θέλξῃ καὶ νὰ ἑλκύσῃ τὸ ἀκροατήριον.

Ὅθεν, καθ' ὅλην τὴν Τουρκικὴν Ἀσίαν καἰ Εὐρώπην, πρὸ πάντων δὲ κατὰ τὰς πόλεις, εὑρίσκονται σωματεῖα μυθολόγων μετερχομένων τὸ ἐμπόριον τοῦ διηγεῖσθαι παραμύθια, διευθυνόμενα ὑπ' ἀρχηγῶν ὀνομαζομένων Σεϊκ-ουλ-μετὰχ, ἢ ἀρχηγῶν τῶν μυθολόγων. Εἰς πάντα τόπον, εἰς πᾶσαν ὥραν, εἶν' ἔτοιμοι νὰ ἐξασκήσωσι τὴν βιομηχανίαν των, ἔχοντες τὴν βεβαιότητα, ὅτι τὸ ἀκροατήριον θὰ εἶναι καὶ πολυπληθὲς, καὶ προσεκτικόν. Ὕπαγε εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ τὴν Σμύρνην, παράπλευσον τὰς ὄχθας τοῦ Τίγριδος καὶ τoῦ Νείλου, διάσχισον τὰς ἐρήμους τῆς Ἀραβίας ἢ τῆς Συρίας τὰς πεδιάδας, προχώρησον εἰς τὰς τερπνὰς κοιλάδας τοῦ Γιεμὲν, παντοῦ θ' ἀπαντήσῃς μυθολόγους ἐξ ἐπαγγέλματος, τῶν ὁποίων τὰ παραμύθια καταγοητεύουσι τὸν λαόν. Μυθολόγους θὰ εὕρῃς καὶ εἰς τοῦ Βεδουΐνου τὴν σκηνὴν, καὶ εἰς τοῦ Φελλάχου τὴν καλύβην, καὶ εἰς τὸ καφενεῖον μικροῦ χωρίου, καὶ εἰς τὴν Βαβυλῶνα, καὶ τὸ Κάϊρον, καὶ τὴν Δαμασκόν. Ἡ εἰκὼν τοιούτου τινὸς μυθολόγου, περιγράφεται ἀκριβῶς ἀπὸ τὸν κομψὸν κὰλαμον τοῦ συγγραφέως τοῦ Χατζῆ μπαμπᾶ.[1]

Ἀλλ' ἡ μεγαλῃτέρα τέχνη των συνίσταται εἰς τὸ νὰ διακόπτωσι τὴν διήγησιν κατὰ τὰ περιεργότερά της μέρη, καὶ νὰ ἀναβάλλωσι τὴν συνέχειαν εἰς τὴν επιοῦσαν. Ὅσοι ἀνέγνων τὴν Χαλιμὰν, τὴν ὁποίαν τὰ πεφωτισμένα ἔθνη δὲν θεωροῦσι μὲ ὄμμα περιφρονήσεως ὅπως εἰς τὴν Ἑλλαδα, δὲν θὰ ἐλησμόνησαν βεβαίως, ὅτι διὰ τῆς ἐντέχνου ταύτης πανουργίας, εὐφυής τις Σουλτάνα ἀνέβαλεν ἐπὶ χιλίαν καὶ μίαν νύκτα τὴν θανατικὴν καταδίκην της, καὶ ἐκέρδησεν ἐπὶ τέλους τὴν ζωήν της. Τὴν ἐπαύριον ὅμως, ἀντὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ μυθολόγος τὴν διήγησιν τῆς παρελθούσης, ἀρχίζει νέαν τὴν ὁποίαν διακόπτει καὶ πάλιν, εἴτε διὰ νὰ τὴν ἐπαναλάβῃ, εἴτε διὰ νὰ διηγηθῇ ἄλλην, ποικίλλων οὕτω τὸ ὕφασμά του μὲ τέχνην τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη καὶ ἐμιμήθη ὁ Ἀριόστος; Ἄλλως, διὰ τοῦ μέσου τούτου, ἐξασφαλίζει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας τὴν παρουσίαν τοῦ ἀκροατηρίου του.

Ἀλλὰ τὴν ἱκανότητα τοῦ διηγεῖσθαι δὲν ἔχουσι μόνον οἱ ἀσχολούμενοι ἰδίως εἰς τὸ ἔργον αὐτό· καὶ ἄλλοι ἐπίσης, μεταξὺ μάλιστα τῶν Ἀραβικῶν φυλῶν, θαυμάζονται διὰ τὴν γονιμότητα τῆς φαντασίας των, καὶ τὴν γλαφυρότητα τῶν περιγραφῶν. Καθ' ἑσπέρας, πλῆθος Ἀράβων, συσσωρευόμενοι πέριξ ἑνὸς ἐξ ἐκείνων οἵτινες ἀπολαύουσι τοιαύτης φήμης, ἀκούουσιν ἀπλήστως τὴν τεράστιον ἱστορίαν, ἥτις ῥέει γλυκεῖα ἀπὸ τὸ μελίῤῥυτον στόμα του.

Εἶναι ἀξία σημειώσεως ἡ ζωηρὰ ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν τὰ παραμύθια ταῦτα προξενοῦσιν εἰς τὴν θερμὴν τῶν Μουσουλμάνων φαντασίαν. Καθήμενοι ἀνάλγητοι καὶ σιωπηλοὶ ἐπὶ τῶν σοφάδων τῶν καφενείων, καὶ ἀναῤῥοφοῦντες ἡδονικῶς καφὲν τοῦ Γιεμὲν καὶ τὸν καπνὸν τοῦ ναργιλέ των, ἀκούουσι χαίνοντες καὶ ἀπολιθωμένοι τὸν μυθολόγον, διηγούμενον ἱστορίας διὰ φράσεως εὐρύθμου καὶ τετορνευμένης, τὴν ὁποίαν περικαλλύνει συνεχῶς, καὶ ἐξ αὐτῆς πολλάκις τῆς ἀρχῆς, διὰ τῆς ἁρμονίας τῆς στιχουργίας. Εἰς τὰς ἐρήμους, ἡ σκηνὴ αὕτη εἶν' ἔτι περίεργος καὶ θελκτικὴ, καθόσον συῤῥοὴ ἄπειρος Βεδουΐνων ἀκροάζονται συνθλιβόμενοι πέριξ τοῦ μυθολόγου, ἐνω ὁ ἥλιος καταβαίνει ὄπισθεν τῶν βουνῶν, καὶ ἡ γῆ ποτίζεται ἀπὸ τῆς ἑσπέρας τὴν δρόσον. Πολλάκις οἱ μυθολόγοι ἐπαναλαμβάνουσι τὰς αὐτὰς διηγήσεις· χάρις ὅμως εἰς τὴν τέχνην τῆς παραστάσεως καὶ τὴν θερμότητα τῆς ἀσιατικῆς φαντασίας, ἡ περιέργεια τῶν ἀκροωμένων διατηρεῖται πάντοτε σύντονος καὶ ἀπαραμείωτος.

«Πρέπει νὰ ἴδῃ τὶς τὰτέκνα ταῦτα τῆς ἐρήμου. λέγει τις περιηγητὴς, ὅταν ἀκροάζωνιοι τοὺς ἀγαπητοὺς μύθους των, πῶς ταράττονται, πῶς καταπραΰνονται! πῶς τὸ βλέμμα των ἀκτινοβολεῖ εἰς τὸ μελανὸν πρόσωπόν των! πῶς ἡ ὀργὴ διαδεχεται τὰ τρυφερά των αἰσθήματα, τὰ δὲ δάκρυά των οἱ καγχασμοί! πῶς συμμερίζονται ὅλας τὰς περιπετείας τῆς τύχης τοῦ ἥρωος! πῶς συναισθάνονται ὅλα τὰ δεινὰ, ὅλας τὰς εὐτυχίας του! Οἱ ποιηταὶ τῆς Εὐρώπης, μὲ ὅλα τὰ μέσα των, μὲ ὅλον το θέλγητρον τῆς ὡραίας ποιήσεώς των, μὲ ὅλον τὸ δέλεαρ τῆς μουσικῆς καὶ τὴν μαγείαν τῶν σκηνογραφιῶν, δὲν προξενοῦσιν εἰς τὰς νεναρκωμένας τῶν δυτικῶν ψυχὰς, οὐδὲ τὸ ἐκατοστημόριον τῶν συγκινήσεων, τὰς ὁποίας διεγείρει ὁ ἄγριος ἐκεῖνος μυθολόγος.

»Τρέχει κἀνένα κίνδυνον ὁ ἥρως τῆς ἱστορίας; οἱ ἀκροαταὶ φρυάττουσι καὶ φωνάζουσι, λὰ, λὰ, λὰ, ἰστάγφουρ-ιλ-ἀλλάχ! Ὄχι, ὄχι, ὄχι, ὁ θεὸς νὰ τὸν φυλάξῃ! Εὑρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ συμπλοκῆς θερίζων μὲ τὴν σπάθην του τοὺς ἐχθρούς τους; οἱ ἀκροαταὶ δρὰττουσι τὰ ξίφη των ὡς ἂν ἐπρόκειτο νὰ τρέξωσιν εὶς βοήθειάν του. Πίπτει εἰς ἐνέδραν προδοτῶν, φωνάζουσιν ἀμέσως συνοφρυούμενοι, ἀνάθεμα εἰς τοὺς προδότας! Κατεσπαράχθη ἀπὸ τοὺς πολυαρίθμους ἀντιπάλους του· βαθὺς στεναγμὸς ἐξέρχεται ἀπὸ τὰ στήθη των, καὶ μετ' αὐτὸν ἀκούονται αἱ ὑπἐρ τῶν τεθνεώτων συνήθεις εὐχαί ὁ θεὸς νὰ τὸν ἐλεήσῃ, καὶ νὰ τὸν δεχθῇ εἰς τοὺς κόλπους του! Ἐπιστρέφει, ἐξ ἐναντίας, τροπαιοῦχος καὶ νικητὴς; ὁ ἀὴρ ἀντηχεῖ ἀπὸ τὰς θορυβώδεις κραυγὰς, δόξα σοι ὁ θεὸς τῶν στρατευμάτων.

»Τὰς περιγραφὰς τῶν καλλονῶν τῆς φύσεως, καὶ μάλιστα τοῦ ἔαρος, ἀκούουσιν ἀνακράζοντες συνεχῶς Τεῒπ! τεῒπ! καλὰ! καλὰ! Κἀμμία ἡδονὴ δὲν εἶναι ἴση μὲ τὴν λάμπουσαν εἰς τὰ βλέμματά των, ὅταν ὁ ἱστορικὸς ζωγραφῇ μὲ ἔμφασιν καὶ ἐρωτικῶς τὴν εἰκόνα ὡραίας γυναικός. Τὸν ἀκροάζονται ἐν σιωπῇ καὶ μόλις ἀναπνέοντες· ἅμα δὲ τελειώσῃ τὴν ἐξεικόνισίν του, ἐπιφέρων τὴν φράσιν ταύτην, δόξα τῷ θεῷ ὅστις ἔπλασε τὴν γυναῖκα, ὅλοι ἐπαναλαμβάνουσιν ὁμοφώνως μὲ φωνὴν ἐνδομύχου πεποιθήσεως, πρὸς ἀπόδειξιν του θαυμασμοῦ καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης των, τὴν ἰδὶαν αὐτὴν φράσιν, δόξα τῷ θεῷ ὅστις ἔπλασε τὴν γυναῖκα.

»Φράσεις παραδεδεγμέναι, ὡς αὕτη, καὶ πολυάριθμοι ἄλλαι παρόμοιαι, παρεισάγονται εἰς τὸ τέλος πάσης διακοπῆς τῆς διηγήσεως, καθ' ἣν ἀναπαύεται ὀλἱγον ὁ μυθολόγος, διὰ νὰ μὴ προξενῇ ἀκατάπαυστον ἀγῶνα εἰς τὴν φαντασίαν ἦ τὴν μνήμην του. Τοιουτοτρόπως, ὁσάκις ὁ εὐρωπαῖος εὑρὶσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ εἴπῃ ἁπλῶς, καὶ ἐξηκολούθησαν τὸ ταξείδιόν των, ὁ Ἄραψ λέγει ἐξ ἐναντίας, καὶ ἐξηκολούθησαν τὸν δρόμον των διὰ μέσου τῶν βουνῶν καὶ τῶν κοιλάδων, τῶν δασῶν καὶ τῶν καλλιεργημένων ἀγρῶν, διὰ τερπνοτάτων λειβαδίων καὶ ἐρήμων ἀγρίων, ἀπὸ τής ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου μέχρι τῆς δύσεως.

»Ἐνῷ δὲ ῥίπτει ἐν τῷ μέσῳ μηχανικῶς πῶς καὶ ἀσυλλογίστως, οὕτως εἰπεῖν, τὰ καθιερωμένα ταῦτα ῥητὰ, συστέλλει τὴν προσοχήν του, καὶ συνδυάζει τὴν συνέχειαν τῆς διηγήσεως, τὴν ὁποὶαν παρατείνει ἕως ὅτου αἱ δυνάμεις του ἀποναρκούμεναι, τὸν βιάσωσι νὰ τελειώσῃ μ' ὅλην τὴν λύπην τοῦ ἀκροατηρίου του. Αἱ κάμηλοι, αἱ δρομάδες αἵτινες, προτείνουσαι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διηγήσεως, τοὺς μακροὺς λαιμούς των ἄνω τῶν κεφαλῶν τῶν ἐξηπλωμένων ἢ μ' ἐσταυρωμένους πόδας καθημένων κυρίων των, φαίνεται ὅτι συμμετέχουσι τῆς κοινῆς εὐθυμίας, αἱ παρακεὶμεναι μάνδραι ὅπου μαγειρεύονται ἀπλᾶ φαγητὰ ὑπὸ βοσκῶν τῶν ὁποίων τὰ πρόσωπα χρωματίζονται ἀπὸ τὰς ποικίλας καὶ πολυστρόφους φλόγας τοῦ πυρὸς, ἐπουξάνουσι τὴν γραφικότητα τοῦ χαρακτήρος τῆς σκηνῆς ταύτης.

Αἱ κοινωνικαὶ αὐταὶ συναθροίσεις, κατὰ τὴν πολύωρον διάρκειαν τῶν ὁποὶων ὁ Βεδουίνος ἀκροάζεται ἢ διηγεῖται ζωογονούμενος ἀπὸ τὴν δρόσον τῆς νυκτὸς, ὀνομάζονται ἀραβιστὶ μουζαμερὶτ, δηλαδὴ ὁμιλίαι ὑπὸ τὴν σελήνην, ἢ νύκτες ἀστεροφεγγεῖς. Ὁ ἄραψ ἱστορικὸς δὲν φοβεῖται μὴ δεχθῶσιν οἱ ἀκροαταί του τοὺς μύθους του μὲ τὴν δυσπιστίαν ἐκείνην μεθ' ἧς ἀπειλεῖ ὁ Ὁράτιος τοὺς τολμηροὺς περὶ τὰς ἐφευρέσεις ποιητάς, διότι ἡ ἔνθερμος τῶν λαῶν ἐκείνων φαντασία, πιστεύει ὅλα μὲ τὴν αὐτὴν εὐκολίαν, μὲ τὴν ὁποίαν καὶ τὰ πλάττει.

Ἐνῷ δὲ ὁ Λατῖνος αὐτὸς ποιητὴς συνιστᾷ, τὸ νὰ σπεύδῃ ὁ λαλῶν πρὸς τὸ κύριον ἀντικείμενον, παρατρέχων τὰς παρεκβάσεις, καὶ ὁδηγῶν ἀπ' εὐθείας τὸν ἀναγνώστην εἰς τὰ οὐσιώδη, ὁ Ἀραψ, ἀπ' ἐναντίας, ἀρχίζει τὴν διήγησίν του ἀπὸ τὰ οὐράνια, καὶ ἀντὶ νὰ σπεύσῃ νὰ φέρῃ τοὺς ἀκροατἀς του ἐν τῷ μέσῳ τῆς σκηνῆς, προσπαθεῖ διὰ τεχνασμάτων καὶ ἀπεράντων ἐξελιγμῶν, νὰ κρύπτῃ ὅσον πλειότερον δύναται τὴν διεύθυνσιν τὴν ὁποίαν σκοπεύει νὰ λάβῃ, καὶ τὸ μέρος ὅπου προτίθεται νὰ φθάσῃ. Ὅσῳ ποικιλότεροι καὶ πλέον τεράστιοι εἶναι οἱ μῦθοί του, τόσῳ βεβαιότερος εἶναι περὶ τῆς ἐπιτυχίας των. Αὐταὶ κυρίως αἱ ἰδιότητες κατέστησαν καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην, γενικὴν τὴν ὑπόληψιν τῆς Χαλιμᾶς, τὴν ὁποίαν ὁ Πώπης καὶ ὁ Βολταῖρος ἀνεγἱνωσκον μἐ ἄπειρον εὐχαρἱστησιν.

Οἱ μυθολόγοι τῆς Περσίας δὲν εἶναι κατώτεροι τῶν τῆς Ἀραβίας. Οἱ Πέρσαι εἶναι λαὸς χαρίεις, πνευματώδης καὶ εἰς ἄκρον εὐκοινώνητος· ἐὰν ἡ πατρίς των ἔκειτο πλησιέστερον τῆς δυτικῆς Εὐρώπης, θὰ παρεδέχοντο ἀναμφιβόλως καὶ αὺτοὶ, ὡς παρεδέχθησαν καὶ οἱ Τοῦρκοι, τὰ καλὰ τοῦ πολιτισμοῦ. Τὴν εὐπροσηγορίαν των κηρύττει ὁλόκληρος ἡ Ἀσία· συχνάζουσιν εὐχαρίστως εἰς τὰς οἰκειακὰς συναναστροφὰς, καὶ τὰς καθιστῶσιν εὐαρεστοτέρας διὰ τῆς εὐγενοῦς συμπεριφορᾶς των. Οἱ μεγιστᾶνες, οἱ ἀνώτεροι ὑπἀλληλοι καὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ Κράτους, προσπαθοῦσι διὰ φιλοφροσύνης καὶ ἱλαρότητος, νὰ συμμορφόνωνται μὲ τοὺς κατωτέρους των. Οἱ δὲ ἱστορικοὶ καὶ οἱ ποιηταὶ, ὁσάκις διακρίνονται διὰ τῆς σοφίας των, ὄχι μόνον . εἰς τὰς μεγαλῃτέρας συναναστροφὰς, ἀλλὰ καὶ τιμῆς καὶ ὑπολήψεως ἰδιαιτέρας ἀπολαύουσι. Πολλάκις ἄνδρες ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων, παραχωροῦσι τὰ πρωτεῖα εἰς σοφὸν ὀνομαστὸν διὰ τὴν μάθησιν καὶ]τὴν ἀγχίνοιάν του.

Ὁλοι ἐν γένει ἀγαπῶσι καὶ σέβονται πρὸ παντὸς ἄλλου τοὺς μυθολόγους· ὅστις, προικισθεὶς ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ φαντασίαν ζωηρὰν, μὲ φωνὴν γλυκεῖαν, μὲ ἰδιότητας μιμικὰς, ἐξασκεῖ ἐπιτηδείως τὸ ἐπάγγελμά του, εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ πλουτήσῃ ὡς οἱ πρῶτοι ὑποκριταὶ τῶν θεάτρων τῆς Εὐρώπης· ἡ προσωπική του θέσις εἶναι μάλιστα ὀλιγώτερον ἀμφίβολος, διότι πολλάκις προάγεται καὶ διορίζεται εἰς ὑπουργήματα μεγάλα καὶ ἐπικερδῆ.

Τὸ ἑπόμενον ἀνέκδοτον ἀποδεικνύει πόσον ὑπολήπτονται εἰς τὰ μουσουλμανικὰ Κράτη τὰ διηγήματα, καὶ πόσον αὐτὰ ἐπενεργοῦσιν εἰς τὰ δημόσια ἤθη. Ὁ Κ. Ἰωάννης Μαλκόλμης, πρέσβυς ἄλλοτε τῆς Ἀγγλίας εἰς τὴν Περσίαν, ἠρώτησέ ποτε τὸν Ἀγὰν Μίρ, ἐὰν παρὰ τὸ Κοράνιον καὶ τοὺς ὀρθοδόξους ὑπομνηματιστάς του, εἶχον οἱ Πέρσαι καὶ ἄλλους νόμους· ἔχομεν, ἀπεκρίθη σπουδάζων ὁ ἐρωτηθεὶς, καὶ τοῦ Σαδῆ τὰς ἱστορίας καὶ τὰ παραγγέλματα. » Ὁ Σαδὴς ἐχρημάτισε ποιητὴς περιώνυμος, οὗτινος τὴν μνήμην τιμῶσιν οἱ Πέρσαι ὅπως ἡμεῖς τὴν τῶν ἁγίων τῆς ἐκκλησίας. Καὶ τῷ ὄντι, τὰ διηγήματα ταῦτα, αἱ διδασκαλίαι αὐταὶ, πάγκοινοι εἰς τὴν Περσίαν καὶ μεταξὺ τῶν ὑποδεεστέρων κλάσεων, συντελοῦσιν ἴσως πλέον τῶν νόμων τοῦ Προφήτου, εἰς τὸ νὰ περιστέλλωσι τὰς αὐθαιρέτους διαθέσεις τῆς ἐξουσίας.

Ἀπεδείχθη διὰ τῆς πείρας ὅτι οἱ ἀπόλογοι, οἱ μῦθοι, τὰ διηγήματα, ἐνσταλάζουσιν εὐκολώτερον παρὰ τὴν ξηρὰν διδασκαλίαν, εἰς τὰς ἁπαλὰς τῶν νέων ψυχὰς, τὰς ἀρχὰς τῆς ἠθικῆς καὶ αὐτὰς τῶν ἐπιστημῶν τὰς στοιχειώδεις γνώσεις· ἀλλὰ καὶ οἱ ἀσιατικοὶ λαοὶ, ὡς πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν διανοητικῶν δυνάμεων, ἐκτὸς τῆς φαντασίας, καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν ἰδεῶν, δὲν εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μεγάλα παιδία;

Ὅτι οἱ μῦθοί των εἶναι διδακτικώτατοι, τὸ ἀποδεικνύει καὶ ἡ ἄκρα αὐστηρότης μεθ' ἧς διατηροῦνται κατὰ τὴν διήγησιν ὅλοι οἱ κανόνες τῆς χρηστοηθείας. Ὄχι μόνον δὲν λέγουσι ῥητῶς, ἀλλ' οὐδ' ὑπαινίττονται ποτὲ τὴν ἐλαχίστην ἄσεμνον πρᾶξιν οἱ μυθολόγοι· ἐξ ἐναντίας, αἱ διηγήσεις των πλήθουσιν ἀποφθεγμάτων καὶ ἀλληγοριῶν, δι' ὧν ἐμπνέονται αἰσθήματα φιλανθρωπίας, δικαιοσύνης καὶ ἠθικῆς εἰς τὸ ἀκροατήριον.

Ἐὰν, ὡς ἀπεδείχθη, τοιαύτη ἡ ἐπιῤῥοὴ τῶν ἀσιανῶν διηγήσεων, ἄξιον εἶναι νὰ σημειώσωμεν τὴν ἐποχὴν καθ' ἣν κυρίως καλοῦνται εἰς τὸ νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ἐπάγγελμά των οἱ μυθολόγοι, καὶ ἔχουσι πολυπληθέστατον καὶ προσεκτικώτατον τὸ ἀκροατήριον. Ἡ ἐποχὴ αὕτη εἶναι ἡ τοῦ ῥαμαζανου ἢ τῆς τεσσαρακοστῆς· ὡς γνωρίζομεν, οἱ ὁπαδοὶ τοῦ Μωάμεθ ἀπέχουσι πάσης βρώσεως καὶ πόσεως ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς νηστείας, μέχρι τῆς ἑσπέρας, ὅτε, παρακαθήμενοι εἰς τράπεζαν μᾶλλον ἢ ἧττον πλουσίαν, δειπνοῦσιν. Ἐπειδὴ δὲ μεταξὺ τοῦ δείπνου τούτου. —Ἰφτάρ—, καὶ τοῦ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου γινομένου γεύματος, —. Σαβοὺρ—, δὲν κοιμῶνται συνήθως, εὐθυμοῦσι καθ' ὅλην τὴν νύκτα ἀκροαζόμενοι τερπνὰς καὶ ἠθικὰς διηγήσεις. Δὲν ὁμοιάζει τοῦτο κατά τι τὴν εὐσεβῆ συνήθειαν τῶν Διαμαρτυρουμένων, κατατριβόντων τὰς Κυριακὰς εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἠθικῶν παραγγελμάτων τῶν Γραφῶν; Ν. Δ.

  1. Τερπνὸν μυθιστόρημα τοῦ Κ. Μοριέρου, πρῷην πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας παρὰ τῇ Αὐλῇ τῆς Περσίας. Ὁ ἥρως αὐτοῦ εἶναι εἶδός τι Ἀναχάρσιδος, καὶ ὁμοιάζει πολὺ τὸν Ἀναστάσιον τοῦ Ὅπου, περιγράφοντα ἤθη καὶ ἔθιμα Ἑλλληνικὰ καὶ μουσουλμανικά.