Ο υιός μου Αλέξανδρος εις Μόναχον

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ὁ υἱός μου Ἀλέξανδρος εἰς Μόναχον
Συγγραφέας:
Δημοσιεύθηκε στο Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1892 του Κωνσταντίνου Σκόκου


Ὁ υἱός μου Ἀλέξανδρος εἰς Μόναχον.

Εἰς τὸν κῆπόν μου εἰς τόπον εὐθαλῆ, καὶ ἀνθισμένον.
Εἶχα ἕνα περιστέρι ἐκεῖ μέσα γεννημένον,
Εἶχε χάριν, εἶχε κάλλος ἡ ἐκ φύσεως στολή του.
Καὶ κατεστραπτ’ ἡ ὡραία χρυσωμένη κεφαλή του.
Ἦτον ἔξυπνον, νοῆμον, καὶ μὲ τὴν μικρότητά του
Μ’ ἔδειχνε παντοιοτρόπως τὴν αἰσθητικότητά του.
Εἰς τοὺς κόλπους μου τὸ εἶχα, τὰ πτερά του ἐφιλοῦσα,
Τὸ ἀνέτρεφα μὲ πόθον καὶ τὸ ὑπεραγαποῦσα.
Μὲ αὐτὸ παρηγορούμουν εἰς τὰς ὥρας τῶν δεινῶν μου,
Καὶ τὸ ἔβλεπα ὡς φίλον καὶ τοῦ βίου κοινωνόν μου.
Ἔτρεμα μὴν τύχη βέλος, μήπως ὄρνις τὸ πηράξῃ,
Καὶ τὸ ἔδειχνα τὸν δρόμον ποῦ καὶ πότε νὰ πετάξῃ.
Ἐκεῖ αἴφνης ἕνας μέγας ἀετὸς ἀπὸ τὰ νέφη
Καταβαίνει, τὸ ἁρπάζει καὶ δροµαῖος ἐπιστρέφει.
Ὦ θεέ! ὁπόταν εἶδα πῶς ἐχάθη ἀπ’ ἐμπρός μου,
Ἔχασα καὶ τὰς αἰσθήσεις καὶ τὴν χρῆσιν τοῦ νοός μου.
Φεύγω, τρέχω μετὰ πόθου καὶ σχεδὸν μετὰ μανίας,
Καὶ μανθάνω πῶς ἐπῆρε τὴν ὁδὸν τῆς Γερμανίας.
Προχωρῶ· καὶ μὲ ἀγῶνας καὶ μὲ βάσανα μυρία
Φθάνω τέλος ὅπου κεῖται ἡ εὐδαίμων Παυαρία.
Ἐκεῖ βλέπω… ὢ τί θέα! εἰς μεγάλην πεδιάδα
Ἐπὶ ἅρματος τὸν Ἄρην, ἐπὶ θρόνου τὴν Παλλάδα.
Βλέπω ὄρος, τὸ γνωρίζω, καὶ μὲ φαίνετ’ ἐδικόν μας.
Καὶ τῷ ὄντι εἶν’ ἐκεῖνος, εἶν’ ὁ θεῖος Ἑλικών μας.
Τοῦ ἁρχαίου τοῦ ἐδάφους πῶς καὶ πότε ἀπεσχίσθη!
Ἀπὸ γῆν τὴν Ἑλληνίδα πότε, πῶς μετεκομίσθη!
Ἐκεῖ φαίνετ’ ὁ Ἀπόλλων μὲ ἀκτίνας φωτισμένος,
Ἀπὸ ὅλην τὴν πορείαν τῶν Μουσῶν τριγυρισμένος.
Καὶ κρατῶν μετὰ τῆς λύρας εἰς τὸ δεξιόν του χέρι…
Τὸ κρατεῖ!… τὸ φίλτατόν μου, τὸ καλόν μου περιστέρι

Ναὶ, τὸ βλέπω, εἶν’ ἐκεῖνο, εἰς τὴν λύραν ἀναβαίνει,
Την ἐγγίζει, τὴν ἀφίνει, εἰς τὰς Μούσας μεταβαίνει,
Τρέχει, παίζει μὲ τὸν Ἄρη μὲ τὸ δόρυ τὸ πικρόν του,
Τὸν φιλεῖ καὶ τὸν χαδεύει μὲ τὸ ῥάμφος τὸ μικρόν του.
Ἡ Παλλὰς τὸ περιθάλπει, μὲ τὸ χέρι της τὸ τρέφει,
Την ἀσπάζεται· καὶ πάλιν εἰς τὰς Μούσας ἐπιστρέφει.
Ἐγὼ βλέπω δὲ καὶ χαίρω καὶ λυποῦμαι καὶ θαυμάζω,
Καὶ τὰς χεῖράς μου ἐκτείνων, μὲ παράπονον τὸ κράζω.
Περιστέρι μου ὡραῖον, ποθητόν μου περιστέρι,
Πῶς πλανώμενον σὲ βλέπω; πῶς πετᾶς εἰς ἄλλα μέρη;
Σὲ ἀνέθρεψα μὲ πόνον, πῶς μὲ ἄλλους οἰκειώθης;
Πῶς τὸ ἔργον τῶν χειρῶν μου ἀπ’ ἐμέν’ ἀποξενώθης;
Ἔλα πάλιν εἰς τοὺς κόλπους ὁποῦ τόσον ἀγαποῦσες,
Ἐνθυμήσου πῶς σὲ εἶχα, ὅταν μόλις ἐπετοῦσες.
Σεῖς δ’ Ὀλύμπιοι τὰ ξένα διατὶ κατακρατεῖτε;
Δότε το, εἶν’ ἐδικόν μου, πῶς τὰ δίκαια πατεῖτε;
Τότ’ ἐκεῖνο μὲ κυττάζει, καὶ θαρρῶ πῶς μὲ γνωρίζει.
Οὔτε ὅμως ἐπιστρέφει, οὔτε κἂν μὲ προσεγγίζει.
Φωνὴ δ’ ὡς ἐκ τῆς χορείας τῶν Μουσῶν ἐξερχομένη,
»Μὴ βιάζεσαι, μὲ λέγει, ἄφες, ἄφες το νὰ μένῃ.
»Μετ’ ὀλίγον τὴν ἰσχύν μας φανερὰ θὰ καταλάβῃς·
»Περιστέρι τὸ στερήθης, ἀετὸν θὲ νὰ τὸ λάβῃς·
»Φοῖβος, Ἀθηνᾶ καὶ Ἄρης καὶ ’μεῖς ἅπασαι συγχρόνως
»Εἰς τὴν μεταμόρφωσίν του συνεργοῦμεν ὁμοφώνως.»
Τότε ἔκραξα μὲ πόνον ἀπὸ βάθους τῆς καρδίας:
«Ὑποτάσσομαι προθύμως εἰς ἐπιταγὰς τὰς θείας.
Ὃν μου φίλτατον, προχώρει τὴν ὁδόν σου ἐλευθέρως.,
Ἀετὸς γενοῦ καὶ πέτα εἰς τὰ ὕψη τοῦ αἰθέρος.
Ὅλα τὰ πτηνὰ τοῦ κόσμου εἰς τὴν πτῆσιν ὑπερτέρει.
Πλὴν ποτὲ μὴ λησμονήσῃς ὅτι ἤσουν περιστέρι.»