Ο δωδεκάλογος του Γύφτου/Ο δουλευτής

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο δωδεκάλογος του Γύφτου
Συγγραφέας: Κωστής Παλαμάς
Ο δουλευτής



ΛΟΓΟΣ Β’

ΔΟΥΛΕΥΤΗΣ

Αλήθεια πως ζούσε σαν όλοι, και φαινόταν
πως έκανε ό,τι κι οι άλλοι· απότοµα δε
σηκώνονταν για να χτυπήσει τους νόµους
του λογικού· στην καρδιά του, κι όχι στο
κεφάλι του, φώλιαζε η αρρώστια.
         ΒYRON (Λάρας)

Τα πραγµατικά µ’ αηδιάζουν, και τα
ιδανικά δεν τα βρίσκω.
         ΑMIEL (Journal Intime)


Κι έσκυψα προς την ψυχή µου,
σα στην άκρη πηγαδιού,
κι έκραξα προς την ψυχή µου
µε το κράξιµο του νου·
κι από το πηγάδι το βαθύ,
σαν από ταξίδια, ξένη,
προς εµένα ανεβασµένη
ξαναγύρισε η φωνή.
 


 
– Είσαι ο µόνος, είσ’ ο ασύγκριτος,
είσαι ο χωριστός,
στα µεγάλα τα πετάµατα όλο υψώνει σε
και είν’ ο νους σου χρυσαητός·
και η ζωή σου µε τις έγνοιες
είναι σαν τα παιγνιδίσµατα
του ήλιου µε τα σύγνεφα· σα θάνατος
όταν ο ήλιος δεν τα καταλεί,
στη µατιά που τα θωρεί,
κάνει τα, σαν πλάστης, κόσµους.
 
Παιγνιδίσµατα… πετάµατα… ο ασύγκριτος…
µην το παινευτείς!
Σίµωσε, άπλωσε το χέρι, βόηθα,
γίνε δουλευτής·
ταίριαζε, άκουε, φρόντιζε και ρώτα,
γείρε, αν θέλεις να υψωθείς·
νίκη σου, ανυπόταχτε, σ’ εσέ να πεις:
«Υποτάξου πρώτα!»
 
Δείξε εσύ πως πρώτα είσαι ο άρχοντας
κι ο εξουσιαστής
του θυµού σου, της βουλής σου, της ψυχής σου
γίνε δουλευτής.
Σβήσε κάθε σου ξεχώρισµα,
ρίχ’ το δαχτυλίδι σου αρραβώνα
µεσα στο κανάλι του λαού·
ένας γίνε από τους στύλους τούς αµέτρητους
του µεγάλου έργου τού συντροφικού.
Γρίκησε τι λέει το δέντρο
που το κόψαν και το κάµανε καράβι:
«Μες στο νέο κορµί µου ολάσβηστη
η παντοτινή ψυχή µου ανάβει».
Ήσυχα τα στάχια κυµατίζουν
και είναι σα να λαχταρίζουν
οι κυµατισµοί
το υστερνό, τ’ αγέννητο θησαύρισµα·
το ψωµί.
Αέρα, γη, νερό, φωτιά,
ό,τι κι αν υπόταξε από σας
ο άνθρωπος ο νους,
τίποτε από σας δεν ξέπεσε,
και κρατάτε ακόµα στα σκοτάδια σας
τ’ άψαχτα και τ’ αταπείνωτα,
όλων των αβύσσων τους βρυκόλακες,
κι όλους τους αυγερινούς.
Τ’ άλογο το ευγενικό
δέχεται καλόβολο τον καβαλάρη
και δε χάνει τίποτε, και παίρνει
κάτι ακόµα πιό τρισεύγενο
η γοργή του χάρη.
Και το δέντρο δεν το ατίµασε
γγίζοντάς το το τραχύ το κλαδευτήρι·
απ’ το βάρος πιο καλόχυµων καρπών
πιό ακριβό γνωρίζει πως θα γείρει.
 
Κι ο τεχνίτης που δετό κρατάει το χέρι του
και τη φαντασία του δετή,
όταν του θεού σκαλίζει το είδωλο
µε του ιερέα την προσταγή,
το σπαργανωµένο, το ίδιο πάντοτε,
βρίσκει τόπο ν’ απιθώσει κάπου απάνω του
κάποιον έρωτα από µες απ’ την καρδιά του
προς το είδωλο που πέφτοντας µπροστά του
έτσι το ποθείς, λαέ,
κι έτσι, λαέ, το προσκυνάς.
 
Κι έγινα χαλκιάς.
 


 
Λαµπαδιάζει το καµίνι·
µε του αγέρα τα φτερά
Λάµια αχόρταγη ξεσπάει
και λυσσοµανά η φωτιά.
 
Κι άδραξε το σίδερο η φωτιά
κι απ’ τα δόντια της θα βγει
σα λιοντάρι δαµασµένο
από ξωτικού βουλή.
 
Και τ’ ασάλευτο τ’ αµόνι
και τ’ ολόγοργο σφυρί
βροντερή µια µάχη αρχίζουν,
και είναι πλάστης το σφυρί.
 
Σφυροκόπα τις καδένες,
ω πιο ελεύτερε κι απ’ το τριγύρισµα
του φτερού,
σφυροκόπα τις καδένες και τα σίδερα
του κακού,
και για τον προφήτη σφυροκόπα
τα καρφιά του σταυρωµού.
    
Και του γάµου κάµε το κρεβάτι,
ω εσύ τη χλόη που κάνεις
της αγάπης της ελεύτερης κλινάρι·
και του γάµου το κρεβάτι, και το δρέπανο
που θερίζει το σιτάρι.
 
Γύφτε, σιδεροπελέκα,
που έζησες ερηµικά
σε ύψη γαληνά απλησίαστα,
Γύφτε, σιδεροπελέκα,
στη φωτιά για τη φωτιά
τα κοντάρια, τα σκουτάρια,
τα σπαθιά.
 
Τ’ αγαθά του σφιχτοχέρη,
εσύ που άλλα, άλλα δε γνώρισες φλωριά
απ’ τα χρυσολούλουδα του κάµπου,
τ’ αγαθά του σφιχτοχέρη
κρυφασφάλησε, χαλκιά,
µες στου θησαυρού τα βάθη·
κάµε ασύντριφτα κλειδιά.
 
Φαιδρά κάµε να ξυπνήσουνε,
µακριά κι από τα βάρυπνα κοπάδια,
κι απ’ τα ψόφια τα ειδύλλια, καβαλάρη
σε γκρεµούς και ράχες, που το διάβα σου
τύπωσε ώς εκεί το πρώτο αχνάρι,
φαιδρά κάµε να ξυπνήσουνε
στα φαράγγια τον αχό
λιγερόφωνα κουδούνια
στων αρνάδων το λαιµό.
Κι απ’ τα χέρια σου βγαλµένη,
εσύ απείραχτε απ’ τον τρόµο
που γεννάει το σκιάχτρο το θεϊκό,
κι απ’ τα χέρια σου βγαλµένη,
ένα σάλεµα ιερό
ας απλοσκορπά η καµπάνα
στης ψυχής τον ωκιανό!
 
Μα του κάκου! µα του κάκου!
    
Χέρι µου, το σίδερο παράτα,
παψ’ εσύ, σφυρί, τον πόλεµο,
που πολέµαες µε τ’ αµόνι·
είµαι ο δουλευτής χαλκιάς
που άλλα θέλησε και που άλλα
κατορθώνει.
Είµαι ο πλάστης ο χαλκιάς
που δεν πλάθει το σφυρί µου
µητ’ εσέ, καρφί, ούτ’ εσάς,
άρµατα, σπαθιά, κοντάρια,
µήτε την καµπάνα σου, εκκλησιά,
αλυσίδες ούτε, ούτε κλειδιά,
µήδε τα κουδούνια για τ’ αρνιά,
και για τα οργώµατα τ’ αλέτρια,
µήτε για το σπίτι τα κλινάρια,
ούτε δρέπανα, ούτε χαλινάρια.
Είµαι ο πλάστης ο χαλκιάς
που δεν πλάθει το σφυρί µου
άλλο απ’ τα πανώρια τ’ ανωφέλευτα·
και µια τέχνη πρωτοταίριαστη κι αταίριαστη
η δική µου.
Και είµαι ο µάγος της φωτιάς κι απλώνω µέσα της
και τα φίδια και τα τέρατα της κλέβω,
και στο σίδερο κι ακόµα πιο παράξενα
τα δουλεύω.
Και είµαι ο σφυροκοπητής
που σφυροκοπάει αντί σπαθιά
κάποια αφύσικα λουλούδια,
και είµ’ ο δαµαστής ο γύφτος
που γεννάει από τη φλόγα
κύκλους, ίσκιους, γρύπες, µάγια,
κάποιες ρηγικές κορώνες,
λάµιες, ξωτικές, γοργόνες
για καράβια, για σαράγια,
που δεν είναι πια ή δεν είναι ακόµα·
τ’ ανωφέλευτα, τ’ αχρείαστα και τ’ αλλόκοτα,
που τους λείπει πότε πρόσωπο,
που τους λείπει πότε σώµα,
που τους λείπει πάντα τ’ όνοµα.
Κι όσα οργίζουν τους ανθρώπους
που κοιµούνται ανοιχτοµάτες·
και όσα διώχνουν οι διαβάτες
και όσα δε ριζώνονται σε τόπους,
και όσα αγάπες δεν ξυπνήσαν πουθενά
κι όσα πουθενά δεν ηύρανε πελάτες!
Και είµαι ο σφυροκόπος που ξαφνίζει
και τροµάζει και µακραίνει·
όπου µαλακώτατη η δουλειά
θα ’βγαινε απ’ τον άλλο τον τεχνίτη,
της φυσά η πνοή µου της δουλειάς
κάτι βάρβαρο και αδούλευτο,
πιο τραχύ από το γρανίτη.
Κι όπου ο άνθρωπος προσµένει
να το πιάσει µε τα χέρια του απ’ τα χέρια µου
πλάσµα ασάλευτο και στέρεο και σκληρό,
άθελα του φέρνω µε τα χέρια µου
µια ψυχούλα, µιαν αχτίδα, έναν αφρό.
 
Κι όταν είδα να ξεφεύγουν ένας ένας
όλοι όσοι σταθήκανε και πρόσµεναν,
απ’ αδέρφια κι από αλλόφυλους χορός,
πίσω, πλάι µου και µπροστά µου
κάτι καλοπρόσδεχτο απ’ τη µαστοριά µου,
κι όταν πάλε κι όταν είδα εγώ πως ήµουν
τ’ άκαρπο δεντρί,
µήτε το ’βαλα κατάκαρδα,
µήτε το παινεύτηκα·
νέα στο νου µου φύτρωσε βουλή·
το σφυρί πετώ, και στο καµίνι
σβήνω τη φωτιά·
κι άδραξα το γύφτικο ζουρνά,
και παντού µ’ ακούσαν και µ’ αγνάντεψαν
τόποι και λαοί
λαλητή.
 


 
Έλληνες ειδωλολάτρες
και Μακεδονίτες χριστιανοί,
Ασπροθαλασσίτες ναύτες,
ρωµιογέννητοι Οσµανοί·
και της Μάλτας καβαλιέροι, Φράγκοι
Σταυροφόροι, Βενετσάνοι, Καταλάνοι,
Τούρκοι, Αρµένηδες, και Σλάβοι και Αλαµάνοι
και Κουρσάροι από τ’ Αλγέρι·
Μανιχαίοι αφορισµένοι,
και στρατιώτες και απελάτες
και του Ολύµπου αρµατωλοί,
κι όσα παλληκάρια σπέρνει
Βοριάς, Δύση, Ανατολή·
Βεδουΐνοι από την έρηµο, αµιράδες
από τα καστέλια της Συριάς,
και βαρώνοι Λογγοβάρδοι,
Βάραγγοι, βογιάροι, µάγιστροι,
χρυσαητοί της αρχοντιάς.
 
Aπ’ τα δασερά βουργάρικα ντερβένια,
µες από της Θράκης τις βαλανιδιές,
µες από του Ταύρου τους κεδρώνες
κι απ’ τα λιόφυτα ασηµένια της Αθήνας,
κι από τις πολίτικες κιτριές·
κι ύστερα των όχλων τα ξαφρίσµατα,
κι ύστερα όλα της ζωής τ’ αποκαΐδια,
των κακούργων τα µαχαίρια
και των πονηρών τα φίδια·
από ταπιφράγκα και από κάτεργα,
και από στέπες και από τέντες
τα µολέµατα της χώρας, και τ’ αγρίµια
της σπηλιάς, και της κρεµάλας οι λεβέντες!
Όλοι στάθηκαν εµπρός µου,
γαυριασµένοι, αβάσταγοι, σκληροί,
µε του χαροκόπου το µεθύσι,
µε την πολεµόχαρην ορµή.
 
Και όλοι µε καλούσαν και µε πρόσταζαν:
– Ταίριασε την, άξια, λαλητή,
µε τα ξεφαντώµατα µας
του ζουρνά σου τη φωνή!
 
Ω νυχτέρια, ω πανηγύρια!
ούτε λάβρα, ούτε χιονιάς,
µήτε η µέρα, µήτε η νύχτα,
δε σας έκοβεν εσάς!
 
Ω νυχτέρια, ω πανηγύρια!
πώς γιοµίζαν από σας,
τα πορόλογγα, οι κλεισούρες,
το λιµάνι, ο µαχαλάς!
 
Ω νυχτέρια, ω πανηγύρια!
πώς σας κύκλωνεν εσάς
µ’ ένα σάλαγο δαιµόνων
ο στριγγόβοος ο ζουρνάς!
 
Ω νυχτέρια, ω πανηγύρια!
πώς µε σέρνατε, και πώς
σας αρχίναε το τραγούδι
και σας σβούσε ο σκοτωµός!
 
Ω νυχτέρια, ω πανηγύρια!
κάτω από την απέραντην αστροφεγγιά!
Και στα µοναστήρια και στα σπίτια,
στα καράβια και στα καπηλειά,
 
και στους πύργους που αλυσίδες αρµατώνουν,
και τετράπλατοι που τράφοι τριγυρνούν
και στους πύργους που τρισεύγενες κυράδες
καρδιοκλέφτρες κυβερνούν,
 
και στου ρηµαδιού τ’ αγκάθια,
και στο φέγγος που γεννά
πλάση ονείρου από αχάτη
στα ολογάληνα νερά!
 
Σ’ όλα αγνάντια, σ’ όλα µέσα
σκύλος, γύφτος λαλητής,
– παντού σ’ όλα ήµουν ο ξένος,
και ήµουν ο ξαγναντευτής.
 
Γύρω στων παθών τη λύσσα
ήµουν η γαλήνη εγώ,
και ήµουν η πνοή η καθάρια
µες στον ανακατωµό.
    
Άγγιχτ’, άυλα, θεία, σας απόλαψε
σαν εµένα άλλος κανείς,
ω παράδεισοι του πόθου
και ουρανοί της ηδονής;
 
Γύρω µου ξαδιάντροπα και ακόµα
σας ξανοίγω, απόκοτες, γυµνές,
να κολάζετε, ω λαγόνες,
να ρουφάτε, ω αγκαλιές!
 
Ω αγκαλιάσµατα της πόρνης!
ω γυµνώµατα! ω φιλιά!
ω της κόρης που ντροπιάζεται
δάκρυα και ξεφωνητά!
 
Μες στης φαντασίας µου τα τετράπλατα
εχωρέσατε κι αφήσατε
κάποια αχνάρια λαµπερά
µολυσµένα·
µες στης φαντασίας µου τα τετράπλατα
Όλυµποι και Τάρταρα, όλα χώρεσαν·
όµως η ψυχή µου είναι παρθένα.
 
Και µια µέρα µόνος βρέθηκα
έξω από το βούισµα του κόσµου·
σε µιας λίµνης άκρη, εγώ, ασυντρόφευτος,
µόνος, εγώ και ο εαυτός µου·
κι έβλεπα τα ολόστρωτα νερά,
και µαζί τα βάθια τα δικά µου,
κι άνθιζε άνθος µέσα στην καρδιά µου
πιό απαλό για να το πω καηµό,
πιο βαθύ για να το κράξω έννοια·
και τριγύρω αχνό το δειλινό
την παιδούλαν ώρα κοίµιζε
σε αγκαλιά µενεξεδένια.
Και ήταν όλα ασάλευτα·
και οι λευκοί λωτοί οι απανωτοί
και ο ψηλόλιγνος ο καλαµιώνας,
άνθια, πολυτρίχια, και όλα,
µες στα βάθη σα να τα ’βλεπες
µιας λιγνοζωγράφιστης εικόνας.
Και όλα σώπαιναν ολότελα,
και ήταν η µεγάλη η σιωπή
της µεγάλης πλάσης που έσκυψε
κι έβαλε τ’ αυτί
για ν’ ακούσει το µεγάλο µυστικό
που δεν έχει ώς τώρα γρικηθεί.
 
Κι έξαφνα µε σπρώχνει ο πειρασµός
τα ιερότατα να βρίσω,
και το σκούξιµο του γύφτικου ζουρνά,
µέσα του φυσώντας, να ξυπνήσω.
Και τη σκότωσα την άγια σιωπή
και το µέγα µυστικό της πάει και πάει
κι ανατρίχιασε κι η λίµνη, και όλα
γύρω µου και πλάι,
κι ο ήχος χύµησε σα δράκοντας
λάγνος προς την πλάση την παρθένα.
Αλλά εκεί που κακουργούσα µε το στόµα µου,
µέσα µου η ψυχή µου εµένα
λαβωµένη βόγγηξεν, ωιµένα!
 
Κι ο ανθός που ανθούσε στην καρδιά µου
σάλεψε τα φύλλα τα γεράνια
σε υστερνή και δυνατή και µυστική
από δέηση µυρουδιά και από µετάνοια.
Κι ενώ ακόµα και ο στριγγόλαλος ζουρνάς
ξεπαρθένευε ξεσπώντας και χαλούσε,
έγειρα την όψη προς τη λίµνη
που θλιµµένα µου χαµογελούσε·
και είδα µέσα της το πρόσωπο του γύφτου
λαλητή
αλλασµένο και ογκωµένο και πλατύ
και πανάθλιο κι από την ασκήµια,
και ήτανε λαχάνιασµα και αγώνας
και άµοιαστη φοβέρα,
και δεν είχε αγαλµατένιο τον ατάραχο
και δεν είχε το δικό του τον αέρα.
Το ζουρνά τον έκαµα συντρίµµια,
και τον πέταξα στο δρόµο.
Και ύστερα µε είδαν οικοδόµο.
    


 
Όπου στέκαν καλυβόσπιτα,
χτίζεται παλάτι·
δώσ’ την πλάτη, δώσ’ τα χέρια σου,
Γύφτε ανώφελε, ακαµάτη.
Νά το αδούλευτο και τ’ άπλαστο,
νά, το µάρµαρο καλεί σε·
Γύφτε ανέγνοιαστε, κουβάλησε
και πελέκησε και χτίσε.
Χτίστης και οικοδόµος, έγειρα
το λαχανιασµένο στήθος·
απαλή πνοή από το χέρι µου
πήρε κι ο τραχύς ο λίθος.
Τ’ άχαρο κουφάρι σκέβρωσα
για να υψώσω µιά κολώνα·
γνώρισα των περισσόβαρων
ταιριασµάτων τον αγώνα,
και στ’ ανάερα τα σκαλώµατα
µε την αργατιά την άλλη,
σκόνταψα κι εγώ και τρίκλισα,
πάγωσε κι εµένα η ζάλη.
Έβαλα παντού το χέρι µου,
στων εβένων τα στρωσίδια,
στα κρυστάλλινα χωρίσµατα,
στ’ ατσαλένια τα δεσίδια,
σε όλα. Και οι πετραδοπλούµιστες
απλωσιές των πατωµάτων
ώς τα ύψη που στολίζει τα
ο λαός των αγαλµάτων,
και οι µεγάλες πόρτες που φρουρούς
γρύπες έχουν και γοργόνες
για το διάβα σας, τετράπλατες
δόξες, άρµατα, κορώνες,
και οι στοές οι πορφυρόστυλες
που σε βάθια από χρυσάφι
κάποιο αρχαίο γιγαντοπόλεµο
γύρω εκεί αναστήσανε ζωγράφοι·
και τα ολάνοιχτα παράθυρα
µε τα σοµακιά στεφάνια,
σε αναβρύσµατα από χρώµατα
κι από αχτίδες συντριβάνια
τη µατιάν αστραποφέρνοντας·
και τ’ αλάβαστρα, τα σµάλτα
και τα τείχη τα τετράπαχα,
(και όλα, ω Λόγε, αράδα βάλτα!)
Από πέτρα ή κέδρο ή σίδερο
το καθένα µετερίζι
ριζωµένο βαρυθέµελο,
το καθένα µε γνωρίζει.
Όμως όλων τ’ άξιο ταίριασμα,
το παλάτι, ω σκλάβου χέρι!
‘γω δεν είµαι που το γέννησα,
δεν το ξέρω, δε µε ξέρει.
Ώχου! εσύ παλάτι ακάµωτο,
ω σαράι µες στα σαράγια!
Σ’ ένα ελεύτερο παιγνίδισµα,
σε αστραπής ονειροµάγια,
εγώ µέσα µου το χάραξα,
µοναχός µου, µοναχός µου,
απ’ τα πιο ακριβά που δείχνονται
και που κρύβονται του κόσμου.
Ποιος λαός χτιστών ακούραστος,
και ποια πλάση δουλευτάδων,
των βουνών ω ζηλοφτόνιασµα
και ω καµάρι των πεδιάδων,
στο δικό µου αφεντοπρόστασµα
θα χυθεί για να σε υψώσει
µ’ ένα κοσµοπλάστην έρωτα
και µε µια υπερτέλεια γνώση;
Ή αν ανθρώπου κόπος και βουλή
σέ είν’ ανήµπορη να κάµει, –
ποιος χορός µεγαλοδύναµος
από ξωτικές θα δράµει
µες στων θαλασσών το φρένιασµα
και στη λύσσα των κλυδώνων
σέ να θεµελιώσει ατράνταχτο
στους αιώνες των αιώνων;
 
(Και όταν ήρθαν και µε σκόλασαν
µε τους οικοδόµους οικοδόµο,
και όταν µου είπαν: «Γύφτε, τράβα δρόµο!»
Κι όταν τράβηξα ασυντρόφιαστος
το δικό µου δρόµο πάλι,
γνώρισα µια θλίψη µέσα µου,
θλίψη ασώπαστη µεγάλη!)