Ο δωδεκάλογος του Γύφτου/Αγάπη

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο δωδεκάλογος του Γύφτου
Συγγραφέας:
Αγάπη



ΛΟΓΟΣ Γ'

ΑΓΑΠΗ

Μη δως γυναικί την ψυχήν σου, επιβήναι
αυτήν επί την ισχύν σου.
         ΣΟΦΙΑ ΙΗΣΟΥ ΥΙΟΥ ΣΕΙΡΑΧ

Καθάριος θα γενόµουνα σαν την αυγή και
σαν τη δροσιά, δυνατή θα γενόσουνα σαν
τον ήλιο ή σαν τη θάλασσα.
 SWINBURNE (Ο Θρίαµβος του καιρού)

Περδικόστηθη Tσιγγάνα,
ω µαγεύτρα, που µιλείς
τα µεσάνυχτα προς τ’ άστρα
γλώσσα προσταγής,
 
που µιλώντας γιγαντεύεις
και τους κόσµους ξεπερνάς
και τ’ αστέρια σου φορούνε
µια κορώνα ξωτικιάς!
 
Σφίξε γύρω µου τη ζώνη
των αντρίκειω σου χεριών·
είµαι ο µάγος της αγάπης,
µάγισσα των αστεριών.
 
Μάθε µε πώς να κατέχω
τα γραφτά θνητών κι εθνών,
πώς τ’ απόκρυφα των κύκλων
και των ουρανών·
 
πώς να φέρνω αναστηµένους
σε καθρέφτες µαγικούς
τις πεντάµορφες του κόσµου
κι όλους τους καιρούς·
    
πώς, υπάκουους τους δαιµόνους,
τους λαούς των ξωτικών,
στους χρυσούς να δένω γύρους
των δαχτυλιδιών,
 
καθώς δένω και το Λόγο,
δαίµονα και ξωτικό,
στο χρυσό το δαχτυλίδι,
στο Ρυθµό·
 
πώς µε βούλα σολοµώντεια
να σφραγίζω και να κλειώ
τα µεγάλα τα τελώνια
σε γυαλί στενό,
 
και στη θάλασσα να ρίχνω
το γυαλί, και να γυρνά
µες στην άβυσσο το ό,τι είναι
µε την άβυσσο γενιά.
 
(Έτσι κι άλλο ένα τελώνιο,
 έτσι και η τρανή Ψυχή
 στου κορµιού φυλακισµένη
 το στενό γυαλί,
 
µες στη θάλασσα της Σκέψης
άθλια πεταχτή
ζει κι εκεί σα στην πατρίδα,
σάµπως µια άβυσσο κι αυτή.)
 
Μάθε µε όλα να διαβάζω
τα υπερκόσµια µυστικά
στο σκολειό της αγκαλιάς σου
µέσα στα φιλιά.
 
Κι όλα γύρω µου τα πάντα
παντογνώστρα σε µηνάν·
µόνο κάτι ακόµα λείπει...
νά µε! Εγώ κι εσύ, το Παν!
 
Γιατί κάτι ξέρω, κάτι
να σου δώσωέχω κι εγώ·
άδεια στέκεται µια στάµνα
στο βαθύ µπροστά νερό,
 
και θα στη γιοµίσω. Ξέρω
την πανώρια µουσική·
θα τη ζήσεις θεία µαζί µου
στο δικό µου το βιολί.
 
Σάρκα η µουσική θα γίνει
µε την πλάστρα µας φωτιά,
κι από µας θα γεννηθούνε
τ’ αψεγάδιαστα παιδιά,
 
που όµοια τους θα σπείρουν κι άλλα,
κι ό,τι γύρω τους αχνό,
άρρωστο, άσκηµο, θα ρέψει
στον αφανισµό.
 
Της χαράς θα λάµψει ο Νόµος
που προστάζει, βασιλιάς:
«Φτάνει να είσαι από υγεία
κι από δύναµη· νικάς!»
 
Κι ο άνθρωπος µέσα στα θάµπη
της ακέριας νέας ζωής
θα είναι πάντα ή κυβερνήτης
ή τραγουδιστής.
 
Ω φωλιές! Ω αηδόνια! Πάνε
τ’ άµοιαστα και τα πεζά,
πέτρα ακύλιστη σκεπάζει
πεθαµένη τη Σκλαβιά.
 
Στερνοπαίδι αγάλια αγάλια
θα προβάλει και θα βγει
πλάσµα ακόµα πιο γιοµάτο,
νόηµα πιο βαθύ.
 
Κι ο Α ρ χ ο ν τ ά ν θ ρ ω π ο ς θα νά ’βγει
που η ροµφαία του κι αυτή
θα φαντάζει σαν κιθάρα
παναρµονική.
 
Κι ο άνθρωπος ο βαριοµοίρης
ο ιδροκόπος δουλευτής
ο άπλερος που παραδέρνει
δούλος ή βασανιστής,
 
και ή βασανιστής ή δούλος,
αµολόητα και σκληρά
µύριους τύραννους γρικάει
µες στα σωθικά,
 
κι ο άνθρωπος ο βαριοµοίρης
θα υψωθεί θριαµβευτής
σε µια γη πλατειά προφήτης
µιας πλατύτερης ψυχής.
 
Δε γνωρίζω από θρησκείες,
µήτε σκύβω σε θεούς,
γνωριµιά µου εσύ και πίστη!
Πήρα αράδα τους ναούς,
 
γύµνωσα το εικονοστάσι
βέβηλα και το βωµό,
λείψαν’ άγια, τίµια ξύλα,
κάθε πρόσφορο ιερό,
 
δισκοπότηρα, λαµπάδες,
όλα τ’ άγια της καρδιάς,
όλα στα ’ριξα σαν άνθια,
για να τα πατάς!
 
…Είπα, κι άκουσες, και γέρνεις...
Τρισαλιά µου, ω τρισαλιά,
στο σκολειό της αγκαλιάς σου
µ’ όλα τα φιλιά!
 
Περδικόστηθη Tσιγγάνα,
ω µαγεύτρα, που µιλείς
τα µεσάνυχτα προς τ’ άστρα
γλώσσα προσταγής!
 
Στα µεστά στα νικηφόρα
στήθια σου ηύρα µοναχά
της γυναίκας την απάτη
και της σάρκας τη σκλαβιά,
 
κι αχαµνή πλανεύτρα αγάπη
κι έν' αρρωστηµένο φως
και το λίγωµα που λιώνει
το κορµί του καθενός.
 
Μέσα µου κι αν να σαλεύει
άκουα κάτι σα φτερό,
µε τ’ αντρίκεια σου τα χέρια
σύντριψες και το φτερό.
 
Ω που αγνάντια και µακριά µου
τα µεσάνυχτα µιλείς
προς τ' αστέρια, προς τα πάντα
γλώσσα προσταγής.
 
Κι όντας µες στην αγκαλιά σου
σφιχτοκλείς µε ερωτική,
ω γυναίκα, εσύ, σαν όλες,
ψεύτρα, σκλάβα! Ποια είσ’ εσύ;...