Ο Λάμπρος/Τα δύο αδέλφια

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ὁ Λάμπρος
Συγγραφέας: Διονύσιος Σολωμός
Τὰ δύο ἀδέλφια
ΤΡΑΓΟΥΔΙ


18.
Ὁμοίως τ' ἀγγελούδια,
Ἀνέσπερα ἀστέρια,
Τοῦ Πλάστη ἀπ' τὰ χέρια,
Ἐβγαῖναν λαμπρά.

Κ' ἐφώναξαν· χαῖρε,
Νεοφώτιστο θᾶμα!
Κ' ἐδένοντο ἀντάμα
Μὲ τὴν ἀγκαλιά.

Καὶ τ' ἄνθη ἀπ' τὰ δέντρα
Ξεπέφτουν, ἰδές τα,
Παράπολυ ἡ ζέστα
Τοῦ ἡλιοῦ τὰ βαρεῖ.

Ξεπέφτουν ἀνάμεσα
'Σ τὰ χόρτα τοῦ τόπου,
Ὡς πέφτει τοῦ ἀνθρώπου
Τοῦ μαύρου ἡ ζωή.

Ἡ Αὐγοῦλα ποῦ νά ναι;
Κοντεύει τὸ βράδυ,
Ποῦ μαῦρο σκοτάδι
Ξαπλώνει 'ς τὴ γῆ.

Πηγαίνει ἐκεῖ ποῦ ναι
Ψηλὸ κυπαρίσσι,
Πηγαίνει 'ς τὴ βρύση·
Δὲν εἶναι οὐδ' ἐκεῖ.

'Σ τ' ἁλῶνι, 'ς τ' ἀμπέλι,
'Στὸ δρόμο κυττάζει,
Καὶ τέλος φωνάζει·
Αὐγοῦλα μου, Αὐγή!

«Αὐγή μου» συχνότατα
Τοῦ βγῆκε ἀπ' τὰ στήθη,
Καὶ «Αὐγή μου» ἀπεκρίθη
Μία ἄλλη φωνή.

Πῶς εἶν' τῆς Αυγοῦλας
Ὁ Ἀνθὸς ἐστοχάσθη,
Καὶ πρόθυμα ἐβιάσθη
Κατὰ τὴν Αὐγή.

Ἐγύρευε ἀνήσυχος,
Ὡσὰν περιστέρι,
Γιὰ νἂβρῃ τὸ ταῖρι,
Καὶ δὲν τοῦ βολεῖ.

Καὶ τρέχει, καὶ τρέχει
Παντοῦ νὰ κυττάξῃ,
Καὶ δίχως νὰ κράξῃ
Δὲ μνέσκει στιγμή.

'Στὸ μάτι μακρόθεν
Ὁ τοῖχος ἀσπρίζει,
Καὶ γύρω του ἀνθίζει
Ἡ δάφνη, ἡ μυρτιά.

Ἁλλὰ ἄνανθη κλαίει,
Ὀμπρὸς εἰς τὴ θύρα,
Τοῦ ἀνθρώπου ἡ μοῖρα
Κλωνόγυρτη ἐτιά.

Τὴν εἶδε προβαίνοντας
'Στὴ μέση, κ' ἐφώναξε·
«Αὐγοῦλα μου, ἐτρόμαξε
Ὁ Ἀνθός σου πολύ.»

Ἐτοῦτα λαλῶντας,
Κοντά της πηγαίνει·
Ἡ Αὐγοῦλα σωπαίνει,
Καὶ δὲν τοῦ μιλεῖ.

Προσκέφαλο κόκκινο
Τῆς κεῖται ἀποκάτου,
Κρεβάτι θανάτου
Στενό καὶ πικρό·

Θανάτου στεφάνι
Τριγύρου 'ς τὴν κόμη·
Εἶν' ὄμορφη ἀκόμη
'Σ τὴν ὄψη πολύ.

Ὁ ἄγγελος ἴσως,
Ποῦ παίρνει τὸ μίλημα,
Τῆς πῆρε μὲ φίλημα
Γλυκὸ τὴν ψυχή·

Γιατὶ ἔχει χαμόγελο
Ἀκόμη 'ς τὸ στόμα,
Ποῦ λὲς καὶ 'ς τὸ χῶμα
Δὲν πρέπει νὰ μπῇ.

Δὲν εἶν' πεθαμένη·
Τὴν ὄψη τηρᾶτε
Κοιμᾶται, κοιμᾶται,
Εἰς ὕπνο βαθύ.

Ἀνήσυχου ὀνείρου
Τρομάρα, μαυρίλα,
'Σ τὰ χέρια, 'ς τὰ χεῖλα,
Τὰ χρώματα σβυεῖ.

Τὴ γύρευε τόσο,
Καὶ τέλος τὴ βρέσκει
Ἀκίνητος μνέσκει
Γιὰ νὰ τὴ θωρῇ.

(Καθίζει εἰς τὸ προσκέφαλο σιμὰ 'ς τὴν Αὐγοῦλα)

Ἀθώα πεταλοῦδα,
'Σ τῆς κάψας τὴ λαύρα,
Γυρεύει μιὰν αὔρα
Γιὰ νὰ δροσισθῇ·

Κ' ἐκεῖ κατὰ τύχη
'Σὲ μνῆμα ἀκουμπάει.
Ποῦ ξάφνου φυσάει
Μία αὔρα γλυκή·

Τὸ φύσημα αἰσθάνεται,
Ποῦ στέλνει τ' ἀέρι,
Κ' ἡ ἀθώα δὲν ἠξέρει
Ποῦ κάθεται, ποῦ.

«Ψυχή μου» τὴν κράζει
Τὸ ἀνήλικο στόμα·
Δὲν ξέρει τὸ σῶμα
Πῶς εἶναι νεκρό·

Πῶς εἶν' εἰς τὸν τόπο.
Ποῦ δρόμο δὲν ἔχει
Λαμπρὰ νὰ μὴν τρέχῃ
Λευκότατο φῶς.

Γλυκόφωνο σήμαντρο,
Ποῦ κράζει ἀπ' τὸ σπίτι
Τὸν γέρον ἐρμίτη
Νὰ πῇ τὸ στερνό·

Ὦ σήμαντρο, ὁπότε
Καλεῖς εἰς τὸ μυρι-
στικὸ πανηγύρι,
Ἡ ἠχώ σου τερπνή·

Ἀλλ' ὅποτε, ὦ σήμαντρο,
Πεθαίνουν ἀθῶοι,
Κι' ἀργὸ μυρολόϊ
Ἀρχίζεις, - πικρή

Τὸν ἦχο ποῦ τώρα
Σὺ κάνεις, μὴν πάψῃς·
Ἀλλ' ἄργειε νὰ κλάψῃς
Ἀνθρώπου θανή·

Κ' ἐγὼ θέλει παρα-
καλέσω τὴ φύση,
Νὰ μὴ σὲ γκρεμίσῃ
Σεισμοῦ ταραχή·

Τοῦ Ἑσπέρου τὴν λάμψη,
Θωρῶ νὰ προβάλῃ
'Σ τὴν ἔρμην ἀγκάλη
Ψηλὰ τ' οὐρανοῦ.

Κ' ἐκεῖ 'ς τοῦ θανάτου
Τ'ς Αὐγούλας κρεβάτι,
Συρίζει δροσάτη
Πνοὴ τοῦ βραδιοῦ,

Καὶ τ' ἄνθη ἀπ' τὸ σῶμα
Τ'ς Αὐγῆς ἐσκορποῦσε,
Τὴν κόμη κινοῦσε
Τ'ς Αὐγῆς καὶ τ' Ἀνθοῦ.

Τῆς παίρνει μὲ χάρι
Ἀργὸ τὸ στεφάνι,
Τὸ βάνει, τὸ βγάνει
Ἀπ' τὴν κεφαλή.

«Ἡ μέρα βραδυάζει·
»Αὐγοῦλα, πηγαίνω·
»Κοντά σου πεθαίνω
»Ἄν μείνω μ' ἐσέ·

«Αὐγοῦλα, ἄν δὲν ἔλθῃς,
»Γιὰ πάντα σὲ αρνοῦμαι·
»Φοβοῦμαι, φοβοῦμαι,
»Μὴν ἔβγουν νεκροί.

«Αὐγοῦλα, γὶα ξύπνα,
»Γιὰ ξύπνα, κι' ἄν λάχῃ
»Καὶ σ' εὕρουν μονάχη,
»Πεθαίνεις καὶ σύ.»

'Στὴ μάννα παγαίνει
Τὴ βρέσκει μονάχη
Καὶ «Μάννα» τῆς λέει,
«Μὴν κλαῖς, ποῦ μαι ἑδῶ.

»Ἡ Αὐγοῦλα κοιμᾶται,
»Ἁλήθεια σοῦ λέω·
»Μὴν κλαῖς γιατὶ κλαίω,
»Μαννοῦλα, κ' ἐγὼ·

«Ἰδοῦ τὸ στεφάνι·
»Μὴν γέρνῃς 'ς τὴν ἄλλη
»Μεριὰ τὸ κεφάλι,
»Τὰ μάτια μὴν κλειῇς·

«Σ' τ' ἀφίνω 'ς τὰ γόνατα,
»Κι' ἀκόμα ἄν αργήσῃ
»Ἡ Αὐγὴ νὰ ξυπνήσῃ,
»Ἐμὲ τὸ φορεῖς».