Μύθος 96: Αλώπηξ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αλώπηξ
Συγγραφέας: Παναγιώτης Σούτσος
Απόδοση του αισώπειου μύθου Αλώπηξ προ μορμολύκειον.


Πολλοὶ νέοι ἐπαινοῦνται
καμαρόνουν καὶ κουνιοῦνται,
ἕτοιμοι καὶ νὰ πνιγῶσι
Νάρκισσοι 'ς τὸν ποταμὸν,
καὶ τὴν χάριν ν' ἀσπασθῶσι
τῶν ὡραίων των λαιμῶν,
ἐν' ᾧ νοῦς τὸν ἄνδρα πρέπει
νοῦς ἐξέχων νὰ διέπῃ,
καὶ ἡρωϊκὴ ψυχὴ,
καὶ σοφία καὶ οὐχὶ
γυναικεία ὡραιότης
ματαιότης καὶ κουφότης!
Νά! τί ἔγινεν ὦ νέοι
ξανθομύστακες ὡραῖοι!

Ἀλεποῦ, χθὲς πονηρὰ
ἡ τοῦ μύθου μου κυρὰ,
πῆγεν σ' ἕνα ἐργαστήρι,
ὅπου ὅλους εἶχαν σύρει
κεφαλαὶ ξυλογλυμμέναι
κ' ἔντεχνα ζωγραφισμέναι.
Ἐσταμάτησεν εἰς μίαν
καλλιμόρφου νεανίου
ὅλην ὅλην ἁρμονίαν·
ἦτον τοῦ Βελβεδερίου
ὁ ἐξαίσιος Ἀπόλλων,
καὶ αὐτοῦ τὸ κάλλος ὅλον·
ἀλλ' αὐτὴ δὲν ἐκινεῖτο
καὶ ζωὴν,
καὶ πνοὴν,
νοῦν καὶ γλώσσαν ἐστερεῖτο·
λοιπὸν γέλασε πολὺ
καὶ νοήσασα τί τρέχει,
εἶπε «ποία κεφαλὴ
καὶ ἐγκέφαλον οὑκ ἔχει!»