Μύθος 73: Αλώπηξ και πάρδαλις

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αλώπηξ και πάρδαλις
Συγγραφέας: Παναγιώτης Σούτσος
Απόδοση του αισώπειου μύθου Αλώπηξ και πάρδαλις.


Ἡ ἀλώπηξ περὶ κάλλους
καὶ ἡ πάρδαλις μεγάλους
λόγους εἶχον καὶ δριμείας
'ς τὸν δρυμὸν φιλονεικίας.

Ἔδειχνε τὴν εὐμορφίαν
ἔδειχνε τὴν ἁρμονίαν
τῶν χρυσῶν του τὸ θηρίον
κύκλων καὶ ἡμικυκλίων.

Ἡ ἀλώπηξ ἀπεκρίθη
«καὶ ἂν ἦσαι εἰς τὰ στήθη
καὶ ἂν ἦσαι εἰς τὴν πλάτην
τὴν ξανθὴν καὶ λαμπροτάτην
τάπης πορφυροβαμμένος
κ' ἔντεχνα πεποικιλμένος,
εἰς τὴν φρένα, εἰς τὰ χείλη
πλέον εἶμ' ἐγὼ ποικίλη·
καὶ αὐτὸ ἂν οὕτως ἔχῃ,
πᾶν σου κάλλος ὑπερέχει.»
«Τ' ὄνομά σου δὲν γνωρίζει
γεννητὴ τῆς γῆς ψυχὴ,
κι' ἂν πορφύρα σὲ στολίζει
πουθενὰ δὲν ἀντηχεῖ·
τ' ὄνομά μου ὅμως τρέχει εἰς τὰ στόματα τοῦ πλήθους,
καὶ ὁ Αἴσωπος τὸ ἔχει
πιπεριάν του εἰς τοὺς μύθους».

Ἐπιμύθιον.
Καὶ τοῦ σώματος τὸ κάλλος
εἶναί τι, καὶ ἂν δὲν μένῃ·
τῆς ψυχῆς ὁ κόσμος ἄλλος
πᾶν τι κάλλος ὑπερβαίνει.