Μύθος 14: Μύρμηγξ και πέρδιξ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μύρμηγξ και πέρδιξ
Συγγραφέας: Παναγιώτης Σούτσος
Απόδοση του αισώπειου μύθου Μύρμηγξ και περιστερά.


Ἀπὸ ἄνεμον ἐσπάρη
μύρμηγξ εἰς τὸν ποταμὸν,
κ' ἐκινδύνευε νὰ πάρῃ
Πονιατόφσκου τὸν πνιγμὸν,
ὅστις παῖς τῆς Πολλωνίας
καὶ τῶν Γάλλων στρατηγὸς
πικρὰ ἔξω τῆς Λειψίας
νερὰ ἔπιε Στυγός.
Εἰς τὴν ὄχθην κελαδοῦσα
εἶχε πέρδιξ τὸν ἰδεῖ
καὶ εἰς τοῦτον, συμπαθοῦσα
μύρτου ἔῤῥιψε κλαδί·
εἰς τὸ βάρος ἑνὸς φύλλου
ὁ πνιγμένος ἀκουμβᾷ,
καὶ κολυμβητὴς τῆς Δήλου
πρὸς τὴν ὄχθην κολυμβᾷ·
καὶ ἀπὸ εὐγνωμοσύνην
πρὸς τὴν πέρδικα, ἐκεῖ
ἀντικρύ της 'ς τὴν μιρσίνην
θέλησε νὰ κατοικῇ.
Ἦλθε νὰ τὴν σημαδεύση
κυνηγός τις τὸ πρωΐ
κ' ἔμελλε νὰ τὴν φονεύσῃ·
εἰς τὸ νῦν δὲ καὶ ἀεὶ
νά! ὁ μύρμγξ νά! δαγγάνει
'ς τὰ γυμνὰ τὸν κυνηγὸν,
καὶ τὸ βόλι δὲν τὴν φθάνει
εἰς τὰ εὔκαιρα φυγόν.

Ἐπιμύθιον.
Κάμε ῥίπτε τὸ καλὸν
καὶ εἰς τὸν αἰγιαλόν
τὸ καλὸν δὲν χάνεται
μεταξὺ κακῶν πολλῶν,
ἢ ἐδῶ λαμβάνεται ἢ 'ς τὸν κόσμον τῶν καλῶν.