Μύθος 100: Η καρακάξα

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η καρακάξα
Συγγραφέας: Παναγιώτης Σούτσος
Απόδοση του αισώπειου μύθου Κολοιός και όρνεα.


Ποῖον τῶν κατορθωμάτων τοῦ Διὸς νὰ ἐξυμνήσω;
Ἐκ τοῦ πρώτου ἀς ἀρχίσω·
εἰς τὴν κάμινον τῆς Αἴτνας, ὅπου πῦρ παντοτεινὸν,
τὸν Ἐγκέλαδον ἐγκλείει καὶ τὸν θάπτει ζωντανόν·
ὁ ἀτμὸς μαυρίζει τώρα τὴν οὐράνιον αἰθρίαν
ὁ Τιτὰν ἂν πτερνισθῇ,
καὶ ἀνάποδα τὴν ὅλην ἐκεῖ βάλλει Σικελίαν
ἂν εἰς τ' ἄντρα του σεισθῇ.

Ποίαν ἀπὸ τὰς εἰκόνας τοῦ Διὸς νὰ ζωγραφίσω;
Δὲν ἀρκεῖ ὁ κάλαμός μου ὅπως καὶ ἂν τὸν γυρίσω·
τὸ ἀριστερόν του χέρι κυβερνᾷ τὸν οὐρανὸν,
ῥίπτει δὲ τὸ δεξιόν του εἰς τὴν γῆν τὸν κεραυνὸν,
καὶ τὴν κορυφὴν τῆς Ἴδας
κάμνει χαμηλὴν ὁ ποῦς του,
ὅπου οἱ Κορύβαντές του χαλκᾶς κρούοντες ἀσπίδας,
τοὺς βρεφώδεις εἰς τὸν Κρόνον ἀπεσκέπαζον κλαυθμούς του.

Ἀλλ' ὁ Ἄναξ τοῦ Ὀλύμπου εἶχε καὶ στιγμὰς γελοίας·
εἰς κακὴν ὁ Ζεὺς εὑρέθη χώνευσιν τῆς ἀμβροσίας,
κ' ἐπροκήρυξε πῶς μέλλει τῶν ὀρνέων βασιλέα
νὰ ἐκλέξῃ πᾶν τὸ ἔχον τὰ πτερὰ πολὺ ὡραῖα·
καὶ λοιπὸν οἱ μαῦροι γύπες ἔτρεχαν τὸν οὐρανὸν
ἄσπροι Νέρκισσοι φρονοῦντες πῶς νὰ ἦσαν τῶν πτηνῶν·
εἰς τῶν μεγαλειοτάτων νὰ καθήσῃ τὴν ἁράδα,
Δούκισσα νὰ γένῃ Πάρμας ἦλθε καὶ ἡ σουσουράδα.

Εἰς τὸν δίδοντα τοὺς θρόνους τὰ πτηνὰ πρὶν παραστῶσι,
θέλοντα στιλπνὰ καὶ λεῖα καὶ ὡραῖα νὰ δειχθῶσι,
ἀπεπλύνοντο εἰς ἕνα
ποταμὸν συναθροισμένα.
Βλέπουσα ἡ Καρακάξα τὴν πολλήν της ἀσχημίαν,
πλὴν πολὺ ὀρεγομένη καὶ αὐτὴ τὴν μοναρχίαν,
ὅσα ἔπεσαν ὡραῖα τῶν πτηνῶν ἐκεῖ πτερά,
'ς τὰ ἰσχνὰ καὶ δύσμορφά της τὰ ἐκόλλησε πλευρά.

Φόρεσε πτερὰ ταώνων,
κύκνων καὶ ἀλεκτρυόνων,
καὶ πτερὰ ἐρωδιῶν,
κ' ἔδραμε πρὸς τὸν Θεόν.

Πτηνὸν ἄγνωστον διόλου 'ς τὴν μεγαλειότητά του
ὁ Ζεὺς εἶδε καὶ νὰ τρίβῃ ἄρχισε τὰ ὄμματά του·
«Τί πτηνὸν εἶν' αὐτὸ! Εἶπε· ποτ' ἐγὼ τὸ εἶχα πλάσει
εἰς τὰ χρώματα τὴν Ἴριν αὐτὸ πάγει νὰ περάσῃ.»
Ἔπερνεν ἡ Καρακάξα τὸ βραβεῖον τοῦ Διὸς
ἂν δὲν ἔκραζαν «Ζεῦ στάσου. Καρακάξα! κολοιός!»

Τὰ πτηνὰ παρωργισμένα
καὶ δὲν ἅρπαζ' ἕνα να
τὸ οἰκεῖον του πτερὸν
ἀπ' ἐκείνης τὸ πλευρόν.

Ἐπιμύθιον.
Πτερὰ ξένα ἐνδυμένος καθεὶς δύναται στιγμὰς
ν' ἀπατήσῃ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ λάβῃ καὶ τιμάς.
Πλὴν μανθάνει τὸ ψευδές του μεγαλεῖον ὁ λαὸς,
καὶ ὁ κολοιὸς καὶ πάλιν ἀπομένει κολοιός.