Μια καλή ψυχή

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μιὰ καλὴ ψυχή
Συγγραφέας:


Ὦ κόσμε, ποῦ μὲ δέχτηκες,
γιὰ μὲ δὲν εἶσαι ξένος·
ἀπὸ τὴ γῆ σ' ἀγνάντευε
ὁ νοῦς μου ἐρωτεμένος·
ὅλα τῆς γῆς τὰ θέλγητρα
μὲ βλέμμα κρύο θωροῦσα,
μόνον στὰ κάλλη ἐζοῦσα
ποῦ μὤδειχνες ἐσύ.

Ὄχι, δὲν ἦταν ὄνειρο,
γλυκειὰ πλανήτρα ἐλπίδα·
ζῶ καὶ ἀναπνεύω ταὶς αὔραις σου
παντοτεινὴ πατρίδα.
Λάμψη χρυσή, ἀβασίλευτη
τριγύρω πλημμυρίζει·
μοσχοβολάει καὶ ἀνθίζει
τὸ ἀμάραντο κλαρί.

Ἀδέλφια, ποῦ στὸ μνῆμα σας
ἡ γῆ δακρύζει ἀκόμα,
ποῦ, σὰν ἀγγέλοι, ἐπήρετε
καθάριο φῶς γιὰ σῶμα,
ἀποδεχτῆτε, ἀνοίγοντας
τὸν κύκλο ποῦ σᾶς φένει,
κι' ἄλλη ψυχή, φτασμένη
ἀπὸ τὴ μαύρη γῆ.

Μὴ φύγῃ ἀπὸ τὴν ὄψη σας
ἡ οὐρανικὴ γαλήνη,
ἂν ἕνα πνεῦμα βλέπετε
δάκρυα θερμὰ νὰ χύνῃ.
Ἐδῶ πετώντας, ἄφηκα
στὴ γῆ τοὺς ποθητούς μου,
γι' αὐτὸ μὲ λύπη ὁ νοῦς μου
ξαναγυρίζει ἐκεῖ.

Καὶ πῶς, καὶ πῶς τὴν ὕστερη
στιγμὴ νὰ λησμονήσω,
σὰν τοῦ κορμιοῦ πολέμουνα
τὴ φυλακὴ ν' ἀφήσω;
Ἄχ! τὰ παιδιά μου βλέποντας,
γιὰ τ' οὐρανοῦ τὸ δρόμο
ἄκουα βαρυὰ στὸν ὦμο
τὰ ὁλάνοιχτα φτερά.

Στὴ φλόγα τῆς ἀγάπης του
τότε ὁ Θεὸς μ' ἀνάβει·
τοῦ κόσμου κάθε μέριμνα
'ς ἐμὲ γιὰ λίγο παύει.
Φεύγω – καὶ ἀκούω τὰ τέκνα μου
ποῦ ἀπὸ τὸν κάτου ἀέρα:
Πατέρα μου! Πατέρα!
φωνάζουν θλιβερά.

Καὶ σεῖς δὲν ἀγροικήσετε
ὅμοια φωνή, τὴν ὥρα
ποῦ χάρη θεία σᾶς ἔφερε
μὲς τὴν αἰώνια χώρα;
Ἀγγέλων ὕμνοι ὁλόχαροι
ποτέ τους δὲ θὰ φτάσουν
ταὶς κλάψαινς νὰ σκεπάσουν
τῆς χήρας, τ' ὀρφανοῦ.

Δεμένος εἶναι ἀχώριστα
ὁ κόσμος μὲ τὸν Ἅδη.
Ἄνθια οὶ καλοὶ στὰ μνήματα
σκορποῦνε αὐγὴ καὶ βράδυ·
κ' ἐμεῖς διαλέμε, πλέκομε
στὸν οὐρανὸ γιὰ ἐκείνους
τριαντάφυλλα καὶ κρίνους
τ' ἀθάνατου Ἀπριλιοῦ.

'Σ αὐτὸν ὁποῦ μᾶς γλύκανε
τοῦ Χάρου τὸν ἀγῶνα,
νὰ κλίνω, ἀδέλφια, πάρτε με
καὶ μέτωπο καὶ γόνα.
Ὅπου ψυχαὶς περίλυπαις
ἔχει στὸν κόσμο ἀφήσει,
μαζί μου ἂς γονατίσῃ
στὸ θρόνο του ὀμπροστά!

- Σύ, ποῦ γιὰ μᾶς ἀνθρώπινη
σάρκα εἶχες πάρει κ' αἷμα,
στ' ἀγαπημένα πλάσματα
γῦρε γλυκὰ τὸ βλέμμα,
νὰ λάμψῃ ἐκεῖ στὸ πέλαγο
τοῦ κόσμου, σὰν ἀστέρι,
καὶ ἀγάλια νὰ τὰ φέρῃ
στὴ θείαν ἀκρογιαλιά.