Μάγκας/Κεφάλαιο ΣΤ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάγκας
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
ΣΤ'. Το σπίτι μας


Πριν τελειώσει η εβδομάδα είχα μάθει τα κατατόπια όλα του σπιτιού και είχα γίνει φίλος με όλους, ακόμα και με τον κυρ-Θανάση το μάγειρα. Στην αρχή ήταν δύσκολες οι σχέσεις μας. Όχι πως ήταν κακός άνθρωπος. Κάθε άλλο. Μάλιστα όταν μ' απαντούσε στο περιβόλι, μου έδειχνε πάντα πολύ φιλικές διαθέσεις, και κάποτε μου έφερνε και κανένα κόκαλο. Αλίμονο μου όμως αν πατούσα στην κουζίνα, την ώρα που ήταν και αυτός μέσα! Κατσαρόλες, τεντζερέδες, κουτάλες, καρέγλες, τσιμπίδες, λες και συμμαχούσαν μαζί του για να με σκοτώσουν. Μόλις μ' έβλεπαν, από ράφια, τραπέζια και γωνιές, όλα τ' άψυχα ξαφνικά χίμιζαν και διέσχιζαν τον αέρα, για να καταλήξουν όλα στο ίδιο σημείο, το δύστυχο το κεφάλι μου. Αποφάσισα πως θέση για τους δυο μας συγχρόνως δεν έχει η κουζίνα. Ή αυτός πρέπει να είναι κει ή εγώ.

Κι επειδή σ' αυτά τα πράματα δε βάζω φιλότιμο, αποφάσισα να μην πατώ στο βασίλειο του, παρά μόνο όταν έλειπε αυτός. Και αφού ήταν άγγελος στο περιβόλι και διάβολος στην κουζίνα του, σα φρόνιμος που είμαι, έκανα με τρόπο να μην τον συναντώ παρά στις αγγελικές του ώρες, δηλαδή στο περιβόλι. Όλοι οι άλλοι με ανέχουνταν και μ' αγαπούσαν στην κουζίνα. Η κερα-Μαρία, η παραμαγείρισσα, όπου κανένα καλό κομμάτι κρέας ή κοκαλάκι, μου το περνούσε. Η νόστιμη Μαριγώ, ο φίλος μου ο Σωτήρης, ο Εγγλέζος ο αμαξάς και ο Έλληνας παραμαξάς, η ράφτρα η Ευαγγελιώ, η σιδερώτρα η κερα-Ρήνη, όλοι ήταν φίλοι μου και με όλους τα είχα καλά. Ιδιαίτερη όμως και βαθιά αγάπη είχα για τον Βασίλη τον περιβολάρη.

Καλός άνθρωπος και ήσυχος ήταν ο Βασίλης, με τα καστανά σκιερά μάτια του κάτω από τα μαύρα φρύδια και τ' άσπρα του μαλλιά. Όλη μέρα δούλευε στο περιβόλι, και τόβαζε φιλότιμο να βγάζει τα περισσότερα και εκλεκτότερα λουλούδια και λαχανικά της Αλεξάνδρειας. Γλυκομίλητος όσο και λιγόλογος, ήταν πολύ καλός και υπομονετικός με τους δύο αράπηδες βοηθούς του. Αλλ' απέφευγε τις συντροφιές. Και οι άλλοι υπηρέτες, αν και τον σέβονταν, τον έλεγαν «μονόχνωτο» και «βαρύ».

Πικρό λόγο όμως από κείνον κανένας δεν είχε ακούσει. Κι έτσι χωρίς σχόλια και συζητήσεις, τον άφηναν στη μοναξιά του. Εγώ τον αγάπησα αμέσως και πολύ.

Πολλές φορές, καθισμένος σε καμιάν αναποδογυρισμένη γλάστρα, με χάιδευε σιωπηλά, και αργά - αργά τραβούσε τ' αυτιά μου, κοιτάζοντας μπροστά του χωρίς να μοιάζει να βλέπει, τα μάτια φορτωμένα λύπη και σκέψη. Οι άλλοι απορούσαν. Εγώ ποτέ. Ήξερα πως έχει μια βαθιά λύπη. Την ένιωθα και την αγαπούσα χωρίς να τη γνωρίζω. Και, μαζεμένος στα πόδια του, τον άφηνα να με χαϊδεύει. Και η ώρα περνούσε.

Γιατί εμείς τα ζώα, που μας νομίζουν οι άνθρωποι κουτά ή άκριτα επειδή δε μιλούμε, διαισθανόμαστε τη διάθεση εκείνου που αγαπούμε, πολύ καλύτερα από τους ίδιους τους ανθρώπους. Ξέρομε και διακρίνομε τη λύπη του. Και σα χώνομε τη μύτη μας μέσα στο χέρι του και τον κοιτάζομε στα μάτια, είναι ο τρόπος ο δικός μας να του λέμε: «Το ξέρω, το νιώθω πως έχεις λύπη στην καρδιά. Και σ' αγαπώ, γι' αυτό, διπλάσια, εγώ ο βουβός σου φίλος». Μιλώντας για τον Βασίλη, είπε μια μέρα ο κύριος Βασιωτάκης:

- Έχω την ιδέα πως ο άνθρωπος αυτός έχει κάποιο κρυφό δράμα στη ζωή του. Ποιος ξέρει ποιες φουρτούνες τον έριξαν στην Αίγυπτο, στο σπίτι μας εδώ, όπου τίμια δουλεύει και κερδίζει τη ζωή του...

Ήταν περίεργος άνθρωπος ο Βασίλης, και δεν έμοιαζε με τους άλλους υπηρέτες. Όλη μέρα δούλευε ακούραστα στο περιβόλι. Μα το βράδυ, όταν σκοτείνιαζε, αποτραβιούνταν στο σπιτάκι του, στην άκρη του περιβολιού, άναβε τη λάμπα του και διάβαζε για ώρες. Κάποτε, και αφού πια είχε σβήσει και το τελευταίο φως του σπιτιού, το δικό του παράθυρο έμενε φωτισμένο ακόμα. Είχε κι έναν εχθρό ο Βασίλης. Το Βούλγαρο γαλατά του σπιτιού.

Ποτέ δεν τους είχα δει να μαλώνουν. Μα όταν έφθανε το αμαξάκι με τους τενεκέδες γεμάτους γάλατα, και πηδούσε χάμω ο ξανθοκέφαλος, πλατομούρης γαλατάς, ο Βασίλης σκοτείνιαζε, έσφιγγε τις μασέλες του, αποτραβιούνταν, πήγαινε και κλείνουνταν στην κάμαρα του, και δεν ξαναφαίνουνταν παρά αφού είχε φύγει το αμαξάκι και αφού είχε χαθεί στην απόσταση ο ήχος του κουδουνιού που ήταν κρεμασμένο στη λαιμαριά του αλόγου. Με τ' αφεντικά μου όλα τα είχα λαμπρά. Όλοι με αγαπούσαν. Εγώ όμως έκανα διακρίσεις.

Αγαπούσα λ.χ. τον αφέντη μου, μα στέκουμουν μακριά από την κυρά μου. Τρελαίνουμουν τον Μήτσο, μα όχι τόσο τον Χρήστο. Και όμως με τον Χρήστο δεν είχα ποτέ παράπονο, εκτός που μου μιλούσε πάντα αγγλικά και που μ' έλεγε και καλά Σκαμπ. Ήταν σύντροφος του κυρίου Βασιωτάκη, αρκετά νεότερος του, κι εξάδελφος της κυράς μου. Το εξωτερικό του ήταν αγγλικό. Μιλούσε με σφιγμένα δόντια και ξένη προφορά. Γελούσε και περπατούσε σαν Άγγλος, απέφευγε τις χειρονομίες και είχε ύφος λίγο ακατάδεχτο. Είχε μεγαλώσει, λέει, και σπουδάσει στην Αγγλία, και θαύμαζε ό,τι ήταν αγγλικό και μόνο ό,τι ήταν αγγλικό. Πολύ όμορφος, ψηλός, λιγνός, πάντα καλοντυμένος κι ευγενής, ήταν όμως στεγνός. Και, κάπως επιδεικτικά, αγαπούσε, λέει, τα ζώα. Η οικογένεια του έμενε στην Αγγλία. Εκείνος, που κατοικούσε στην Αλεξάνδρεια, έρχουνταν συχνά στο σπίτι. Και τον αγαπούσαν τ' αφεντικά μου σα νάταν και αυτός του σπιτιού.

Μα άλλο πράμα ήταν ο Μήτσος, είκοσι χρονών παλικάρι, ανοιχτόκαρδος, απλός, ζωηρός, όλο γέλια, σφυρίγματα και τραγούδια. Μόλις άκουα τη φωνή του, έτρεχα όπου και αν ήταν και ρίχνουμουν απάνω του, χωρίς ποτέ να συλλογιστώ τα ρούχα του, αν είχα λάσπες ή σκόνη στα πόδια μου. Το εναντίον ήταν με την Εύα. Σαν την έβλεπα να προβαίνει, δεκαπέντε χρονών κοπέλα πια, η πρώτη μου σκέψη ήταν να τρέξω κοντά της. Και όμως πάντα σταματούσα στο δρόμο. Αν τύχαινε να περάσω πλάγι της και να έχω λίγη λάσπη στα πόδια, αμέσως κοντοστέκουνταν εκείνη, παραμέριζε τις φούστες της, και με αυστηρό τόνο μου έλεγε:

- Κάτω, Μάγκα, κάτω!

Γιατί «κάτω» αφού δεν έκανα για «απάνω»; Τόσο με θύμωνε αυτό το κορίτσι.

Και όμως την αγαπούσα χωρίς να το θέλω, σαν που αγαπούσα τον Βασίλη. Μ' άρεζε η λυγερή της κορμοστασιά, το σοβαρό της ύφος, τα καστανά της μαλλιά και η λαφριά της περπατησιά. Και σαν ξεχνούσε τα δεκαπέντε της χρόνια κι έτρεχε με τα μικρότερα της αδέλφια, δεν την πρόφθαινε κανένας. Όταν, πλυμένος και καθαρός, έμπαινα απροσκάλεστος στο σπίτι και την έβρισκα που διάβαζε ή που έραβε, μ' άρεζε να μαζεύομαι στα πόδια της. Και τότε αλήθεια ποτέ δε μ' έδιωχνε. Μάλιστα συχνά με χάιδευε, και αργά - αργά μου έτριβε το κεφάλι με την άκρη των δαχτύλων της. Και μ' άρεζε το χάδι της, ας ήταν και αφηρημένο. Παιχνίδια όμως μαζί της ποτέ δε γύρευα. Και αλίμονο μου αν έμπαινα στην κουζίνα, όταν έπλαθε κουλουράκια ή στοίβαζε μπακλαβά! Τελείωνε επίσης άσχημα η επίσκεψη μου, όπως και όταν προκαλούσα το θυμό του κυρ-Θανάση.

Άλλο γλέντι ήταν τα μικρά, ο Λουκάς μου ο αγαπημένος, το αγοροκόριτσο η Άννα και η σκιά της η Λίζα. Δυστυχώς είχαν μαθήματα!

Τι πράμα πάλι αυτό, τα παιδιά όλα της οικουμένης να περνούν, λέει, τις ομορφότερες ώρες της μέρας σκυμμένα στο τραπέζι, σπρώχνοντας πάνω σε χαρτί ένα ξυλαράκι με σιδερένια μύτη που το λένε πένα και τρίζει, ή διαβάζοντας κάτι μουντζουρωμένα χαρτιά που τα λένε βιβλία! Και την ώρα που φεγγοβολά ο ήλιος, και τα τριαντάφυλλα και οι κρίνοι, τα γιασεμιά και τα ζιμπούλια σε μεθούν με τη μυρωδιά τους, την ώρα που στη λάβρα του μεσημεριού χώνεσαι στη στέρνα ή ξαπλώνεσαι στη σκιά κανενός μεγάλου δέντρου όπου περνά τ' αεράκι, τα παιδιά «μελετούν», τα μάτια καρφωμένα στα μαύρα σημαδάκια του βιβλίου, τα δάχτυλα χωμένα μες στ' αυτιά τους, μην τύχει και ακούσουν το περιγέλιο των σπουργιτιών ή το γάβγισμα κανενός Μάγκα που τα καλεί να παραβγούν στους πήδους και στις κουτρουβάλες! Κακόμοιρα των ανθρώπων παιδιά!

Δάσκαλοι και δασκάλες, Μις και Ματμαζέλες διαδέχουνταν όλη μέρα ο ένας τον άλλο στο σπουδαστήριο, όπου, εκείνες τις ώρες, η πόρτα μου ήταν κλειστή. Όλους αυτούς τους αντιπαθούσα. Μα, πάνω απ' όλους, με την Ματμαζέλ τα είχα, αφότου μια μέρα μάς κουβάλησε ένα γατάκι, κι εγώ έφαγα ξύλο γιατί γύρεψα να το πνίξω. Και ήταν ένα γελοίο γατάκι, τόσο δα, μ' ένα τριανταφυλλί φιόγκο δεμένο στο λαιμό! Από κείνη την ημέρα, όπου και αν μ' έβλεπε, αυτή η κοντοστρόγγυλη Ματμαζέλ έβγαζε τις φωνές, τσίριζε, έκανε πως τρόμαζε, και όποιος βρίσκουνταν εκεί μ' έπιανε βιαστικά και με πετούσε έξω.

Και τη Μις δεν την αγαπούσα, όχι τόσο που ήταν κοκαλιάρα και είχε μεγάλα δόντια, αλλά γιατί, σαν την Ματμαζέλ μύριζε και αυτή ξενικά. Μη σας παραξενοφανεί αυτό που είπα. Εμείς οι σκύλοι είμαστε έτσι. Μας αρέσει η μυρωδιά του σπιτιού. Και από τη μυρωδιά αυτή ξέρομε το προσωπικό του σπιτιού, όσο και τ' αφεντικά, και ποτέ δεν τους δαγκάνομε. Ενώ τους ξένους, που μας ενοχλεί η μυρωδιά τους, τους φοβερίζομε με τα δόντια μας. Γι' αυτό παρατηρήσετε πως σπανίως αγριεύομε σε συγγενείς του σπιτιού, και ας έρχονται και απέξω. Σαν τους πρωτοδούμε, θα ρουθουνίσομε μια - δυο φορές και θα τους καταλάβομε, από τη μυρωδιά, πως είναι από το ίδιο σόι με τ' αφεντικά μας. Αυτό όμως δε μας υποχρεώνει και να τους αγαπούμε όλους τους συγγενείς. Απόδειξη ο Βρασίδας.

Η κυρία Βασιωτάκη είχε μίαν αδελφή, την κυρία Σαρδελίδη. Ο άντρας της ήταν δικηγόρος και κατοικούσε στη γειτονιά μας. Ώστε συχνά η οικογένεια ολόκληρη κουβαλιούνταν ακάλεστη σε μας. Η κυρία Σαρδελίδη ήταν ασήμαντη γυναικούλα, χωρίς κακία ούτε μεγάλη καλοσύνη, προπάντων χωρίς πνεύμα. Ήταν ένα από κείνα τα σβησμένα όντα που, είτε ζουν είτε δε ζουν, το ίδιο κάνει. Είχε όμως έναν άντρα κι ένα γιο που μετρούσαν ο καθένας για δέκα.

Πιο δυσάρεστο άνθρωπο από τον κύριο Σαρδελίδη δεν ξαναείδα. Ήταν μακρύς - μακρύς και λιγνός, με μεγάλη κρεμαστή μύτη και δόντια πεταμένα, βουλωμένα με χρυσάφι, έτοιμα θάλεγες να δαγκάσουν. Τις πέντε - δέκα τρίχες που του έμεναν ακόμα στο κεφάλι, τις άφηνε να μακραίνουν, να μακραίνουν, και σα γέφυρες τις περνούσε από πάνω από τη φαλάκρα του και τις κολλούσε στην αντίθετη μεριά. Φωνακλάς, πολυλογάς, καβγατζής, επιτηδεμένος στην ομιλία του, δεν μπορούσε να πει μια λέξη χωρίς να της κολλήσει και από δύο επίθετα. Όλα τα ήξερε. Και τη γνώμη του εννοούσε να την επιβάλλει σε όλους. Τον έλεγαν Αμπρουζή. Μα τ' όνομα του δεν του φαίνουνταν αρκετά εξευγενισμένο. Και η γυναίκα του, που έκανε ό,τι της πρόσταζε, τον έλεγε επιδεικτικά «Αμβρόσιο». Ο γιός της ήταν επιτυχημένο ομοίωμα του πατέρα του, μόνο που ήταν παχύς, πλαδαρός, με ρούχα πάντα λεκιασμένα και χέρια άπλυτα. Αυτός ήταν ο Βρασίδας.

Κανένας δεν τους αγαπούσε στο σπίτι μας, μα όλοι αναγκάζουνταν να τους υποφέρουν για χατήρι της κυρίας Βασιωτάκη που αγαπούσε πολύ την αδελφή της. Ήταν τόσο καλή η κυρία Βασιωτάκη. Αγαπούσε όλο τον κόσμο, και περιποιούνταν όλους όσους έρχουνταν στο σπίτι. Ακόμα και τον ανυπόφορο σιορ-Αμπρουζή τον υπέφερε με καρτερία, σχεδόν με αγάπη.

Κανενός χατήρι δε χαλούσε ποτέ η καλή κυρία Βασιωτάκη, προπάντων του αντρός της. Κι εκεί σκόνταφτε κάποτε, όταν ήταν στη μέση ο σιορ-Αμπρουζής. Εμένα με ανέχουνταν υπομονητικά, με καλοσύνη. Ξέροντας πόσο ο αφέντης μου αγαπούσε τα ζώα, με άφηνε να μπαίνω στο σπίτι της χωρίς να πολυπαραπονιέται, αρκεί να ήμουν καθαρός. Πάντα όμως το αντιπαθούσε, καθώς αντιπαθούσε κάθε πράμα που μπορούσε να φέρει μεγάλη ή μικρή αταξία στο νοικοκυριό της. Το ήξερε ο σιορ-Αμπρουζής και όλο γύρευε να βάζει ζιζάνια.

- Αδελφή Μαρίνα, της έλεγε, πώς ανέχεσαι σκύλους εις την αίθουσάν σου, συ η τυπική, η καθαρά οικοκυρά; Δεν φοβείσαι τα βλαβερά κι επικίνδυνα μικρόβια, τα οποία κρύπτονται εις το ακάθαρτον και βρωμερόν στόμα του; Έπειτα, τα πολυάριθμα και πολυπληθή έντομα, τα οποία μεταφέρει εις το πυκνόν και δασύ τρίχωμα του, θα μολύνουν τους περιποιημένους τάπητας σου.

- Τι να σου κάνω, καημένε Αμπρουζή, αφού έτσι το θέλει ο Γιώργος; απαντούσε με το αγαθό της χαμόγελο η κυρία Βασιωτάκη. Του το λέγω κι εγώ μα δε μ' ακούει.

- Εάν ή μην εγώ εις την θέσιν σου, θα έλεγα του συζύγου μου... άρχιζε ο σιορ-Αμπρουζής.

Και στη σειρά αράδιαζε όλες τις θεωρίες, τις γνωστές και άγνωστες, για ν' αποδείξει πόσο βλαβερή για την υγεία των ανθρώπων είναι η παρουσία των ζώων σ' ένα σπίτι. Ουφ! Πώς τον αντιπαθούσα.

Και τα παιδιά τον αντιπαθούσαν άλλο τόσο. Κάθε λίγο γίνουνταν αυτός αιτία να τα μαλώνουν. Μόλις τον έβλεπαν από μακριά να καταφθάνει, αν ήταν στο περιβόλι, έτρεχαν να κρυφθούν. Αλίμονο αν πρόφθαινε να δει στην ποδιά τους λίγο χώμα! Και είχαν πάντα χώματα στις ποδιές τους τα παιδιά. Γι' αυτό και τις φορούσαν, όπως είπε φουρκισμένη η Εύα μια μέρα που ο σιορ-Αμπρουζής στάθηκε αιτία να ξεσπάσει θύελλα στο σπίτι. Είχε κλειστεί η Λίζα μαζί μου σε μια κλούβα του ορνιθαριού και μάζευε τ' αυγά από τις φωλιές. Η Άννα, που ήθελε και αυτή να μπει στην κλούβα, θύμωσε που είχε μείνει απέξω, άναψε, τίναξε τη συρματένια πόρτα, δεν μπόρεσε όμως να την ανοίξει, και φουρκισμένη μάζεψε πετραδάκια και τα έριξε της Λίζας από μέσα από τα σύρματα. Η Λίζα, πολύ ξανθή, λίγο ξεθωριασμένη, λίγο φοβιτσιάρα, χωρίς πρωτοβουλία και θέληση, ήταν εντελώς υποταγμένη στην καστανή, ορμητική και θυμοτσάρα Άννα, που την όριζε με το παλιοπάπουτσο της, αλλά και τη διαφέντευε με φούρια, με πάθος, κάθε φορά που έκανε κανένας να πειράξει τη δίδυμη αδελφή της.

- Άνοιξε μου! Αμέσως άνοιξε μου! φώναξε η Άννα, σείοντας με ορμή την πόρτα.

Τρόμαξε η Λίζα, και μαζεύοντας τ' αυγά στην ποδιά της, προσπάθησε ν' ανοίξει. Μα με τις βίαιες προσπάθειες της Άννας, η συρματένια πόρτα είχε σκεβρώσει, και ούτε ν' ανοίξει ούτε να κουνήσει πια δεν μπορούσε. Ώστε ούτε η Άννα μπορούσε να μπει ούτε η Λίζα να βγει. Τότε τα χρειάστηκαν οι δυο μικρές. Να φωνάξουν δεν τολμούσαν, γιατί η κυρία Βασιωτάκη τους είχε απαγορεύσει ν' ανακατώνονται στο μάζωμα των αυγών. Και ο Λουκάς, ο φυσικός τους προστάτης, δε βρίσκουνταν εκεί. Η Λίζα σαν πάντα άρχισε να κλαίγει. Μα η Άννα, που δεν τα έχανε εύκολα, γύρεψε και βρήκε μια λύση.

- Είσαι μικρή και λιγνή, είπε της αδελφής της. Βάλε πίσω στις φωλιές τ' αυγά, και χώσου στην τρύπα του τοίχου απ' όπου βγαίνουν οι κότες.

Η τρύπα αυτή, στην επιφάνεια της γης, έκλεινε μ' ένα σιδερένιο πορτάκι. Το άνοιξε η Άννα και βγήκα εγώ ευθύς. Μα η Λίζα δε χωρούσε να περάσει. Κλάματα πάλι και απελπισίες της Λίζας.

Βρέθηκε κει ένα τσαπί. Το πήρε η Άννα κι έσκαψε το χώμα αρκετά, ώστε να περάσει το κεφάλι και ύστερα οι ώμοι της Λίζας. Τότε την τράβηξε η Άννα, έσπρωξε η Λίζα με τα πόδια, και τέλος βγήκε.

Σε τι χάλια όμως, το φαντάζεστε. Πρόσωπο, μαλλιά, ρούχα, πόδια, όλα ήταν ένα χωματοβούνι. Σ' αυτή την κατάσταση βγήκαμε από το κοτέτσι, τη στιγμή που περνούσε ο σιορ-Αμπρουζής που πήγαινε στο σπίτι! Φυσικά, πρώτη του δουλειά ήταν να βγάλει τις φωνές. Τον άκουσε η Εύα που διάβαζε κάτω από μια πέργολα, κι έτρεξε να σώσει τις αδελφές της.

- Καλά, καλά, θείε, μη φωνάζετε, όλα θα διορθωθούν, του είπε ήσυχα, τινάζοντας τις σκόνες από τα ρούχα των αδελφών της.

Μα είδα το πρόσωπο της πως χλώμιασε, πως περίμενε καταστροφές. Ξεκούμπωσε τις ποδιές, και, κάνοντας τις δέμα, πήρε τις αδελφές της κατά την πίσω πόρτα του σπιτιού.

- Ανόητες, ανόητες και κουτούτσικες! ψιθύρισε θυμωμένη. Δεν ξέρατε να με φωνάξετε;...

Η Λίζα έκλαιγε, ποτάμια λάσπη. Η Άννα δεν έκλαιγε, μα είχε χάσει το στρατηγικό της ύφος και όλη την προστακτική της επιβολή. Στο υπόγειο σα μπήκαμε, έγδυσε η Εύα τις δίδυμες, τους έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες, έκανε νόημα της κερα-Ρήνης να μη μιλήσει, αλλά να πάρει τα λεκιασμένα ρούχα, και με τα μεσοφόρια τους και τα γυμνά τους πόδια, ανέβασε τρεχάτες τις μικρές στο τρίτο πάτωμα, όπου ήταν των παιδιών οι κάμαρες, και τις πήγε ίσια στο λουτρό. Εγώ κάθησα απέξω και περίμενα. Μα δεν πέρασαν λίγα λεπτά και ακούστηκε η θυμωμένη φωνή της κυρίας Βασιωτάκη:

- Άννα! Λίζα! Πού είστε; Και αμέσως ύστερα:

- Εύα! Εύα!

Τα νερά έτρεχαν στο λουτρό άφθονα. Μα το προετοιμασμένο αυτί της Εύας άκουσε το φώναγμα της μητέρας της. Κατακόκκινη και φουρκισμένη βγήκε έξω.

- Ναι, Μητέρα! αποκρίθηκε τάχα αδιάφορη.

- Να έλθουν κάτω οι δυό μικρές, αμέσως.

- Μητέρα! Λερώθηκαν λίγο και τις λούζω. Θα σου τις φέρω αμέσως σα ντυθούν.

- Γιατί λερώθηκαν; Με τίνος άδεια πήγαν στο κοτέτσι; Κατέβασε τες το ταχύτερο! διέταξε η θυμωμένη φωνή της κυρίας Βασιωτάκη.

- Ναι, Μητέρα, αμέσως.

Και ξαναμπήκε στο λουτρό η Εύα.

- Τα πρόφθασε κιόλα ο σιορ-Αμπρουζής... είπε, παραβλέποντας στη φούρκα της και το στοιχειωδέστερο ακόμα σεβασμό προς το φαλακρό θείο της. Έχετε ν' ακούσετε τώρα, κουτά παιδιά...

Έκλεισε την πόρτα, και δεν άκουσα το τέλος, τι τους έψαλε. Σα βγήκαν όμως οι δίδυμες παστρικοντυμένες, με μουσκεμένα ακόμα τα καλοβρουτσισμένα τους μαλλιά, ήταν μαζεμένες σα λαδοπεριχυμένα ποντίκια. Και κατέβηκαν.

Ήταν στο γραφείο ο σιορ-Αμπρουζής, ξαπλωμένος φαρδύς - πλατύς σε μια βαθιά πολυθρόνα, μ' ένα χαμόγελο που ξεσκέπαζε όλα του τα μακριά, κίτρινα, χρυσοβουλωμένα δόντια του. Κι έτριβε τα χέρια του με απόλαυση όσο μάλωνε η κυρία Βασιωτάκη τις δίδυμες, που με κρεμασμένο το κεφάλι άκουαν, οι καημένες, κατακόκκινες και τρομαγμένες.

- Σας απαγόρευσα να μαζεύετε σεις τ' αυγά... έλεγε η μαμά τους.

- Από φωλεάς πλήρεις εντόμων και μικροβίων, διέκοπτε ο σιορ- Αμπρουζής πλαταίνοντας το χαμόγελο του.

- Και σας είπα, χωρίς άδεια να μην μπαίνετε καν στο κοτέτσι... εξακολούθησε η μητέρα.

- Όπου ο κονιορτός χρησιμεύει δια να αποτινάζουν αι όρνιθες τας φθείρας των και συνεπώς είναι διπλασίως βλαβερός, διέκοψε ο σιορ-Αμπρουζής.

Ως και η υπομονητική κυρία Βασιωτάκη ανυπομόνησε.

- Λέγε τουλάχιστον σκόνη και ψείρες, καημένε Αμπρουζή, να σε καταλαβαίνομε! είπε ξεσπάζοντας στα γέλια.

- Διατί; Διατί να μη εξασκώνται αι μικραί και εις νέας λέξεις, ορθοτέρας... άρχισε ο κ. Σαρδελίδης.

Και στη συζήτηση που ακολούθησε μεταξύ του και της γυναικαδέλφης του, η Εύα έκανε νόημα στα μικρά να φύγουν. Και σταμάτησε εκεί η κατσάδα. Όχι όμως και η τιμωρία. Το απόγευμα όλο έμειναν οι μικρές κλεισμένες στο σπουδαστήριο, στη μελέτη τους, και το βράδυ στο δείπνο ούτε η μία ούτε η άλλη δεν έφαγε φρούτο. Κι έμαθε ο πατέρας τους την αταξία, και είδε το σκαμμένο πορτάκι, τη σκεβρωμένη συρματόπορτα, και μάλωσε κι εκείνος. Ουφ! Πώς τον μισούσα τον άσχημο, τον ξεβιδωμένο χεροπόδαρα Σαρδελίδη! Δεν έχανε περίσταση να μαντατεύει τα παιδιά στη μητέρα. Και της έλεγε πως «είναι βυθισμένα εις αποτρόπαιον και φρικαλέαν ακαθαρσίαν». Πως είναι «οκνηρά, αμαθή, αμελέτητα». Πως ασφαλώς «θα υποκύψουν εις προσβολήν τυφοειδούς ή τετάνου». Και δεν ησύχαζε, αν δε φώναζε η κυρία Βασιωτάκη τα παιδιά και δεν τα έστελνε πάνω στο σπουδαστήριο τους. Και τότε, χαμογελώντας σα νεκροκεφαλή, έτριβε τα χέρια του κι έλεγε:

- Δεν γνωρίζουν, τα άθλια, πόσους κινδύνους διατρέχουν.

Ακόμα και με την Εύα τα είχε, πως διάβαζε «καταστρεπτικά δια το ήθος έργα», αντί, λέγει, να καταγίνεται «με την Καινήν Διαθήκην και την Χρηστομάθειαν». Τι φούρκα που μ' έπιανε! Ήθελα να τον ρωτούσα, άραγε αυτός, στο χωριό του όπου μεγάλωσε, δε διάβαζε παραμύθια; Και δεν έπαιζε ποτέ με τα χώματα, σαν ήταν παιδί χαρούμενο και είχε ακόμα μαλλιά στο κεφάλι; Αγκαλά, τα παιδιά έλεγαν πως ποτέ δεν ήταν μικρός, πως ποτέ του δε γέλασε και δεν έπαιξε. Πως γεννήθηκε γέρος, φαλακρός και γρινιάρης. Και πάγω να πιστέψω πως είχαν δίκαιο.

Η Εύα δεν τον αγαπούσε. Ο Χρήστος τον άκουε με ειρωνικό χαμόγελο χωρίς να τον διακόβει, με το ύφος του ανθρώπου που ξέρει τον εαυτό του ανώτερο και αφήνει τον άλλο να ξετυλίγει το μπερδεμένο κουβάρι των ιδεών του. Και ύστερα, χωρίς να του απαντήσει, άρχιζε άλλη κουβέντα. Ακόμα και η κυρία Βασιωτάκη δυσφορούσε κάποτε, προπάντων σαν τη φοβέριζε με αρρώστιες.

- Κουνήσου από τη θέση σου, καημένε Αμπρουζή! του έλεγε τρομαγμένη.

Ο Μήτσος όμως επαναστατούσε.

- Μα, Μητέρα, έλεγε ξεσπάζοντας μόλις έκλεινε η πόρτα πίσω από τον κύριο Σαρδελίδη, πώς τον υποφέρεις αυτόν το σχολαστικό άνθρωπο! Δεν του λες ποτέ τίποτα που να καταλάβει πως μας σκότισε με τις θεωρίες του!

- Σουτ! Σουτ! παιδάκι μου, έλεγε με την αιώνια της καλοσύνη η κυρία Βασιωτάκη. Όλοι μας έχομε ελαττώματα! Πρέπει να ξέρει ο καθένας μας να υποφέρει τα στραβά του άλλου. Ειδεμή πώς θα μας υποφέρουν και οι άλλοι εμάς;

Και τότε ο Μήτσος γελούσε και αγκάλιαζε τη μητέρα του.

- Έχεις Ιωβική υπομονή, Μητέρα, της έλεγε. Μα εμείς δεν την έχομε, και είναι ανυπόφορος ο θείος μας!

Ο Μήτσος ήταν ο επαναστάτης του σπιτιού.

- Η κρητική κληρονομιά του πατέρα του, έλεγε στενάζοντας η υπομονητική κυρία Βασιωτάκη.

Πολύ τακτικός ο ίδιος απάνω του, - όσον καιρό και αν φορούσε τα ρούχα του, θα έλεγες πως έρχονται από το ράφτη, - επαναστατούσε όμως εναντίον «των κανόνων», όπως έλεγε. Του άρεζε η ελευθερία. Του άρεζε να ξαπλώνεται στο σοφά και να τον παίρνει ο ύπνος το απομεσήμερο στη δυνατή ζέστη του καλοκαιριού. Τότε η μητέρα του ανησυχούσε, ζητούσε να βάλει κάτω από το κεφάλι του κάτι νταντελένια κουρέλια που τα έλεγε «αντιμακασάρ».

- Δε θέλω, Μητέρα, να ζήσεις, βγάλε μου τα, μου γδέρνουν το λαιμό!

- Μα, παιδί μου, θα λεκιάσεις το πετσί τού σοφά...

- Έννοια σου, Μητέρα, λούζομαι κάθε πρωί.

- Μ' αυτό δεν εμποδίζει...

- Μα ναι, Μητέρα, εμποδίζει!

- Τι παιδί είσαι συ! Σαν ήσουν μικρός, ήσουν πιο υπάκουος.

Ο Μήτσος πάλι γελούσε και φιλούσε το χέρι της μητέρας του.

- Ξανάβαλε μου φούστες, έλεγε χαδιάρικα, και να δεις πώς θα γίνω πάλι το πιο υπομονητικό αγοράκι του κόσμου!

- Βγάλε τουλάχιστον τα πόδια σου, σκονίζεις το σοφά.

- Έννοια σου, Μητέρα, ξεσκόνισα καλά τα παπούτσια μου πριν έλθω μέσα.

- Αχ! Τι παιδί είσαι συ!...

Η καημένη η κυρία Βασιωτάκη κουνούσε με απελπισία το κεφάλι και γύριζε στη θέση της. Ο αφέντης μου γελούσε και την πείραζε.

- Βέβαια, της έλεγε, με μένα τόσα χρόνια καλόμαθες, που μ' έχεις στο ζυγό. Να τώρα ο γιός σου που σηκώνει επανάσταση.

Μ' έναν πήδο τότε σηκώνουνταν ο Μήτσος κι έτρεχε και αγκάλιαζε τη μητέρα του.

- Έννοια σου, Μάνα, δώσ' μου την ταντέλα σου.

Κι ενώ με χαρά την άπλωνε κείνη στο μαξιλάρι τού σοφά, αναστέναζε ο Μήτσος.

- Αχ, πάστρα χιώτικη!... Αυτή θα μας φάγει, Μάνα, και μας και τον Πατέρα και το σπίτι ολόκληρο.

Γιατί δεν είχε μάθει ούτε ο αφέντης μου στο ζυγό. Επαναστατούσε κείνος περισσότερο και από τον Μήτσο. Και πάντα υπέκυπτε η καημένη η κυρία Βασιωτάκη, μ' ένα υπομονητικό:

- Όπως θέλεις, Γιώργο μου.

Σε λίγες μέρες είχα συνηθίσει την αλεξανδρινή ζωή και πρέπει να πω πως μ' άρεζε. Θα ήμουν εντελώς ευχαριστημένος, αν δε μ' έτρωγε μια έννοια. Ολόκληρος μήνας είχε περάσει και δεν είχα ξεπλύνει ακόμα την ντροπή της πρώτης μέρας με το άδοξο μου κυνήγι. Ύστερα από την πρώτη μου αποτυχία δεν ξέρω τι έγινε, μα ούτε την άκρη της ουράς καμιάς γάτας δεν είχα δει. Στο τέλος η κυρία Βασιωτάκη το παρατήρησε.

- Ξέρετε ένα πράμα, παιδιά μου; είπε. Αφότου ήλθε ο Μάγκας, χάθηκαν οι γάτες που ήταν πληγή της γειτονιάς. Η παρουσία του, φαίνεται, αρκεί για να τις απομακρύνει.

- Εγώ νομίζω, είπε η Λίζα, πως η πρώτη γάτα, που την κυνήγησε ο Μάγκας, θα πήγε και θα το διηγήθηκε στις άλλες, και γι' αυτό φοβήθηκαν κι έφυγαν.

- Λες να τους το είπε; ρώτησε συλλογισμένος ο Λουκάς. Η Άννα δεν είχε πει τίποτα. Συλλογίζουνταν. Και γυρνώντας στον πατέρα της πρότεινε:

- Ξέρεις τι, Πατέρα; Βάλε μια φάκα στο περιβόλι, για να πιάσει την κιτρινιάρα εκείνη πρώτη γάτα που ξέφυγε του Μάγκα, και τότε θα δεις πώς θα έλθουν και οι άλλες. Τώρα τις φοβερίζει...

Ο κύριος Βασιωτάκης γέλασε και της έδωσε ένα χαδιάρικο μπάτσο.

- Είτε τις σκοτώσει ο Μάγκας, είτε φύγουν από φόβο, το ίδιο δεν είναι για μας, κουτό μου κοριτσάκι; Καλύτερα που δεν τις σκότωσε ο Μάγκας, μιας και τις ξεφορτωθήκαμε. Εμείς αυτό θέλαμε. Ο σκοτωμός είναι περιττός και άγριος. Ας ζήσουν και αυτές.

Μα εγώ δεν το ήθελα αυτό καθόλου! Το φιλότιμο μου έτσουζε πώς να μην μπορώ να ξεπλύνω τη μεγάλη μου αυτή ντροπή της πρώτης μου αποτυχίας. Και κάθε μέρα που περνούσε, μεγάλωνε η στενοχώρια μου.