Μάγκας/Κεφάλαιο Ι

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάγκας
Συγγραφέας:
Ι'. Η Γιαγιά


Τα άλογα μπήκαν καμαρωτά στον κήπο, και σταμάτησαν μπροστά στην εξωτερική μαρμαρένια σκάλα του σπιτιού. Εμπρός ο Μπόμπης και η Ντέιζη, ύστερα ο Κεχαγιάς και η Αστέρω. Ο αφέντης μου κατέβηκε από το δεύτερο αμάξι, όπου ήταν και ο Μήτσος και ο Χρήστος, και βοήθησε τη μητέρα του να βγει από το αμάξι του Μπόμπη. Μόλις πάτησε το πόδι της χάμω, όλα μαζί τα τρία παιδιά ρίχθηκαν στο λαιμό της. Γελώντας τα πήρε στην αγκαλιά της η Γιαγιά, και τα φίλησε το ένα ύστερα από το άλλο.

- Πω, πω, πώς μεγαλώσατε, Άννα - Λίζα! έκανε, ενώνοντας τις δίδυμες σ' ένα και το αυτό πρόσωπο. Και συ, Λουκά, για να σε δω; Τι σπαράγγι μου έγινες! Δώσ' μου το μπράτσο σου ν' ανέβω τη σκάλα.

Καμαρωμένος την οδήγησε ο Λουκάς κι εκείνη ανέβαινε σιγά και γελαστή. Ήταν λεπτή και ζωηρή, και δε φαίνουνταν καθόλου γριά, μόνο που είχε άσπρα μαλλιά. Είπα ν' ανέβω μαζί της, μα ένα επιφώνημα της Ντέιζης με σταμάτησε.

- Θα πεθάνω! Ουφ, θα σκάσω! χλιμίντρισε ρίχνοντας πίσω το κεφάλι και ανοίγοντας το στόμα για να πάρει αέρα. Ουφ! Πώς σφίγγει και αυτός ο χαλινός...

- Έλα, έλα Ντέιζη, μη γρινιάζεις, είπε ο υπομονετικός Μπόμπης. Όλοι μας κάναμε τον ίδιο δρόμο, και κανένας μας δεν παραπονιέται.

- Με τέτοια ζέστη! Να μας βγάλουν έξω! Μα επιτέλους, δε θα δροσίσει ποτέ εδώ; Τι παλιότοπος είναι τούτος! είπε όλο και πιο στενοχωρημένη η όμορφη φοράδα. Δεν ξέρω, αλήθεια, γιατί μένουν εδώ τ' αφεντικά και δεν παν στην Κρήτη!

Ο αμαξάς τέντωσε τα γκέμια.

- Ουόπ! Ουόπ! έκανε.

Και η Ντέιζη με τον Μπόμπη ξεκίνησαν για το στάβλο. Πίσω ακολουθούσε το δεύτερο αμάξι με την Αστέρω και τον Κεχαγιά.

- Τι είπες για την Κρήτη; φώναξε η Αστέρω, καταφθάνοντας στο στάβλο, όπου έστεκε σταματημένη η Ντέιζη, ενώ δύο σαΐσηδες βιαστικά έλυναν τα λουριά της. Ντέιζη, τι είπες για την Κρήτη;

Η Ντέιζη γύρισε το λεπτό της κεφάλι κατά την Αστέρω, μα δεν καταδέχθηκε να μιλήσει. Ο καλόκαρδος Μπόμπης αποκρίθηκε για κείνην:

- Είπε η Γιαγιά πως στα Χανιά έπεσαν χιόνια, ενώ εδώ έχομε ακόμα καλοκαίρι. Και από κείνη την ώρα νοσταλγεί η Ντέιζη την Κρήτη.

- Αχ! καημένη Ντέιζη, δεν ξέρεις τι ζητάς, είπε η Αστέρω. Αν πήγαινες εκεί, δε θα σώπαινες πια από τη γρίνα. Ρώτα τον Κεχαγιά και μένα, που μας πήγαν στα Χανιά για ένα φεγγάρι, για να μας αγοράσει ένας Μπέης, και κοντέψαμε να σπάσομε τα ποδάρια μας, και μας ξαναμπαρκάρησαν εμπρός - πίσω!

- Μπα; Γιατί; ρώτησα.

- Γιατί είναι όλο καλντερίμια οι δρόμοι.

- Τι θα πει καλντερίμια;

- Να, όλο πέτρες μικρές είναι στρωμένοι, πέτρες στερεές, μπηγμένες στο χώμα, μα στρογγυλές, μυτερές, όπως τύχει. Είναι πολύ ανώμαλες.

- Πφφφ! έκανε η Ντέιζη περιφρονητικά. Αν ήσουν και συ από σόι θα σήκωνες ψηλά τα γόνατα σου και δε θα φοβόσουνα πετρίτσες.

- Αστειεύεσαι; της είπε ο Μπόμπης. Θα γλιστρούσες και θα σπούσες το πόδι σου ακόμα πιο γρήγορα.

- Μα τουλάχιστον δε θα ιδρώναμε έτσι! Ουφ! έκανε απελπισμένη η Ντέιζη. Έλεγε η Γιαγιά πως στα βουνά έπεσαν χιόνια. Πόσον καιρό έχω να δω χιόνια...

- Σώπα, Ντέιζη, είπε καλόκαρδα ο Μπόμπης. Έλεγε η Γιαγιά πως ήταν κακό που έπιασε τόσο νωρίς το κρύο. Και ξέρεις τι είπε για τον μπαρμπα-Μανόλη!

- Ποιος είναι ο μπαρμπα-Μανόλης; ρώτησα.

- Είναι ένας γέρος θείος του αφέντη. Αχ, αλήθεια, φώναξε ο Μπόμπης της Αστέρως. Είπε η Γιαγιά κάτι που θα σ' ενδιαφέρει. Είπε πως ο μπαρμπα-Μανόλης, που είναι πολύ γέρος και που αρρώστησε βαριά με το κρύο, είχε γνωρίσει και τον άλλο σου αφέντη, τον Θανάση Διάκο.

- Αλήθεια; αναφώνησε η Αστέρω. Και τον γνωρίζει και η Γιαγιά;

- Δεν ξέρω. Δεν είπε.

- Μα τι άλλο είπε;

- Δεν είπε τίποτα άλλο, μόνο πως είναι πολύ γέρος ο μπαρμπα-Μανόλης, που τον είπε και καπετάν-Μανόλη. Τόσο γέρος είναι, λέει, ώστε γνώρισε τον Θανάση Διάκο. Και πως αυτό το κρύο μπορεί να τον σκοτώσει. Το λέγω της Ντέιζης, για να δει πως έχει και τα κακά του το κρύο που τόσο το νοσταλγεί...

Ένας σαΐσης είχε παραλάβει τον Μπόμπη και τον περέχυνε κουβάδες νερό. Βιαστικά έφυγα. Τα νερά και τα σαπούνια δε μου καλοέρχονται, και το πρωί είχα ήδη περάσει από το μαρτύριο του λουτρού. Πήγα στο σπίτι και βρήκα τη Γιαγιά που ανέβαινε με τα παιδιά στην κάμαρα της, για να βγάλει το καπέλο της και να δροσιστεί, λέει. Κατά τη συνήθεια τους, τα παιδιά μιλούσαν και τα τρία μαζί, για να προφθάσουν να της διηγηθούν γρηγορότερα όλα τα του σπιτιού. Ανέβηκα πηδηχτά μερικά σκαλοπάτια, και στάθηκα μπροστά τους.

- Ο Μάγκας! φώναξε η Λίζα κόβοντας στη μέση την αρχισμένη φράση της. Για δες, Γιαγιά, τον Μάγκα μας.

- Μπα, πού βρέθηκε αυτό το καινούριο σκυλάκι; Δεν το είχατε πρόπερσι.

- Όχι, είπε ο Λουκάς. Είναι μικρός ακόμα. Μας τον χάρισε ο Χρήστος την άνοιξη, σαν ήταν ακόμα κουτάβι.

- Και ξέρεις, Γιαγιά; είπε μ' ενθουσιασμό η Άννα, κουτρουβαλώντας τα λόγια της από τη βία να τα πει όλα, ξέρεις, είναι τόσο δυνατό σκυλάκι, που σκοτώνει όλες τις γάτες, έτσι, με δυο τινάγματα.

- Με δυο τινάγματα! θαύμασε η Γιαγιά. Φαντάσου με δυο τινάγματα να βγάζει μεμιάς τις επτά τους ψυχές!... Οι καημένες οι γάτες!

- Καημένες; έκανε δυσαρεστημένη η Άννα. Γιατί καημένες, Γιαγιά; ξέρεις, είναι πολύ κακές. Μια μέρα ο Θανάσης ξέχασε να κλείσει το παράθυρο της κουζίνας, και τη νύχτα μπήκε μέσα μια γάτα κι έφαγε ένα ολόκληρο ψάρι. Δεν είναι καημένες, Γιαγιά, είναι κακές.

- Λοιπόν κακές γάτες, είπε γελώντας η Γιαγιά. Και κακιά η Άννα που τρώγει σαν πεινά.

- Κακιά; Γιατί; ρώτησε σαστισμένη η Άννα.

- Δεν τρως σαν πεινάς;

- Ναι!... Μα είναι κακό να τρώμε σαν πεινούμε;

- Εσύ το λες, αφού λες κακιά τη γάτα που πεινούσε κι έφαγε το ψάρι.

Η Άννα έμεινε άφωνη μια στιγμή. Και η Λίζα, σαστισμένη, κοίταζε τη Γιαγιά.

- Μα, Γιαγιά, εγώ τρώγω το φαγί μου... που μου το βάζει στο πιάτο ο Πατέρας, ξέσπασε και είπε η Άννα.

- Ναι, γιαγιά, μας σερβίρει ο Πατέρας, και δεν πρέπει ν' αφήνομε τίποτα στο πιάτο, πρόσθεσε δειλά η Λίζα.

- Η γάτα όμως πήρε το ψάρι χωρίς κανένας να της το έχει δώσει! διέκοψε η Άννα. Αυτό, Γιαγιά μου, είναι κλεψιά!

- Σωστό! Μα ίσως να μην ήξερε, η κακομοίρα, πως το ψάρι ήταν του Θανάση. Ίσως η μαμά της να μην της είπε ποτέ πως δεν κάνει να μπαίνει από τα παράθυρα και να τρώγει τα ψάρια που τα φυλάγει ο Θανάσης για το αυριανό πρόγευμα.

Είδε φαίνεται το ανοιχτό παράθυρο και το ψάρι ετοιμασμένο στο πιάτο και θα νόμισε η κακομοίρα, πως το είχαν ετοιμάσει γι' αυτήν, πως της έστρωσαν τραπέζι και μπήκε μέσα και το έφαγε.

- Μα, Γιαγιά, ρώτησε ο Λουκάς, πολύ μπερδεμένος κι εκείνος, ήταν λοιπόν σωστό να φάγει η γάτα το ψάρι;

Γέλασε πάλι η Γιαγιά και του έδωσε ένα χαδιάρικο μπάτσο.

- Όχι, κουτό μου, δεν ήταν σωστό. Μα ήταν φυσικό, αφού η γάτα δεν ξέρει τι θα πει σωστό και μη σωστό. Αν έφταιξε κάποιος που φαγώθηκε το ψάρι, θα έλεγα πως έφταιγε ο Θανάσης που δεν πρόσεξε να κλείσει το παράθυρο. Ο Θανάσης, που ξέρει πως μπορεί να τρυπώσει μέσα, τη νύχτα, καμιά πεινασμένη γάτα.

- Αλήθεια, είπε συλλογισμένος ο Λουκάς. Αλήθεια! Ο Θανάσης φταίγει λοιπόν.

Με αγωνία είχα παρακολουθήσει όλη αυτή τη συζήτηση. Η Άννα έλεγε εκείνα ακριβώς που θα έλεγα εγώ, αν ήξερα να μιλήσω. Και σε όλα αντέλεγε η Γιαγιά. Μα το χειρότερο, τα λόγια της Γιαγιάς μου φαίνουνταν λογικά, γιατί κι εγώ αν είχα βρει ένα κόκαλο, και δεν ήταν μπροστά ο κυρ-Θανάσης θα το είχα φάγει. Και όμως μέσα μου κάτι μου φώναζε αδιάκοπα: «Πρέπει, πρέπει, πρέπει να σκοτώνεις γάτες, όλες τις γάτες, χωρίς συζήτηση και λύπη». Μ' αν αυτές δεν είναι κακές; Αν φυσικό τους είναι να τρων τα ψάρια του Θανάση, όπως εγώ τα κόκαλα, πώς λοιπόν είναι σωστό να τις σκοτώνω εγώ; Έπεσα σε βαθιές αντιλογίες, όπου μπερδεύτηκα.

Με ορτσωμένα τ' αυτιά κοίταξα τη Γιαγιά, και γύρευα να μαντέψω τι θα μου απαντούσε, αν μπορούσα να της εκθέσω τις απορίες που ανακατώνουνταν στο μυαλό μου και με ζάλιζαν. Ο Λουκάς, σα να μπήκε στο κεφάλι μου και να κατάλαβε τις σκέψεις μου, ρώτησε για μένα:

- Μα λοιπόν, Γιαγιά, ο Μάγκας είναι κακός που σκοτώνει τις γάτες;

- Όχι, βέβαια, αποκρίθηκε η Γιαγιά, αφού κι εκείνου φυσικό του είναι να τις σκοτώνει, όπως της γάτας φυσικό της είναι να σκοτώνει τα ποντίκια, όπως φυσικό στο ποντίκι είναι να τρώγει τα παπούτσια και τα βιβλία και τόσα άλλα πράματα, που για μας θα είχαν πολύ άσχημη γεύση.

- Μα τα ποντίκια τρων και το τυρί, Γιαγιά, αποκρίθηκε η Άννα, και είναι και αυτά πολύ κακά.

- Ναι, είναι πολύ κακά, είπε σαν ηχώ η Λίζα.

- Γιατί κακά, παιδιά μου, αφού δεν ξέρουν πως μας κάνουν κακό; Είναι, πείτε, βλαβερά ζώα για μας, και γι' αυτό στήνομε φάκες και τα πιάνομε, και παίρνομε γάτες και τα σκοτώνομε. Και όταν οι γάτες γίνονται καταστρεπτικές και τρων τα ψάρια του Θανάση, φέρνομε τον Μάγκα να τις σκοτώσει και αυτές. Και αν ο Μάγκας γίνουνταν καταστρεπτικός, θα βάζαμε...

- Αχ, όχι, Γιαγιά, ο Μάγκας δεν μπορεί να είναι καταστρεπτικός. Μόνο χρυσός και χρήσιμος είναι, αναφώνησε ο Λουκάς, αγκαλιάζοντας το λαιμό μου με τα δυο του χέρια.

- Βέβαια! είπε η Γιαγιά. Ο Μάγκας είναι το πρώτο σκυλί του κόσμου, δεν αμφιβάλλω! Άλλωστε, αν θέλεις να σου πω όλη την αλήθεια, θα σου ομολογήσω κρυφά πως μεγάλη συμπάθεια για τις γάτες δεν έχω, ενώ αγαπώ πολύ τα σκυλιά, γιατί ο σκύλος είναι πιστός μας φίλος.

Αχ, πώς μ' άρεσαν τα λόγια της Γιαγιάς. Πήδηξα ως το χέρι της και της έδωσα μια γλειψιά. Όλα της τα συγχωρούσα όσα είχε πει για τις γάτες και τα ποντίκια, και ήμουν έτοιμος σχεδόν να παραδεχθώ πως καλά έκανε η γάτα να φάγει το ψάρι και τα μικρόπουλα, και ό,τι άλλο θέλει, αφού φυσικό της είναι όλο κακό να κάνει. Τα ποντίκια όμως που τα σκότωνε όπως τα σκότωνα κι εγώ; Μπα! Μήπως την ώρα που τα σκοτώνει, ξέρει αυτή τι κάνει; Είναι τόσο κουτές οι γάτες! Και πηδηχτά ανέβηκα τα τελευταία σκαλοπάτια. Η κάμαρα της Γιαγιάς ήταν γεμάτη λουλούδια σαν περιβόλι. Και απάνω στο κομό, καμαρωμένο απλώνουνταν το πανέρι του Βασίλη.

- Πες, Γιαγιά, πες πως είναι ωραίο! φώναξε η Άννα. Το έκανε ο Βασίλης.

- Βοηθήσαμε κι εμείς, πρόσθεσε η Λίζα.

Θαύμασε η Γιαγιά. Και, βγάζοντας το καπέλο της, πλησίασε να καμαρώσει το πανέρι.

- Και ποιος είναι ο Βασίλης, που έκανε τέτοιο αριστούργημα; ρώτησε.

- Αλήθεια, δεν τον ξέρεις ακόμα, είπε ο Λουκάς κοιτάζοντας συλλογισμένος τα λουλούδια. Μα τον αγαπούμε πολύ. Και ξέρεις, Γιαγιά, ήταν πολύ λυπημένος...

- Ναι, γιατί είναι πολύ κακοί οι Βούλγαροι, πρόφθασε να πει η Λίζα.

Μα τη διέκοψε η Άννα:

- Και σκότωσε, Γιαγιά, και Τούρκους και Βουλγάρους. Και άσπρισαν, ξέρεις, Γιαγιά, τα μαλλιά του σε λίγες μέρες, είπε φωναχτά.

- Γίνεται αυτό κάποτε, Γιαγιά; ρώτησε η Λίζα που το είχε ακούσει από τον Βασίλη, μα που φύλαγε, χωρίς να τολμά να το πει, και κάποιες απορίες.

Δεν πρόφθασε η Γιαγιά ν' αποκριθεί. Ένα κουδούνισμα ακούστηκε, και, γαβγίζοντας άγρια, όρμησα στη σκάλα, την κατέβηκα κατρακυλιστά κι έτρεξα στη μεγάλη πόρτα της εισόδου.

Γάβγιζα, γάβγιζα με φούρκα, μήπως και φοβερίσω τους απέξω και φύγουν.

- Σώπα, Μάγκα, μας ζάλισες! μου φώναξε ο Μήτσος που κάθουνταν με τον πατέρα του και τις κυρίες στην είσοδο, περιμένοντας να ξανακατεβεί η Γιαγιά.

Μα εγώ όλο και περισσότερο γάβγιζα, φωνάζοντας του Σωτήρη που κατάφθανε:

- Μην ανοίγεις! Μην τους βάλεις μέσα! Θα μας χαλάσουν όλη μας τη μέρα πάλι!

Μάταια όμως. Οι άνθρωποι ωστόσο δεν παίρνουν ούτε από φωνές μας ούτε από αντιπάθειες μας. Και όμως πάντα έχουν κάποια βάση σωστή οι αντιπάθειες μας. Και αν μας πρόσεχαν περισσότερο οι άνθρωποι, συχνά θ' απέφευγαν κακές συντροφιές, θα διάλεγαν καλύτερα τις σχέσεις τους. Η πόρτα άνοιξε, και όλη η οικογένεια Σαρδελίδη εισέβαλε με πάταγο και φωνές. Την ίδια ώρα κατάφθανε και η Γιαγιά από πάνω, με τα τρία παιδιά. Όλοι μούδιασαν. Κανένας δεν τους είχε όρεξη μόλις είχε φθάσει η Γιαγιά, και που ήταν η οικογένεια μαζεμένη.

- Καλημέρα σας, καλώς ήλθατε, πώς είστε; Καλά ευχαριστώ. Κάνατε καλό ταξίδι; Μπράβο, είπε με μια αναπνοή η κυρία Σαρδελίδη, χωρίς να περιμένει απάντηση στα ρωτήματα της.

Και κάθησε σ' ένα σοφά, έβγαλε ένα ριπίδι από την τσέπη της, χαμογέλασε και σώπασε. Αισθάνουνταν πια ήσυχη, πως έκανε το καθήκον της. Και ως το τέλος της ημέρας ήταν άξια να μην ανοίξει πια το στόμα της. Αχ! Και να έκαμνε το ίδιο ο κύριος Σαρδελίδης! Είχε μείνει λίγο πίσω για να πληρώσει το αμάξι του, και μπήκε μέσα τελευταίος, χειρονομώντας και φωνάζοντας, ξεσκεπάζοντας όλα του τα κίτρινα δόντια σ' ένα πλατύ τρομακτικό χαμόγελο.

- Οποία χαρά! Οποία ευτυχία, φιλτάτη μου κυρία! Ηλπίζαμεν και επεθυμούσαμεν την άφιξίν σας προ καιρού. Αλλά σας ετρόμαζαν, ναι, το εννοώ εις την ηλικίαν σας, οι υγροί και θερμοί μας καύσωνες. Ναι, μάλιστα, βεβαίως. Σας εννοώ, σας εννοώ. Πάντως ευχάριστος η ανέλπιστος δι' ημάς επίσκεψις σας αύτη. Ναι, μάλιστα, βεβαίως...

- Γιατί ανέλπιστη, σιορ-Αμπρουζή; ρώτησε η Γιαγιά μόλις στάθηκε ο κύριος Σαρδελίδης να πάρει αναπνοή. Όσο μένουν εδώ τα παιδιά μου, θα με βλέπετε κάπου - κάπου.

- Εννοώ, εννοώ, βεβαίως, διέκοψε κείνος. Αλλά θαυμάζω την αντοχήν και το θάρρος σας, κυρία μου, ν' αναχωρείτε εις την ηλικίαν σας, από το ευχάριστον και αναπαυτικόν σας κτήμα, διά να διακινδυνεύσετε περιπέτειας κοπιώδεις και επικίνδυνους και... και...

- Όχι δα και τόσο, είπε η Γιαγιά, και γέλασε.

Ο κύριος Σαρδελίδης είχε μπλεχθεί στη φράση του, και στάθηκε ανήξερος πώς να ξεμπλέξει. Του είπε η Γιαγιά:

- Στην ηλικία μου ίσως είναι φρονιμότερο να κάθομαι στ' αυγά μου. Αυτό θέλετε να πείτε; Ίσως να έχετε δίκιο. Μα ελάτε που η καρδιά δε γερνά, είπε ζωηρά η Γιαγιά. Και τούτοι εδώ οι πειρασμοί, πρόσθεσε αγκαλιάζοντας τις δίδυμες με το ένα χέρι και τον Λουκά με το άλλο, βαραίνουν στη ζυγαριά της φρονιμάδας περισσότερο από τις υγρές ζέστες του αιγυπτιακού Οκτωβρίου. Και με όλα τα γεράματα...

- Ω, κυρία μου, αναφώνησε ο σιορ-Αμπρουζής, μη μεταχειρίζεσθε την κακόηχον και ακαλαίσθητον αυτήν λέξιν. Γεράματα...

- Γιατί κακόηχο; Τι γεράματα, τι ηλικία, το ίδιο δεν είναι; είπε η Γιαγιά. Το πράμα αυτό καθεαυτό είναι κακό σαν έλθει. «Ου γαρ έρχεται μόνον...», έλεγαν οι πρόγονοι μας...

- Μας πώς το λέγετε, φιλτάτη μου κυρία! Εγώ δεν ανέφερα... εγώ δεν είπα... δεν ημπορούν να είπω... Μπερδεύουνταν όλο και περισσότερο.

- Βρασίδα, φώναξε έξαφνα, βγάλε το καπέλο σου!

Ο Βρασίδας είχε μπει χωρίς να χαιρετήσει κανένα. Ακουμπισμένος στον τοίχο έτρωγε τα νύχια του. Και ήταν τόσο βυθισμένος στην απασχόληση αυτή, ώστε είχε ξεχάσει όλους γύρω του. Και ούτε το καπέλο του δεν είχε σκεφθεί να βγάλει.

Η φωνή του πατέρα του, που στο θυμό του απάνω ξέχασε τις εκλεκτές του φράσεις, τον τρόμαξε τόσο, που πετάχθηκε μπρος, σκόνταψε απάνω μου, παραπάτησε κι έπεσε και με πλάκωσε με όλο του το βάρος.

Έβγαλα ένα γάβγισμα πόνου και θυμού, και αυθόρμητα γυρνώντας τον δάγκασα. Τι φωνή, τι κακό έγινε τότε! Χάλασε ο κόσμος. Ξαπλωμένος χάμω, βαστούσε το χέρι του και ξεφώνιζε ο Βρασίδας:

- Αχού! Αχού, με δάγκασε! Αχού το χέρι μου! Αχού!... Η μητέρα του όρμησε κι έπεσε στα γόνατα πλάγι του, κλαίγοντας.

Ο σιορ-Αμπρουζής χειρονομούσε κι έβγαζε ασυνάρτητους φθόγγους. Ο Μήτσος με τράβηξε από το γιακά και μου έδωσε δυο-τρεις στην πλάτη. Όλοι έδιναν συμβουλές. Όλοι μιλούσαν μαζί. Ήταν αλήθεια χασμωδία. Μόνη η Εύα δεν τάχασε. Ανέβηκε τρεχάτη και ξανακατέβηκε μ' ένα μποτιλάκι μαύρο και μ' ένα μάτσο κουρέλια άσπρα. Έπιασε το δαγκαμένο χέρι του Βρασίδα, βούτηξε ένα μπαμπακάκι στο μαύρο μποτιλάκι, και το ακούμπησε στα δυο τρυπαλάκια που είχαν κάνει τα δόντια μου. Πέταξε ο Βρασίδας φωνές ακόμα πιο άγριες:

- Αχού! Με τσούζει! Αχού! Πώς πονεί!

Και άρχισε πάλι τα κλάματα η καημένη η κυρία Σαρδελίδη.

- Ντροπή, Βρασίδα! είπε θυμωμένη η Εύα. Για λίγο που σ' έτσουξε το ιώδιο βγάζεις τέτοιες φωνάρες. Για δε πώς τρομάζεις τη μητέρα σου! Άιντε, σήκω πάνω! Δεν έχεις πια τίποτα.

Κι επιδέξια έκανε στο χέρι του ένα μικρό επίδεσμο. Ο κύριος Σαρδελίδης όμως ήταν θυμωμένος, κι εννοούσε να το μάθομε.

- Ελπίζω να τιμωρηθεί ο άγριος και απολίτιστος αυτός κύων, είπε αγριεμένος.

- Βέβαια, αποκρίθηκε ο Μήτσος. Μάγκα, πήγαινε στη γωνιά!

- Δεν αστειεύομαι, Δημήτριε, είπε αυστηρά ο κύριος Σαρδελίδης.

- Ούτε γώ, θείε μου. Μάγκα, πήγαινε στη γωνιά!

- Μήτσο! έκανε δυσαρεστημένη η μητέρα του. Η Γιαγιά θέλησε να τα διορθώσει.

- Έχετε δίκαιο να είστε στενοχωρημένος, σιορ-Αμπρουζή, του είπε συμβιβαστικά. Και ο Μήτσος, καθώς είδατε, έδειρε τον Μάγκα, για να του δώσει να καταλάβει πως δεν πρέπει να δαγκάνει. Αλλά να πούμε και του στραβού το δίκιο, ο Μάγκας δεν επετέθηκε του Βρασίδα, ο Βρασίδας πλάκωσε το Μάγκα, που κάθουνταν ήσυχος στο χαλάκι...

- Ναι, μάλιστα, βεβαίως! Αλλ' αυτά δεν συμβαίνουν παρά εις όσους επιτρέπουν εις τους κύνας να εισέρχονται εις τας αίθουσας, είπε γλυκόξυνα ο κύριος Σαρδελίδης. Και, σπρώχνοντας το κουμπί του κουδουνιού, πρόσθεσε:

- Θα μας επιτρέψεις, αδελφή Μαρίνη, ν' αποχωρήσωμεν ενωρίτερον αφ' όσον είχομεν καθορίσει. Αλλά θεωρώ απαραίτητον να συμβουλευθώ επιστήμονα διά την πληγήν του Βρασίδα. Το στόμα του κυνός είναι πάντοτε μολυσμένον, και... Σωτήριε, εν όχημα αμέσως! πρόσταξε διακόβοντας τη δημηγορία του καθώς παρουσιάστηκε ο υπηρέτης.

- Μα σε βεβαιώνω, θείε Αμπρουζή, δεν έχει τίποτα το χέρι του Βρασίδα, είπε η Εύα. Το καθάρισα καλά το δάγκαμα. Το απολύμανα με ιώδιο. Σε βεβαιώνω θείε!

- Αλλά οι οδόντες του κυνός είναι ακάθαρτοι και μολυσμένοι, αποκρίθηκε ο σιορ-Αμπρουζής με θυμό. Και τα θανατηφόρα μικρόβια δύνανται ήδη να έχουν διεισδύσει εις το αίμα του υιού μου...

Τ' άκουσε ο Βρασίδας και ξέσπασε στα κλάματα.

- Αχού! Αχού! Πάμε στο γιατρό, Μαμά! Γρήγορα! ξεφώνισε.

Η κυρία Σαρδελίδη, που δεν είχε πολυκαταλάβει, είδε το γιο της να κλαίγει κι έβγαλε κι εκείνη τις φωνές.

- Μα έβαλα ιώδιο στο δάγκαμα, θεία μου! Μην κάνεις έτσι, προσπάθησε να εξηγήσει η Εύα.

Μα κανένας δεν άκουε. Όλοι μιλούσαν μαζί.

- Μαριγή, σε παρακαλώ να εγερθείς! πρόσταξε ο κύριος Σαρδελίδης.

Και η φωνή του σκέπασε όλες τις άλλες. Έγινε σιωπή. Και τότε είπε ο κύριος Σαρδελίδης:

- Λυπούμαι πολύ, φιλτάτη κυρία Βασιωτάκη, ότι το λυπηρόν και θλιβερόν αυτό επεισόδιον μας αφαιρεί την ειλικρινή και ανυπόκριτον ευχαρίστηση να μείνομεν περισσότερον πλησίον μας. Τα σέβη μου.

Και σπρώχνοντας μπροστά του το δακρυσμένο Βρασίδα, με τη σαστισμένη κυρία Μαριγή πίσω του, βγήκε τεντωμένος και μεγαλόπρεπος ο κύριος Σαρδελίδης και ανέβηκε στο αμάξι. Τα τρία παιδιά έκαναν ένα «Ουφ!» κρυφό και αλληλοκοιτάχθηκαν. Μα η κυρία Βασιωτάκη ήταν πολύ στενοχωρημένη.

- Δεν έπρεπε ν' αστειευθείς το θείο σου, είπε του Μήτσου. Εθύμωσε κι έφυγε. Δεν έκανες καλά!

- Δεν το χαίρεσαι, μητερούδι μου, που δεν ημπορεί να καθήσει στην ίδια κάμαρα με το σκύλο μας; είπε γελώντας ο Μήτσος. Αν δεν ήταν το λυπηρόν και θλιβερόν αυτό επεισόδιον, θα τους είχαμε ως το βράδυ, και θα μας χαλούσαν την πρώτη μέρα που ήρθε η Γιαγιά!

- Όχι, όχι, Μήτσο, δε μ' αρέσουν αυτά! Να πάγει κάτω ο Μάγκας για τιμωρία. Έχει δίκιο ο θείος σου! Είναι ανυπόφορος. Πάρε τον, Μήτσο. Πάρε τον κάτω.

Και με πήραν τον κακομοίρη, και μ' έβγαλαν έξω, και μ' έδεσαν στο σπιτάκι μου, και όλη μέρα δεν είδα πια τη Γιαγιά και τ' αφεντικά μου. Περιττό να σας πω, πως όλη αυτή η ιστορία δε μ' έκανε ν' αγαπήσω περισσότερο τον Βρασίδα! Του το χρεωστούσα όμως. Γρήγορα μου δόθηκε περίσταση να του ανταποδώσω τα ίσα.