Η φλογέρα του Βασιλιά

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η φλογέρα του Βασιλιά
Συγγραφέας: Κωστής Παλαμάς
1886–1910


...ὁρῶσιν αἴφνης κατά γωνίαν ἱστάμενον ἀνδρός πάλαι τεθνεῶτος λείψανον ὁλόκληρον καί τό πᾶν ὁλομελές, γυμνόν ἐς πόδας ἐκ κεφαλής. Είχε δέ καί ἐπί τοῦ στόματος καλάμην ποιμενικής σύρριγος, εἰς χλεύην τινῶν οὕτω ποιησάντων, οἷς έμελε θρεμμάτων. Ως δέ διηπόρουν, ὁρῶσιν ἐκ δεξιῶν κενήριον, καί επ΄ αυτοῦ γεγραμμένους στίχους, δηλοῦντας τόν κείμενο Βασίλειον εἶναι τοῦ Βουλγαροκτόνου ἐκεῖνον.

Γεώργιος Παχυμέρης

Εκείθεν ἄρας ἄπεισιν ἐς Αθήνας... Καί ἐν Αθήναις γενόμενος καί τά της νίκης εὐχαριστήρια τῇ Θεοτόκτῳ δούς τ΄ αναθήματα πολλοῖς, λαμπροῖς καί πολυτέλεσι κοσμήσας τόν ναόν, ὑπέστρεψεν εἰς Κωνσταντινούπολιν.

Γεώργιος Κεδρηνός

ΠΡΟΛΟΓΟΣ[Επεξεργασία]

Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ' στη Χώρα.

Στήν εκκλησιά, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ' αργαστήρι,
παντού, στο κάστρο, στην καρδιά,τ' αποκαΐδια, οι στάχτες.
Πάει κι ο ψωμάς, πάει κι ο χαλκιάς,πάει κ' η γυναίκα, πάνε
τα παλληκάρια, οι λειτουργοί, και του ρυθμού οι τεχνίτες,
του Λόγου και οι προφήτες.
Τα χέρια είναι παράλυτα, και τα σφυριά παρμένα
και δε σφυροκοπά κανείς τ' άρματα και τ' αλέτρια,
κ' η φούχτα κάποιου ζυμωτή λίγο σιτάρι αν κλείσει,
δεν βρίσκει την πυρή ψυχή ψωμί για να το κάμει.
Κι από κατάκρυα χόβολη μεστή η γωνιά, κι ακόμα [10]
και πιο πολύ από τη γωνιάπου του σπιτιού η καρδιά είναι,
κακοκατάντησε η καρδιά του ανθρώπου. Κρίμα. Κρίμα.
Σκοτεινό ρέπιο κ' η εκκλησιά, και δίχως πολεμίστρες
το κάστρο, και χορτάριασε κ' έγινε βοσκοτόπι.
Κι ο μέγας Έρωτας μακριά, και ειν' άβουλος ο άντρας
κι άπραχτος, και στο πλάϊ του χαμοσυρτή η γυναίκα
κυρά της έχει τη σκλαβιά και δούλο της το ψέμα.
Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ' στη Χώρα.

Τραγούδι των ηρώων! Εμπρός, τραγούδι των ηρώων! 20
Απάνου από τ' απόσταχτα, άναψε, ω φλόγα, λάμψε.
Κανένα χέρι δε θα διείς απάνου σου ν' απλώσει,
να θρέψη σε, να ζεσταθεί, να πάρει απ' το θυμό σου,
να σπείρει σε στην εκκλησιά, στον κλίβανο, στο σπίτι,
να σε φωλιάσει στην καρδιά, στο κάστρο, στ' αργαστήρι.
Φλόγα, εσύ τότε αβοήθητη κ' έρμη εσύ φλόγα,κρύψου,
και κάμε τη μνημούρι σου τη στάχτη,και μη σβήσεις!
Γιατί θα ρθεί κάποιος καιρός,και κάποια αυγή θα φέξη,
και θα φυσήξει μια πνοή μεγαλοδύναμη· άκου!
Από ποιο στόμα ή από ποιο χάος θα χυθεί; Δεν ξέρω. [30]
Μπορεί από την ανατολή, μπορεί κι από τη Δύση,
ποιος ξέρει μην απ' το βορία, μην απ' τα Μεσημέρια·
τάχα θα βγει απ' τα τάρταρα, για θα ριχτή από τ' άστρα;
Δεν ξέρω· ξέρω πως θα ρθεί,και με το πέρασμά της,
μέγα και θείο και μυστικό κι αξήγητο, θα σκύψουν
οι κορφές όλες, οι φωτιές θα ξαναδώσουν όλες.
Στην εκκλησία, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ' αργαστήρι,
στο κάστρο, στην καρδιά, παντού, στ' αποκαΐδια, Απρίλης!
Και σα θεών αγάλματα θαματουργά πλασμένα
να ηχολογάνε μουσικά, σαν τα φυλή ο κυρ Ήλιος, [40]
(Απόλλωνας αυτός, Χριστός θαρρώ,ή Διόνυσος νομίζω·
Ορφέας λένε οι πυρές όλοι τους ένας είναι)
και σα χλωρά ισκιερόδεντρα που δεν τους απολείπουν
ζαχαροστάλαχτοι καρποί χειμώνα καλοκαίρι,
να! να! ο ψωμάς, και να ο χαλκιάς, να και η γυναίκα, να τα,
τα παλληκάρια, οι λειτουργοί,να του ρυθμού οι τεχνίτες,
του Λόγου να οι προφήτες!
Κι όταν τριγύρω σου οι φωτιές ανάψουν πάλε οι πλάστρες,
ξαναζωντάνεψε κ' εσύ και ρίξου, ω φλόγα, ω φλόγα,
και κύλησε και πέρασε στα διάπλατα της Χώρας,
και στης ψυχής τ' απόβαθα, και πλάσε τα και ζήσ' τα,
γιομάτα ροδοκόκκινα παιδιά τα καρδιοχτύπια, [50]
και πλάσε τους και ζήσε τους κάποιους καημούς πατέρες,
και κάποιες γνώμες πλάσε τις και ζήσε τις μητέρες,
και κάμε αδέρφια τα όνειρα και τα έργα!Εμπρός, τραγούδι!

Σβησμένες όλες οι φωτιές, τραγούδι των ηρώων!

Ο ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ[Επεξεργασία]

            {Επιστροφή από την αιχμαλωσία}

Έβγαλε διάτα ο Κρούταγος,[1] της Βουλγαριάς ο τσάρος.

Δίνει στους δούλους λευτεριά και στους ξενιτεμένους
δίνει πατρίδα· ανάθεμα στον σκλαβωτή, στον Κρούμο!
Είκοσι χρόνους λιώνανε στ΄ άχαρα τα ξένα, κι οι άντρες
γέρασαν, άντρες γίνηκαν οι νιοι, λεβέντες τώρα
και τα παιδιά, μητέρες οι παιδούλες. Όλα φεύγουν.
Τρισάθλια τα γεράματα, κακόμοιρα τα νιάτα
που ανθούνε και καρπίζουνε στα ξένα σκλαβωμένα.
Μα τώρα αλλάξανε οι καιροί: τον Κρούμο η γη τον τρώει·
στη Πόλη τώρα Θεόφιλος ο συνετός ορίζει· [10]
τώρα του Κρούμου το σπαθί κρέμεται και σκουριάζει.
Έβγαλε διάτα ο Κρούταγος, της Βουλγαριάς ο τσάρος.

Κοπαδιαστά περνάν. αργά· και οι δούλοι αργά και οι ξένοι
πάνε. Ψήλαθε, από θρονί, ξαγναντευτής ο τσάρος.
Και είναι γυναίκες με παιδιά και με ραβδιά γερόντοι,
κι από το βαρύ φόρτωμα σκεβρώνεται και γέρνει,
λεβέντη μου, ο καλόχτιστος ο τοίχος του κορμιού σου,
κι είν΄ η παρθένα στη ντροπή και στα ξεσκίδια μέσα.
Πείνα περνάν, αργά· και οι δούλοι αργά και οι ξένοι
πάνε. Ψήλαθε, από θρονί, ξαγναντευτής ο τσάρος.
Και είναι γυναίκες με παιδιά και με ραβδιά γερόντοι,
κι από το βαρύ φόρτωμα σκεβρώνεται και γέρνει.
λεβέντη μου, ο καλόχτιστος ο τοίχος του κορμιού σου,
κι είν΄ παρθένα στην ντροπή και στα ξεσκίδια μέσα.
Πείνα περνά και δυστυχιά και γύμνια και τρομάρα.
Κι οι ολόδροσοι της ομορφιάς ανθοί απ΄το λιοπύρι [20]
σκληρά καμένοι της σκλαβιάς και χονδροδουλευτάδες
οι αρχόντοι, παραλλάματα[2] κι από κακοπάθεια.
Ρόδα κι αν είχε ο σκλαβωτής, για τους δικούς του τάχε,
και μόνο τα τριβόλια του πάντα ένιωθε κι ο σκλάβος.
Κι ο ήλιος πως τους φλόγιζε χωρίς να τους ζεσταίνει,
κι εσύ, ίσκιε, πως τους πάγωνες χωρίς να τους δροσίζεις!
Κι όλο περνάνα, κι όλο περνάν οι σκλαβωμένοι εμπρός του,
και πότε αναστενάζουνε και πότε αχνογελάνε,
και σμίγουν πόνος της σκλαβιάς κι ελπίδα της πατρίδας
μέσα στ΄ ανεστανέματα και μέσα στ΄ αχνογέλια. [30]
Κάμετε ακόμα υπομονή και πάρτε ακόμα δρόμο,
και κάτου απ΄άλλους ουρανούς άλλη γη θα πατείστε,
θα κόψτε τα τριαντάφυλλα, θα σας ζεστάνει η ζέστα
του ηλιού σαν κόρφος μητρικός, θα ρουφείχτε μάννα
το δρόσος! Πάσαν ομορφιά, Πατρίδα, εσύ την έχεις.

Ειδωλολάτρης άκαρδος ο Κρούταγος ο τσάρος.
Ψες ήταν που το Μανουήλ, τον άγιο το δεσπότη,
μαρτυρικό του φόρεσε στεφάνι του δεσπότη.
Μα τώρα η χάρη του Θεού σα να τον έχει αγγίξει,
μέρεψε και το χαίρεται κρυφή χαρά του, που είναι [40]
της λευτεριάς ο μοιραστής, τ΄άχαρου σκλάβου κόσμου
προσκύνημα. Μπρος του περνάν και γονατάν και σκύβουν.

Μόν ΄ένας, μπρος του σαν περνά, δε γονατά, δε σκύβει.[3]
Δράκος δεν είναι στο κορμί, στα χρόνια δεν είν΄ άντρας·
ψες ήταν που παιγνίδιζε με τα παιγνίδια αγόρι·
να τος! ψηλός και αλύγιστος κι ευγενικός και ωραίος,
και στρατοκόπος ξέγνοιαστος, λεβέντης γαυριασμένος,[4]
κι η φορεσιά του αρχοντικά, κι αυγερινή του η όψη,
και χρυσαϊτοί ολοτρόγυρα του σάκου του κεντίδια.
Τον αγναντεύεις και νογάς, πως δεn το ξέρει εκείνος [50]
το σκύψιμο του δουλευτή, καθώς το ξέρουν οι άλλοι.
Τον αγναντεύεις και νογάς, καθώς ολόανθος είναι,
πως δεν τον ήβρε πουθενά να τον πωρώσει ο ήλιος.
Στου ηλιού την πύρη δούλευαν για κείνον οι άλλοι κι οι άλλοι,
και φτωχοντύνονταν γι΄αυτόν, για να τό έχουν πάντα
ντυμένο στα λαμπριάτικα, και σα να καρτερούσαν
απ΄αυτόν και το κύλισμα της πέτρας και το ανάστα.
Στη λεβεντιά του πέτεται, κι ας είναι με τους σκλάβους.
Δε λες πως πάει στον τόπο του ραγιάς από τα ξένα·
λες από πόλεμο γυρνά και θρόνος τον προσμένει.[60]
Μόνος αυτός δε γονατά, μόνος αυτός δε σκύβει.
Κι ο βασιλιάς ξεφνίζεται, ρωτά: <<Ποιός είν΄ εκείνος
που δε με προσκυνά, ποιος είναι;>> <<Είναι - της χήρας είναι
ο γιος, μονόκλωνος βλαστός>>. <<Για φέρτε τον μπροστά μου!>>

Σαν έρθει από βροχόνερο μανιωμένο ποτάμι
και πλημμυρίσει και χυθεί και πελαγώσει ο κάμπος,
και συνεπάρει τα δεντρά και τα σπαρτά σκεπάσει,
κι οπό΄χει την καλύβα του κατάμεσα του κάμπου
ξυπνώντας νύχτα, ανέλπιστα, βουητό χαμού γρικήσει
και δεν μπορεί να πάει μπροστά και μήτε πάει και πίσω, [70]
γιατί μπροστά είναι κύματα και ρέματα είναι πίσω,
και αχνίζει και βουβαίνεται και τρέμει και απομένει-
στου λυτρωμού την πόρτα ομπρός, όμοια ο λαός ο σκλάβος
αχνίζει και βουβαίνεται και τρέμει και απομένει.
Απάντεχο το μπόδισμα του ακριβογιού της χήρας!
Και δεν μπορεί να πάει μπροστά, γιατί του λείπει εκείνος,
και πίσω ανήμπορος να πάει μπροστά, γιατί η σκλαβιά είναι πίσω.
Κι΄ακούστηκε πνιχτή φωνή: <<Μπω! μπω! καημένα αδέλφια,
ο κανακάρης κι ο ακριβός δε θα γυρίσει πίσω.
Στου Βούλγαρου τη δούλεψη θα φάει τα νιάτα, οιμένα! >> [80]
Η μάνα του σωριάζεται σαν αστραποκαμένη,
κι ακούς αναστενέσματα, και ουρλιάσματα σπαράζουν
τ΄ αυτιά, γροθιές τεντώνονται και σφίγγονται και δέρνουν
τ΄άδειο και ξεχωρίζονται τα χέρια και σπαράζουν
και ξεριζώνουν τα μαλλιά και μύριες ματιές πέφτουν
προς το θρονί του Κρούταγου και ΄γγίξουνε τον τσάρο,
βουβά παρακαλώντας τον και σαν απελπισμένα:
<<Δε θέλουμ’ εμείς λεύτεροι κι ο νιος μακριά μας δούλος:
κάλλιο να φαν΄τα σίδερα για πάντα τη ζωή μας!>>
Κι έπιασε ο λόγος ο γοργός κι άπλωσε πέρα ως πέρα- [90]
έτσι τα κύματα ο βοριάς το΄να πα΄στ΄ άλλο απλώνει:
<<Παρά μακριά του λεύτεροι, κάλλιο μαζί του σκλάβοι!>>

Ποιος είναι ο γιος της χήρας, ποιος, ο μοσκαναθρεμένος,
προσκυνητάρι ενός λαού κι ενός λαού λαχτάρα;
κι αν τον κρατήσει ο Κρούταγος και τι κακό θα κάμει;

(Κόψε, κιθάρα μου επική, το δρόμο σου και πάρε
το μονοπάτι ενός καιρού πρωτύτερου και τράβα)

                        *
Ήτανε μέρα θερισμού, μεσημεριού ώρα ήταν·
ο κάμπος ο κατάσπαρτος μόλις γλυκοσαλεύει,
σαν ένα κοίμισμα παιδιού ξανθότατου στην κούνια. [100]
Το κόψανε για μια στιγμή το θέρισμα κι οι αργάτες
και δεν ακούγεται λαλιά και δε γρικιέται γούζλα:[5]
της μέρας είναι η ζωγραφιά της νύχτας η γαλήνη.
Τα περιστέρια ταιριαστά φωλιάζουν και κοιμούνται
και κάποια σα χιονόβολα που δεν τα λιώνει η φλόγα.
Μες στα χωράφια που και που και οι παπαρούνες γέρνουν
στεγνές τις πορφυρόμαυρες θωριές τους προς το χώμα,
σα να ζητάν από τη γη το δρόσος που δε βρίσκουν,
κι από τη λάβρα στέκονται σωμένες οι αγελάδες
με τα μεγάλα μάτια τους τα μαύρα που γυαλίζουν, [110]
κι από μακριά σαν πλάσματα φαντάζουνε πετρένια
κι από το διάβα του καιρού μαυροκιτρινισμένα.
Τον ίσκιο τους ανώφελο ξαπλώνουν τα πλατάνια
και σα να καρφωθήκανε τα φύλλα στα κλαδιά τους.
Στυλώνει ο γήλιος τη ματιά, ματιά πυρή φιδίσια,
τη γη, το μυριοπλούμιστο πουλί, για να βασκάνει·
και κάθε τι καλό, γερό, και λυγερό και μέγα,
σωπαίνει και ονειρεύεται και δένεται από μάγια.
Να πάρει λίγη ανάπαψη δεν πρόφτασε και η χήρα-
στον τόπο της αρχόντισσα και στη σκλαβιά θερίστρα, [120]
και τρέμει, και σηκώνεται, και τρέχει στο παιδί της.
Μαραζωμένος ο άντρας της από την καταφρόνια,
και απόμεινε με το παιδί, μονάκριβο βλαστάρι.
Κρεββάτι λευκοπράσινο, κι όσο να πάψει ο θέρος,
του στρώνει για να κοιμηθεί, με κάποια χλόη σα θάμα
μέσα στη βράση, και μ' ανθούς που σα να ξεψυχούσαν,
κάτου από δάφνης ίσκιωμα, στο ρίζωμα της δάφνης.
Μα είναι κοντούλι το δεντρί, και να! ψηλώνει ο ήλιος
κ' οι αχτίδες του κατάσταυρα το αγόρι της χτυπάνε·
και τ' αγναντεύει· πααίνοντας για να το πάρει, βλέπει [130]
κάτι σα μέγα σύγνεφο που γοργοχαμηλώνει,
και παίρνει και ζυγιάζεται ισ' απάνου από το βρέφος,
και να το κρύψει πολεμά και να το πάρει του ήλιου
κοιμίζοντάς το πιο βαθιά στην πυκνεράδα του ίσκιου.
Ξαφνιάζεται και λαχταρά και ξεφωνίζει η χήρα.
Δεν είναι μέγα σύγνεφο, δεν είναι αχνού μαυρίλα.
Να τος! αϊτός κυνηγητής, αϊτός καμαρομύτης,
με τα τετράπλατα φτερά, τα κλαδωμένα πόδια,
και το κορμί το παρδαλό, το κίτρινο, άσπρο, μαύρο.
Στης γυναικός τ' ανάκρασμα τρέχουν κι ακόμα τρέχουν [140]
θερίστρες, θεριστάδες, λαός, από παντού κ' οι αργάτες,
κι ανάφτουν πετροπόλεμο να διώξουν τ' αγριοπούλι,
και τ' αγριοπούλι φεύγει μια και μια ξανασιμώνει,
κ' εφτά φορές το κυνηγάν κ' εφτά φορές γυρίζει
πάνου απ' τον ύπνο του παιδιού, ν' απλώσει τα φτερούγια.
 Και να! ένας γέρος δουλευτής που κάτεχε από μάγια
κι από μαντέματα ένιωθε, πρόβαλε και είδε και είπε:
«Μεγάλη η χάρη του Θεού και δόξα στ' όνομά του
κι ο σταυραϊτός είναι σταλτός από το θέλημά του.
Τον ερχομό της άνοιξης μας δείχνει το λελέκι, [150]
κ' εσύ, χινόπωρο, μας λες η κυκλαμιά πως ήρθε,
μας λέει τη μοίρα την τρανή κι ο αϊτός ο μακρομάτης,
η κουκουβάγια όπου ακουστή τη συφορά μηνάει,
το χελιδόνι όπου σταθεί την ευτυχία μοιράζει,
κι όποιον ισκιώσει σταυραϊτός, αυτός θα βασιλέψει».

Το λόγο δεν απόσωσε κι άλλος το λόγο παίρνει,
γραμματικός, πνευματικός των περασμένων και είπε:
<<Ακόμα δε σωθήκανε τα πεντακόσια χρόνια,
που οι Βάνταλοι και οι Βάνταλοι χυθήκανε του κόσμου,
τη Ρώμη διαγουμίζουνε, τη Πόλη φοβερίζουν.
Ο Γεζέριχος [3] ρήγας τους, του Αττίλα σταυραδέλφι, [160]
χιμάει, χτυπάει, σκορπάει, νικάει, καίει, σφάζει, ξολοθρεύει,
τ΄ ασκέρι το βασιλικό το σφικτοκελεί, το αδράχνει
στα ξόβεργα τα δυνατά, στα σιδερένια βρόχια.
Κοπαδιαστά, μακρόσυρτοι περνάν από μπροστά του
και οι σκλάβοι· από το ψήλωμα τους βλέπει ο Γεζερίχος.
Ο Γεζερίχος πρόσταξε: "Σ΄όλους φωτιά! μαχαίρι!"
και το τζελάτη[6] καρτεράν, αραδιασμένοι οι σκλάβοι.
Κι ένα σκλαβάκι μοναχά δεν καρτερά· κοιμάται,
κι ενός αιτού τα ολάνοιχτα φτερούγια το σκεπάζουν. [170]
Κι ο Βάνταλος ξιαφνιάζεται, καινούργια διάτα βγάζει:
"Μην το πειράζετε το νιο το γλυκοκοιμισμένο!
Το ΄γραψε η Μοίρα βασιλιάς να στυλωθεί σε θρόνο".
Και αντί μαχαίρι και φωτιά, την αγκαλιά του ανοίγει.
Κι έστερξε ο λόγος: βασιλιάς θρονιάστηκε και ο σκλάβος>>.

Κι ήρθε και η μάνα κι έσκυψε προς το παιδί της και είπε:
<<Σου πρέπει εσένα, αγάπη μου, βασιλικό στεφάνι.
Εσένα είναι πατρίδα σου τ΄Αλεξάνδρου η πατρίδα,
του πιο μεγάλου βασιλιά, που του Βουκεφάλου ήταν
ο καβαλάρης κι ύστερα του κόσμου ο καβαλάρης. [180]
Κι ήταν εσέ ο πατέρας σου χρυσού δεντρού κλωνάρι
και πέτρα εγώ, σκοταδερή κορόνας αγιασμένης.
Αίμα στις φλέβες σου κρατάς αγιοκωσταντινάτο.
Το δέντρο των Αρσάκησων κλώνια κι ακόμα κλώνια
σε δύση και σ΄Ανατολή βασιλικά θα σπείρει>>.

Κι ακόμ' αεροζυγιάζοταν ο αϊτός με τα φτερά του.
Τέτοια δροσιά ζωντάνεψε καρδιές μαραζωμένες,
κι ας έκαιε το μεσημερινό του θεριστή λιοπύρι,
και τέτοια αυγή προφητικά το γλυκοχάραμά της
μέσα στο νου το ξάπλωσε τ' άχαρου σκλάβου κόσμου.[190]
Τ' όρνιο το μακροφτέρουγο φτερούγιασε και πάει,
όμως το μάγεμα έστεκε του ίσκιου του για πάντα.
Κ' έτσι από κείνη τη στιγμή κι από τη μέρα κείνη
το νιο τον είχαν κόνισμα και τόνε προσκυνούσαν.
(Έβγα κιθάρα μου επική, μέσ΄απ΄το μονοπάτι
που πήρες κι ακολούθησε το δρόμο σαν και πρώτα!)

Και του μιλά κι ο Κρούταγος, της Βουλγαριάς ο τσάρος:
<<Ποιός είσαι εσύ ο περήφανος, ο αρχοντομαθημένος;>>
-Ο γιος της χήρας είμ΄ εγώ, μονάκριβή της κλήρα.
<<Πες μου και ποιος ο τόπος σου, πως το λέν΄ το χωριό σου;>> [200]
-Μακεδονίτης είμ΄ εγώ και το χωριό μου η Νίκη.
<<Έρχεσαι στο παλάτι μου, παιδόπουλο δικό μου,
να μου βαστάς τη βέργα μου, τ΄άρματα να μου ζώνεις,
να μου βοηθάς το ντύσιμο, να μου σελώνεις το άτι,
να΄ χεις περίσσια τ΄αγαθά, καντάρια το χρυσάφι; >>
-Πολλοί σου οι χρόνοι, ρήγα μου, κι η χάρη σου μεγάλη,
μα όπου το χώμα ασκλάβωτο και το παλάτι μου είναι.
Δουλεύω μόνο όπ΄ αγαπώ κι όπου με λαχταράνε,
κι εγώ είμαι το παιδόπουλο στον ίδιο τον εαυτό μου.
Ρήγα, βαριά είναι η βέργα σου για τα δικά μου χέρια, [210]
κι όντας μου τύχει αρματωσιά τη ζώνω του κορμιού μου.
Η μάνα μου δε μ΄έμαθε την τέχνη της στολίστρας
και μέσα στο χρυσάφι σου τον ύπνο μου θα χάσω.

Ο νιος απολοήθηκε του Κρούταγου του τσάρου
τα λόγια τα λεβέντικα τα είπε γλυκά, σαν κόρη,
και του έλειψε στο πρόσωπο τριανταφυλλένια λάμψη.
Και συγνεφιάζει ο βασιλιάς και οι πρώτοι του φρενιάζουν,
φέρθηκε ο νιος απόκοτα και θάνατος του πρέπει.
Κρούταγε, από το θρόνου σου τινάζεσαι, και ολόρθος
φιλείς το νιο στο μέτωπο, του λες παλικαρίσια: [220]
<<Γύρισε στη μητέρα σου και τρέξε στους δικός σου
και γλέντησε τη νιότη σου, χάρου την αφοβιά σου·
κι αν είσαι λιονταρόπουλο κι εγώ είμαι λιόντας. Είπα!>>

Σαν αγριέψει η θάλασσα και σηκωθεί η φορτούνα
και το καράβι πάει κι η ξέρα τρίψαλο το κάμει
κι οι ταξιδιώτες μαζωχτούν έρμοι σε μια βαρκούλα
και φέρνονται και δέρνονται μερόνυχτα και πάνε
και μιαν απέραντη ερημιά μεύρου νερού τους τρώει,
κι έξαφνα, αναπάντεχα, βαθιά, λευκό πανί αντικρίσουν
που όλο σαλεύει, ανοίγεται κι έρχεται και σιμώνει, [230]
δε χαίρονται τέτοια χαρά με τέτοια δε μεθάνε
μεθύσι, δεν τα δέρνουνε τα γώ τους με τέτοιο
βουητό πανηγυριώτικο τα χέρια δεν υψώνουν
προς τα ουράνια ολόκαρδα δεν τραγουδάν τη νίκη,
σαν τη βοή και τη χαρά και τη γιορτή του κόσμου
που ο νιος του ξαναδόθηκε, που νίκησε ο λεβέντης.
Κι ακούστει τότε ένα πουλί κρυμμένο σ΄ένα δέντρο,
και ακούστει και τραγούδαγε πασίχαρο τραγούδι·
δεν κελαηδά σαν το πουλί, σαν άνθρωπος μιλάει:

<<Ψες που γλυκοκοιμήθηκα μες στ΄όνειρό μου τι είδα; [240]
Της πόλης είδα το Ιερό, το Μέγα το Παλάτι
και της αυλής του παλατιού κατάμεσα ένα δέντρο:
δέντρο κυπαρισσόδεντρο, χρυσά ήταν τα κλαδιά του,
χρυσά τα φύλλα του, χρυσή και η ρίζα και η κορφή του
και στην κορφή καθότανε περήφανος λεβέντης.
Γειά σου, χαρά σου, γιε μου εσύ, της χήρας το καμάρι!
Περηφανέψου Ανατολή και ζηλοφτόνα Δύση,
κι εσύ, Κωνσταντινούπολη, βάλε τα γιορτινά σου.
Γένος Μακεδονίτικο φυτρώνει και καρπίζει·
βλαστούς και παραβλάσταρα ξαπλώνει βασιλιάδες, [250]
κι είναι της χήρας το παιδί το πρωτοβλάσταρό του.
Ανοίγει και η Χρυσόπορτα διάπλατη και προσμένει
τους βασιλιάδες να διαβούν με τις χρυσές κορόνες.
Σκίστε τη γη και μέσα της κρυφτείτε ντροπιασμένοι,
Σαρακηνοί και Νορμανοί και Βούργαροι και Ρούσοι:>> [255]

ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ[Επεξεργασία]

{Η φλογέρα η περιπαίχτρα}

Η Πόλη, να την! πέρα εκεί, στον επικό τον Κάμπο.
Υψώνοντας το λάβαρο το σταυροφόρο, να τος,
αδικητής φονιάς του αθώου ρηγοπούλου, κι ο ίδιος
το χέρι ενός εκδικητή στο θέλημα της Μοίρας.
πλάκωσε ο γιος της μάνας γης της φραγκοπατημένης.
Ο Ρήγας της Ανατολής, της Πόλης κληρονόμος,
ξεκάμπισε και τέντωσε στου Γαλατά το κάστρο,
κι η τέντα του άσπρη, πλουμιστή με κόκκινα αΐτοπούλια.
Στενά τριγύρω και νησιά, σκάλες[7], χωριά και χώρες
τον ξέρουν, τόνε μελετάν και τόνε καρτεράνε· [10]
κι η Ευρώπη μ΄όλα τ΄άρματα κι η Ασία μ΄ όλα τα κάστρα,
με τ΄ όνομά του πέτονται, με τ΄όνομά του τρέμουν,
όσο να ’ρθει η τρανή στιγμή να το βροντοτινάξουν
αστροπελέκι, τ’όνομα και Ανατολής και Δύσης:
Παλαιολόγος, εδώ, εκεί, παντού Παλαιολόγος.
Κι οι ακρογιαλιές οι πλαγιαστές κοντά κοντά και αγνάντια,
μέσα στη γη που χύνεται και αγριομανά και στέκει
πολύδεντρη, κυματιστή, πράσινη,ολόδροση, όλο
σα να περνά με τους χορούς και με τα πανηγύρια
τη ζήση μες στην αγκαλιά μιας φύσης ευεργέτρας [20]
π΄όλο ξοδεύει και ποτέ δε σώνεται το βιός της-
κι οι ακρογιαλιές που στέκονται σαν έτοιμες για γάμο
κι ερωτοκαθρεπτίζονται στα μάτια της άλλης,
τώρα σαν από μάλωμα και σάμπως από πείσμα
κοιτώντας, φοβερίζοντας με τ’ όνομα του Ρήγα.

Η Πόλη, να την! πέρα εκεί στον Κάμπο, Και είν΄ Κάμπος
χέρσος, πλατύς, ολάνοιχτος, διαγουμισμένος, έρμος.
Την πρωινή δόξα κλειεί της Ρωμανίας· κι η δόξα
και βασιλιάδων πάντα ωμών και αργών, και βασιλιάδων
που ζήσανε με το σπαθί πάντα όξω απ΄το θηκάρι, [30]
και βασιλιάδων που αγκαλιά με τη Μελέτη πο’ χει
τα μάτια της ολάνοιχτα, τα πόδια της παρμένα,
και βασιλιάδων που ήτανε με την Κακία και πάντα
την κούρβα[8] τη χυτρόχειλη και τη χαμηλοφρύδα,
καθώς με το κριάς· της Ρωμανίας κι η δόξα
πάει, πάλιωσε και πέρασε κι αν ξαναδώσει και όσο
γλυκάδα του χινοπόρου και γέλιο του χειμώνα.
Χαλάσματα, χαλάσματα, χαλάσματα, όλα κι όλα.
Μαζί κι ο Κάμπος χάλασμα κι απ’ ΄τη Χαρσή την Πύλη, [40]
κατά τον Άγιο Μάμαντα, στο λιμενάρι ως πέρα,
σωπαίνουν τα καστέλια του και παν’ τα τριμπουνάλια[9],
και του προδρόμου κι εκκλησιά, του Εβδόμου το παλάτι,
πια δεν ηχολογάν ψαλμούς και ααλασμούς δε στέλνουν
για να ’λαρώσουν την οργή του Παντοδύναμου- όχι.
Μήτε που πια δοξολογάν του βασιλιά στο θρόνο
τ’ ανεβάσμα. Κι όλα αδειανά κι ανάμεσα και σ΄όλα
του Θεολόγου τ΄αη-Γιαννιού το φτωχικό ρημάδι
στο μοναστήρι, γκρέμισμα και κείνο, μια κλησούλα,
τώρα μαντρί για πρόβατα, για πιστικούς λημέρι. [50]
Και χάλασμα και το μαντρί, τα πάντα ερμιά και γύμνια.
Και μέσα στα συντρίμματα και παραμερισμένα,
σάπια, σαρκοφάγωτα, δυσκολογνώριστα, όλα,
λείψανα σαν από σταυρούς και μια πνοή από τάφους.

Τι θέτε εδώ, ξεφαντωτές; Πατά το πόδι απάνου
στο χώμα και στο μούκιασμα[10] και τον μποχό σηκώνει.
Και κάποτε ήταν ο μποχός[11] κι ήταν ως χτες η μούχλα
βυζαντινά εικονίσματα, καλόβαλτα, πλασμένα
με το ρηγλί[12] με το ψηφί με το μαρφαριτάρι-
μα ήρθε και τα ’λιωσε ο Καιρός Κοπρώνυμος σαν να ’ταν
από σόι των Ίσαυρω βαλτός εικονομάχος. [60]
Και μιάν αυγή ανοιξιάτικη, χυτή στην ώρια πλάση,
στους Κόρφους και στους Βόσπορους και σ' όλα τα ακρογιάλια
σα σε ξωθιάς αερόκορμο πορφύρα μιας αυγούστας,
κ' ήρθε, δεν ξέρω κι από ποια βουλή και από ποια μοίρα,
κι αποκοιμήθηκε αλαφρά των πολεμάρχων η έγνοια
και αποκαρώθη του κλεισμού για μια στιγμή το πείσμα,
του Λογοθέτη σύντροφοι, του βασιλιά νομάτοι,
σπαθάρηδες, δομέστικοι, σεργέντες,[13] ασηκρήτες,[14]
βρεθήκανε ξεφαντωτές και πήγαν πεζοδρόμοι [70]
και σταματήσαν ίσα εκεί στο χάλασμα· και ο τόπος
γέμισε από μιλήματα και βρόντους χαροκόπων,
κυκλογυρίσματα έβλεπες, άκουες τραγούδια, και είταν
ξανάσασμα και γιόρτασμα. Κ' έξαφνα μέσα σε όλα,
σε μια ώρα μυστηριακή, του απίστευτου γεννήτρα,
σπαθάρης νιος τριγυριστής ανοιχτομάτης ήρθε
και βρέθηκε σε ξαφνική, σε αλλότριαν όψη αγνάντια,
κ' έβγαλε μια στριγγιά φωνή, και τρέξαν όλοι. Βλέπουν.
 
Κατά τον τοίχο στριμω[(γ)]μένο, σάμπως καρφωμένο,
στο πλάϊ μνημάτου ξέσκεπου, διαγουμισμένου, κάτι [80]
που ξέγινε κι από άνθρωπος, τραβώντας για να γίνει
σκέλεθρο, και μαυρόδειχνε στα κόκκαλά του απάνου
σκουλικιασμένο το πετσί, κορμιού στερνή κατάντια.
Ακέριος. Μαύρος και γυμνός και ασύγκριτος και μέγας.
Τίποτε δεν τ' απόμενε, και μοναχά βαστούσε
στην τρύπα που είταν άλλοτε το στόμα, μια φλογέρα.
Κ' έλεες, ολόρθος έστεκε, πρόθυμος για ν' ανοίξει
στο πιο παράξενο όραμα την πύλη του άλλου κόσμου,
και να το κάμει, φέρνοντάς το εδώ, βραχνά της πλάσης
και της φλογέρας λαλητής να γίνει, για να σύρουν [90]
αγνάντια του και γύρω του σπαθάρηδες, στρατιώτες,
ασηκρήτες, δομέστικοι, πρωτοστρατόριοι, αρχόντοι,
του Λογοθέτη[15] οι σύντροφοι, του βασιλιά οι νομάτοι
γοργά τα πόδια σε χορό συρμένο από δαιμόνους.

Και το ξεφάντωμα άλλαξε, γίνηκε αγκούσα·[16] τρόμος
θρησκευτικός το ξέγνοιαστο πετρώνει πανηγύρι,
κι όλοι, στο φάντασμα μπροστά, κοπάδι που το δένει
μεσ' απ' των ίσκιων το λαό του αξήγητου η καδένα.
Τουρμάρχες,[17] βάραγγοι, αρχηγοί, δουκάδες, κεφαλάδες,[18]
στρατιώτες και σπαθάρηδες κι΄ ο λογοθέτης ο ίδιος. [100]
Και στου μνημάτου, ξέσκεπου κι ολάδειανου, την πλάκα
τα σκαλισμένα γράμματα μισόσβηστα και λένε:
<<Αλλού χτισμένοι οι τάφοι σας, της Πόλης βασιλιάδες,
πελκητοί πιο φροντισμένα κι από τα παλάτια,
με τα λογής τα μάρμαρα τα μυριοπλουσμένα,
φερτά από τη Προκοπόνησο κι από τη Βιθυνία,
τα χάλαρα της Κάρυστος, τα παριανά λιθάρια.
Κι εγώ ο Πορφυρογέννητος, τρανότερος απ΄όλους,
κι εφώ στον Κάμπο διάλεξα το μοναστήρι τούτο,
μοναχικό και φτωχικό κι αγύρευτο, και να με! [110]
Κι εδώ είμαι κι αναπαύομαι, κι εδώ είμαι και κοιμάμαι.
Από την ώρα που ο Θεός με κάλεσε στο θρόνο,
δεν είδα την ανάπαψη, δε με γνώρισες ύπνε.
Κοντάρι μακροκόνταρο, στο χέρι μου κανένας
ασάλευτο και απόλεμο δεν ξάνοιξεν εσένα.
Εμένα γιος μου ο πόλεμος, κόρη μου εμένα η νίκη.
Ρωτείστε και τον Ισμαήλ, τον Αβασγό, τον Πέρση,
να σας το πει ο Σαρακηνός κι απ΄όλους΄πρώτα ο Σκύθης.>>

Κι ένα σάλεμα σάλεψε στα ολόβαθα του νούς τους [120]
και στην καρδιά τους μια φωνή· κι έτσ΄ η φωνή μιλούσε:
<<Στρατιώτες και σπαθάρηδες τουρμάρχες και σεργέντες,
του λογοθέτη οι σύντροφοι, του βασιλιά οι νομάτοι,
χαρά σ΄εσάς κι αλίμονο σ΄εσάς, του ξένου διώχτες!
Άγριο κι αν είναι το όραμα, καλό είναι το σημάδι.
Μπροστά σας ο αυτοκράτορας και να τος ο δεσπότης,
ίδιος, ακέραιος, άλιωτος, όχι από κρίματαμ όχι
σα χτυπημένος από οργής ουρανικής το χέρι.
Μαρμαρωμένος βασιλιάς, θαματουργός πατέρας,
άλιωτος, άγιο λείψανο, ξαναζωντανεμένος,
μήνυμα τρισευλογητό, σαν άγγελος Κυρίου. [130]
Πέστε και προσκυνείστε τον και την αναλαγέστρα
φλογε΄ρα, θεοφοβούνα, πάρτε του από το στόμα.
και πλύντε του μ΄ανθόνερο την όψη και τα πόδια
χρίστε του με μυρόλαδο. Μαντότορα απολύστε,
γοργά να πάει το μήνυμα προς τον Παλαιολόγο,
να τρέξει εδώ με την τιμή που πρέπει, φέρνοντας του
τα περσικά κεντήματα, του Βαγδατιού τα πεύκα,
της Βενετιάς το μάλαμα, της Θήβας το μετάξι,
τ΄άνθια τ΄ ανατολίτικα, τα συριανά τα μύρα,
πλούσια νεκροστολίσματα, βασιλικά σουδάρια[19] [140]
στο δεύτερο το ξόδι του, πιο φανταχτό απ΄ το πρώτο.
Κι όσο είν’ η Πόλη σαν ποδιά σκισμένη, παλλακίδα
του Φράγκου, σκλάβα του Ιταλού, μπαίγνιο του Καταλάνου,
κι από τα χώματα μακριά τα φραγκοπατημένα,
πάνου σε λεύτερη μια γη, σε μια εκκλησιά χυμένη
βυζαντινά, σε γη ρωμιά, φωτοπλημμυρισμένη,
σύρτε τον, καβαλάρηδες, της γης τον καβαλάρη,
και μνήμ’ ανοίχτε διάπλατο, σφυροκοπώντας όλο
τον μπρούντζο και το σίδερο και το γρανίτη σκάφτε
και στρώστε του να κοιμηθεί ξανά και ψυθιρείστε: [150]
″Ξανακοιμήσου, λείψανο και κάμε κι ας κοιμάσαι,
να βρούμε τη πατρίδα μας ξανά κι εσύ το μνήμα
το τρίτο, το καλύτερο στη λυτρωμένη Πόλη!″ >>
Και πέσαν, προσκυνήσανε το λείψανο, απολύσαν
μαντάτορα, το μήνυμα να πάει του Παλαιολόγου.
Και σίμωσε κι ο λογοθέτης κι έκαμε πως θέλει
ν’ απλώσει προς το σκέλεθρο το χέρι για να βγάλει
την περιπαίχτρα τη φλογέρα από το στόμα του· όμως
δεν πρόφτασε το χέρι του να ’γγίξει τη φλογέρα·
τους συνεπαίρνει απίστευτο γρίκημα, πιο μεγάλο [160]
θάμα· η φλογέρα και μιλά και λέει και την ακούνε.
Και χύθηκ’ ένα απέραντο κελάηδισμα, σα νάχαν
όλα σωπάσει γύρω τους, κι ας είχαν όλα αλλάξει,
και στόμα γίναν και φωνή κι ένα τραγούδι πλέξαν.
Κι έτσι αχολόγαε κι η φωνή και μίλαε το σουραύλι:

Είμαι η φλογέρα εγώ, επική, προφητικό καλάμι.
Εγώ είμαι αλλαδελφή της Κλειούς και γλώσσα της Καλλιόπης.
Με μάτιασε της Σίβυλλας εμέ η ματιά κι ακόμα
μου σκούζει μες στα σωθικά το σκούσμα της Κασσάντρας.
Σαν την Εκάβη θρήνησα κι άκουσα της Γοργόνας [170]
της μυθικής το ρώτημα το αψύ προς τα καράβια:
<<Ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος;>> Κι εγώ είμ’ η απόκριση·είπα:
-Δέσποινα, ζει και ζώνεται, δικός μας είναι πάντα!
Έπαιξα εγώ της Μαξιμώς και χόρεψε· του Ακρίτα
ξεσκέπασα τη λεβεντιά και παρέδωκα ίσα
προς τους καιρούς αθάνατο· και οι Μοίρες με μοιράναν
όλες· πρωτοφανέρωτη στη δόξα της Αθήνας,
από τη Ρώμη πέρασα και ρίζωσα στη Πόλη.
Σαν κυκνο, Ευρώτα μ’ έλουσες και οι ροδοδάφνες σου άξια
κανοναρχούσαν κι έψελνα. Και μ’ έβρεξε και ο Κύδνος, [180]
που ακόμα από τ’ αντίφεγγο της Κλεοπάτρας φέγγει.
Γεννήτρες μου είν’ οι μυστικές και φοβερές Μητέρες.
Φλογέρα η γλώσσα κι η όψη μου, μα χίλιες όψες παίρνω,
και το τραγούδι μου χρησμός και η μουσική μου νόμος.
Με τα φτερούγια του όνειρου κι αβάσταγα πετώντας,
περνώ από πάνου από καιρούς και από τους τόπους πέρα
με πας, καράβι, δαίμονα του πελάου, Φαντασία.
Γίνομαι σάλπιγγα, σαλπίζω απάνου από τους τάφους,
τους πεθαμένους ξαγρυπνώ, το δρόμο τους ρυθμίζω,
και το κορμί του τωρινού στο περασμένο δίνω, [190]
και φέρνω σας και τ’ αυριανά με πρώιμη γέννα ομπρός σας.
Τον άλλο κόσμο εγώ ’χω αρχή, τέλος τον κόσμο όλο,
γιομίζω τον αέρα αχός, μ’ ακούν, τ’ αυτιά γητεύω,
κι απ’ τον αχό περνώ στο φως και πουθενά δε στέκω,
και ζωγραφιά τη μουσική, τον ήχο στίχο κάνω,
και το πουλί είμαι που λαλά μ’ ανθρώπινη λαλίτσα
και με λαλιά υπεράνθρωπη· κι ακούστε με, κι ακούστε!
Μην τρέμετε· είμαι η ταπεινή κι εγώ όλου του κόσμου,
κι εγώ είμαι η βλάχα η όμορφη κι η βλάχα η παινεμένη,

Χωριάτης ποιος ανήξερος ή ποιος θεομπαίχτης Φράγκος,[200]
ποιος Βενετσάνος πονηρός, οχτρός της Ρωμιοσύνης,
ή ποιος κακός μετωριστής, ποιος άθεος χαροκόπος,
πέστε μου, ποιο παράλλαμα, γραικός, γασμούλος, ξένος,
του έρμου στερνού κρυψώνα σου τσακίζοντας την πόρτα
κι ανοίγοντας το μνήμα σου και διαγουμίζοντάς το,
σε τάραξε, σε ξύπνησε, σε ξέβρασε, συντρίμμι,
μαγαριστής, ατιμαστής των άγιων; Και είν’ εκείνος
που αγνάντεψέ με απόμερα, καλάμι απορριμμένο,
και πήρε και με στύλωσε στα δόντια σου, τραβώντας
τ’ ανίερο τ’ αναγέλασμα κι όσο δεν έπαιρνε άλλο. [210]
Κι ανάμεσα στα δόντια σου στοίχειωσα κι εμάς ο,τ’ είμαι.
Κι εσ’ είσαι που ξεψύχαγες και προτού ξεψυχήσεις
τ’ άλογο καβαλίκευες, ο πάντα καβαλάρης,
και του στρατού σου δείχνοσουν, που ρέμπελος και αντάρτης
σείστηκε, σα μυρίστηκε το ψυχομάχημά σου·
και τα πρωτοπαλίκαρα κι οι πρωτοστράτηγοί σου
τα τρέμανε τ’ ασκέρια σου, γιατί και ανήμποροι ήταν
 να τα περιμαζώξουνε, καθώς τα κυβερνούσες.
Και μονάχα προσμένανε ν’ ακούσουν το χαμό σου, [220]
γιατί δαρμένος έρευες από κακή μια αρρώστια,
κι ο λογισμός τους πλάνευε κι η ελπίδα τους μεθούσε
πως κλήρες σου θα κράζονταν και μοιραστές σου απάνω
στ’ άρματα και στις νίκες σου και στο θησαύρισμά σου.
Χαροπολέμαες. Κι έξαφνα στυλώθηκες· κι εσύ ’σαι
που καβαλάρης ξωτικός δειχνόσουν του λαού σου,
και λίγο πριν του Χάροντα παραδοθείς, γινόσουν
Χάρος εσύ και πάγωνες τον τρομασμένο λαό σου.
Και τώρα σε καταφρονά και κάμπια και σε βρίζει
κι ο λάκκος. Του περίγελου και της βρισιάς φλογέρα, [230]
κάνω το θάμα άξαφνα στα χείλη σου για πάντα,
κι αρχίζω και σκορπώ και λέω του κόσμου ένα τραγούδι.
Πλάθω ξανά την ιστορία, ξανά σας ανασταίνω,
Πόλη θεοφύλαχτη, κι εσένα αντάμα, βασιλιάς της,
και το σκελεθρωμένο σου κορμί ξαναχλωραίνω.
Και μέσ’ απ’ το στόμα σου το καταμαραμένο
σαλπίζω μέγα σάλπισμα και γίνομαι μαζί σου
κάτι που λάμπει πιο πολύ κι απ’ τη δική σου δόξα.
Να! στο ζερβί σου το σπαθί και στο δεξί η λόγχη,
και φέγγει στο κεφάλι σου κι η αχτιδωτή κορόνα [240]
και κάνουν ιερατική την όψη σου τα γένια
τ’ άσπρα, στεφάνι της. Μεστό, πλατύ και το κορμί σου,
το στέρνο σου τετράπλατο κι είναι γοργή η ματιά σου,
σαν αστραπόπετρα και πιο γοργό το θέλημά σου.
Το σιδεροπουκάμισο χρυσόπλεκτο, ρουμπίνι·
και σίδερο η γνώμη σου, κι όθε διαβείς, αστράφτει
σα μάλαμα και ο δρόμος σου· πύργοι σαν κάστρου κι οι ώμοι,
και ο σάκος ως τα γόνατα ριχτός βυσσινοφέρνει,
και τα καμπάγια[20] κόκκινα στα πόδια σου και λάμπεις [250]
από τα πόδια ως την κορφή και σέρνονται μπροστά σου
κι οι αποκρισάριο[21] των εθνών που τα ’χεις γονατίσει.Κι απάνου απ’ το κεφάλι σου, μαζί άγιοι κι αντρειωμένοι.
ακρίτες για τον ουρανό, για το σταυρό απελάτες[22],
οι δυο Θοδώροι, ο στρατηλάτης κι ο στρατιώτης ο άλλος,
κι ο καβαλάρης ο φονιάς του δράκοντα, ο λεβέντης,
κι ο ήρωας ο θαματουργός από τη Σαλονίκη,
σα διδυμάρικοι βλαστοί· τους ξεχωρίζουν τ’ άτια-
τον-Δημήτρη το άλικο και τ’ άσπρο τον Άη-Γιώργη.
Παρέκει αγγέλοι πιο ψηλά κι αρχάγγελοι ταξιάρχες, [260]
και σα ζηλόφτονα πετάν κι αγγίζουν τ’ άρματά σου,
κι απάνου απ’ όλους, άφταστος, ο Βασιλιάς των Όλων,
Ρήγα, στη χάρη σου φορείς του δίκαιου το στεφάνι·
της Ρωμανίας κύρης εσύ και του Χριστού είσαι δούλος.
‘Οιμέ! απ’ την τέτοια εικόνα σου γιομάτοι όσο κι αν είναι
της φαντασίας ο ουρανός, της ιστορίας κόσμος,
δε θ’ απομείνει τίποτε στα μάτια των ανθρώπων,
ούτ’ άγαλμα, ούτε ζωγραφιά, ξόμπλι ούτε και ίσκιος,
απ’ όσα στα παλάτια σου κι απ’΄όσα στους ναούς σου
καιμες στα χρυσοτρίκλινα και μέσα στα κουβούκλια [270]
τεχνίτες μαστορέψανε για σε, πρωτομαστόροι,
στον τοίχο, στο ψηφιδωτό, στ’ ανυφαντό, στην πέτρα.
Μα πιο πολύ από ’κόνισμα κι από άγαλμα πιο μέγα,
φλογέρα εγώ, τον ύμνο σου στυλώνω στους αιώνες!

ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ[Επεξεργασία]

Τα ωραία τα νησιά, τα τραγικά νησιά, τα εννια ερμονήσια.

Με την χλωρή την Πρίγκηπο, με τη γυμνή την Πρώτη,
στην αγκαλιά του Μαρμαρά κουλουριαστά πλαγιάζουν
του πράσινου τα θάματα και του λευκού τα μάγια,
και γκόρφια[23] του Κάστενου και του χαμού αργαστήρια,
στάζουν μέλι, το δροσό, το φως, το μύρο, το αίμα.
Παράξενα και μυστικά, μουγγά κι αγέλαστα είναι·
και με το ροδοχάραμα και με τ' αχνό το βράδι,
κι όταν, ασημογνέματα του λογισμού, κάποιοι ήχοι,
σιωπή γιομάτοι, ανάκουστοι κι από τ' αυτιά της μέρας, 10
πολύβοης και βαρύκοης δουλεύτρας μεσ' στην έγνοια,
κι όταν γλιστράν και πλέκονται και ψυθυρίζουν οι ήχοι,
τότες, αλαφροϊσκιωτοι κ' οι αγεροχτυπημένοι
ξαφνιάζονται που τους ακούν. Και είναι φωνές που βγαίνουν
κατάβαθ' από τα νησιά, τα τραγικά ερημονήσια,
σαν από τ' άβαθνα πνιγμών και βουλιασμένων κόσμων,
και υψώνονται και απλώνονται. Καμπάνες, και καλούνε
σε όρθρους, ’σπερινούς, ολονυχτιές, στου κοσμικού τη λήθη,
κι η δέηση, μοσκολίβανο του λόγου, πάει μαζί τους.
Βόγκοι και ουρλιάζουν, σπαρασμοί και βαργομάνε, σάρκες 20
σκίζονται λες, συντρίβονται κόκαλα λες, ξεσπάνε
κατάρες και σκοτίζουνε τους ουρανούς καιπάνε.
Και στα νερά του Μαρμαρά, στου γαλανού τους κήπους
που φυτευτές οι νέραϊδοι, θερίστρες οι σειρήνες,
γέρνουν και καθρεπτίζονται και άυλα και τρεμουλιάζουν
τ΄ ασκηταριά και τα κελιά και οι γούβες, και τα κρατάνε
στης εξορίας τα βάσανα κριματιστές και αθώους.
Εδώ της χάρης οι φωλιές, του Χάρου τα μετόχια.
Και του καλόγερου ο ψαλμός κι ο χτύπος της καμπάνας
πικρούς νεκρούς, πικρότερες ζωές ξεπροβοδάνε. 30
Και σκήπτρα, να! συντρίμματα, και να! κορόνες μπαίγνια,
και οι στύλοι εσείς του μουραγιού, των παλατιών οι αφέντες,
πορφυρογέννητοι βλαστοί, λιοντάρια των πολέμων,
κι εσείς που τον κρατούσατε στον αφράτο σας το χέρι
παιγνίδι σας τον Έρωτα και στ’ άλλο σας το χέρι
την Πολιτεία παιγχίδι σας, ρήγισσες θεριέμένες!
Της τύχης έτσι οι ζυγαριές ανεβοκατεβαίνουν.
Τώρα σεργουνιασμένοι, αχνοί, ζόρκοι, παραλλασμένοι,
με κατασάρκια τρίχινα με βάσανα τα ράσα!
Κι ανίσως δεν τα βύθισε τα μάτια σας του μπόγια 40
το πυρωμένο σίδερο στη νύχτα που δε σβηέται,
τα μάτια σας αδάκρυτα, δακρυοοπλημμυρισμένα,
μάτια παρακαλεστικά κι απελπισμένα μάτια,
του κάκου τα καρφώνετε, πότε από δω, στην Πόλη,
που αγνάντια σας απέραντη μαυρολογά και λάμπει,
πότε από κει, στα βιθυνά βουνά και στ’ ακρογιάλια.
που α㨴ερινα, χαροποιά, σας γνεύουν παραπέρα.
                          *
Στα ωραία νησιά, στα τραγικά νησιά, στα εννιά ερμονήσια,
μελαχρινά τα ροσμαρίνια, ολόξανθα τα σπάρτα,
περίσσια κι ανασταίνουνε σπάρτα και ροσμαρίνια. 50
Κι ο Μάης, ο λάγνος βασιλιάς με το Φεγγάρι πλέκει
παθητικές κι αχόρταγες αγάπες, μεθυσμένες
από τ’ ασώπαστα πουλιά κι από τα περιγάλια
τα θρακικά, τα μουσικά και ακοίμητα που ο γήλιος
ο ανατολίτικος, αδρύς τα ζει και τα πυρώνει.
Παθητικές και αχόρταγες αγάπες, μεθυσμένες
από τα παναρμονικά κομμάτια που του παίζουν
του γαυριασμένου βασιλιά του Μάη για ν’ απολάψει
το πάθος του με τ’ όμορφο παιδόπουλο Φεγγάρι,
τα μαστιχόδεντρα, οι μυρτιές, οι κουμαριές, τα βάτα, 60
και τα πρινάρια κι οι αγριλιές και τα κρουστά τα πεύκα,
που χάιδεμα είν’ η σκέπη τους και μπάλσαμο η πνοή τους,
κι ό,τι χλωρό σιγολαλά φουντώνει, ισκιώνει, σειέται.
Κι ανάμεσα στα πράσινα τα γλυκοφιλημένα
της αύρας, που του λιοπυριού μερεύει την αψάδα,
να η Πρώτη! να ο ξερόβραχος και σάμπως ποτισμένος
από το αίμα μιας πληγής που στάει, δεν κλειεί από χρόνια.
Ξαγναντα στη Χρυσόπολη, στην ουρανόπολη, όπως
την είπε κι ο τραγουδιστής, ξέχωρη μέσα στ’ άλλα,
όσο της λείπει πράσινο, τόσο της δίνεταιόλο 70
να χαίρεται το αγκάλιασμα τ’ άχανο του πελάγου
και τ’ ουρανού· κι αγνάντια της λαμποκοπά και πάντα
ο βιθυνιώτης Όλυμπος, του ασκητισμού ένας κόσμος,
βράδυ κι αυγή ροδόλευκος και χιονισμένος πάντα,
σα μιαν εκστατική ψυχή που πάντα για του κόσμου
το λυτρωμό, τα κρίματα φορτώνεται του κόσμου.

Και η Πρώτη, τρίδιπλη μονιά και τρία μοναστήρια,
στου λύκου του κατετραμού το στόμα τρεις και ννα τους,
οι βασιλιάδες οι ακουστοί που ζήσαν και που σβήσαν,
κακόσουρτοι, πεντέρημοι, βασανισμένοι απ’ όλα, 80
και ολόβολους τους έκλεισε το μνήμα και δε λιώσαν,
και γίνα ίσκιοι και γυρνάν τις νύχτες και είναι αγρίμια
του κάτου κόσμου κι οι άτρομοι ταράζονται σα λάφια.
Τα μονοπάτια του νησιού τα στριφογυρισμένα,
φίδια σε πλάγια και κορφές, καμπυλωτά γραμμένα,
τους ξέρουν όλα του νησιού τα παρακλάδια. Οι ίσκιοι.
Και οι βασιλιάδες είναι τρεις: Ο Ραγγαβές και ο γόης
ο Λεκαπηνός κι ο ασύγκριτος Ο Ρωμανός Διογένης.
Έζησε ο πρώτος ταπεινός και πέρασε απ’ τον ήλιο
στη νύχτα ολόισα, γαληνός κρατώντας και την ώρα 90
του πεθαμού, σαν πάντοτε, τα μάτια καρφωμένα
προς του αγιασμένου παλατιού το φέγγος που μακριάθε
λιόλαμπρο του παιγχνίδιζε και πλάνα τον καλούσε.
Κι ο δύτερος... Μιλήστ’ εσείς, που με το κάλεσμα του,
καλόγεροι και ρασοφόροι κι ερημίτες, μαύρα
κοπάδια, μαύρα σύγνεφα, ζωές μαύρες, εδώ πέρα
σας έσπρωξε στο ερμόνησο κι από τις χαμοκέλες
γύρω, κι από τους βιθυνούς γιαλούς κι από τα πλάγια
τα δασά του Ολύμπου κι από το μέγα μοναστήρι
των ασκητάδων, της κορφής τ’ άγιου Αυξεντίου κορόνα, 100
κι από τις βοσπορίτικες οχτιές που τις αγιάζουν
της προσευχής της μυστικής τ’ αγάλματα, οι στυλίτες.
Μιλείστε που τον είδατε το διαλεχτό της δόξας,
μισόγυμνο, γονατιστό, σκισμένο, σκεβρωμένο,
να κλαιγεται, να δέρνεται μπροστά σας και να σκούζει
του αμαρτωλού τα κρίματα και να ξεμολογιέται,
κινένα δασκαλευτό παιδί με βούνευρο τη σάρκα
να του ματώνει αλύπητα και να τον περιπαίζει.
Και τ’ όνομα του γιόμιζε την ιστορία. Μιλείστε
με του χορού σας το βαρύ τσάκισμα: Κύριε ελέησον! 110
Και ο τρίτοςο απαράβγαλτος, ολάκριβος της Φήμης,
ο ατρόμητος κυβερνήτης, ο μέγας Καππαδόκης,
του Χαλεπιού ο πολέμαρχος, των Άδανων ο κύρης.
Του καταρράκτη του Τογρούλ[24] του στάθηκε χαράκι,[25]
και κράτησε τον Αρπασλάν, των Τούρκων το σουλτάνο,
που καβαλάρης άνεμος απ’ τα βουνά του Πόντου
κι από τ’ αρμένικα στενά χυνόταν ως τους κάμπους
της Αντιόχειας· κι ύστερα να! σκλαβος του σουλτάνου,
κι ύστερα πιο λυπητερός ραγιάς, πανάθλιος δούλος
μέσα στη χώρα που όριζε· κι έφαε την καταφρόνια, 120
του μουλαριού το λάχτισμα, το φτύσιμο του Εβραίου,
και αφόρμισμα, και φάγοσα,[26] κι έπαιρνε από τα χέρια
που τόνε λιβανίσανε και που κεριά του ανάψαν,
το δαρμό, το βασάνισμα, το πλήγιασμα, την τύφλα.
Και ατάραχος, καρτερικός, μαρτυρικός, απάνου
στην αγκαλιά μιας ρήγισσα που δεν γνοιάστηκε όταν
η δύναμή του βρόνταγε κι άστραφτε το σπαθί του-
δυσκολομάντευτη ψυχή, θαμπή καρδιά γυναικεία-
μα που τον ψυχοπόνεσε σαν ήρθε το κορμί του
κι έγινε γέλιο και ντροπή του πρωτινού κορμιού του, 130
τον πληγιασμένο μισερό, τον παραπεταμένο,
κι ήρθε τον παραστάθηκε τα μάτια να του κλείσει,
κι απάνου τους χτυπούσανε φτερούγια αβάσταγα όρνια,
και τα κοράκια κράζανε και οι κίσσες γύρες φέρναν.
Και του Διογένη Ρωμανού κλειστήκανε τα μάτια
μέσα στο κόκκινο νησί, στην πιο ψηλή του ράχη,
και η πολεμόχαρη ψυχή φτερούγισε και πάει
να βρει στεριές και πέλαγα σ’ Ανατολή και Δύση,
της γης να γίνει ριζιμιά της θάλασσας φορτούνα!

Στα τραγικά νησιά, στα ωραία νησάκια, στα ερμονήσια. 140

Να την κι η αυτοκρατόρισσα: Στον αθηναίο τον ήλιο,
του πόθου και του θανάτου λουλούδι φυτρωμένο,
μαγεύτρα του άντρα, η φρόνιμη, σοφή, σκληρή Αθηναία,
και φόνισσα του σπλάχνου της και μάνα του λαού της,
ξέβρασμα. σκιάχτρο του νησιού, φτωχή, παρατημένη,
μήτε που κλαίει τη μοίρα της. Η απελπισιά της πέτρα.
Σέρνεται στην ακρογιαλιά κι είναι σαν ξέρα και είνα
σα μαύρη λάμια του γιαλού. Μακριά, μακριά, καράβια!
Κύματα, συνεπάρτε την με τα συντρίμμια τρίμμα.

Μα ποιος θα σε διαλογιστή και ποιος θα σε μαντέψει, (150)
εσένα, αυτοκρατόρισσα με τα ισόθεα νιάτα,
που ξέχωρη κι αταίριαστη και μια, μεθάς τη σκέψη,
και κάνεις πέρασμα αστρικού [(όντος)]της ερημιάς τη στράτα;
Ποιος με το κερομάστιχο θα πάει να θεμελιώσει
τη ζωγραφιά σου αντάξια, ποια φλογέρα θα γιομίσει
με το τραγούδι σου, χωρίς να συντριφτή απο κείνο;
Ποιος θα μπορέσει αθάμπωτος το υπέρλευκο το κρίνο
να μυριστή, και πίνοντας τη δυνατή ευωδιά του,
τον ύπνο και το θάνατο μαζί να πιεί, σαν κάτι
πολύ γλυκό και αχόρταγα πιθυμητό εδώ κάτου; 160
Και να την, η Σπαρτιάτισσα. Δεν ξέρω αν είναι η Σπάρτη
το χώμα που τη φύτρωσε, για η Σπάρτη αν είναι η γνώμη
που πήρε και την έζησε. Μα ξέρω πως τη λούσαν
τα ίδια νερά που λούσανε και την αρχαίαν Ελένη
μεσ' στα φιλιά των καλαμιώνκαι στους καημούς των κύκνων.
Δεν ξέρω αν την πρωτόρριξε σ' άθλια ταβέρνα η γέννα,
το φως αν είδε σε χρυσό της αρχοντιάς κουβούκλι.
Μα ξέρω πως οι αγέννητες κ' οι φοβερές Μητέρες
που ζούνε απόξω απ' τον καιρό κι από τον τόπο απόξω,
κρατώντας μεσ' στην άβυσσο της αγκαλιάς τους όλα 170
τα πλάσματα που ειν' άξια να ζουν, και δεν πεθαίνουν,
και που τα παίρνουν απ' αυτές και μας τα ξαναφέρνουν
του κόσμου ονείρατα άπιαστα πανώρια κάποιοι μάγοι,
μα ξέρω πως οι αμίλητες κ' οι αλόγιαστες Μητέρες
της δώσανε να χαίρεται τη χάρη της Ελένης.

Να την η Αυγούστα Θεοφανώ! Πούλια και Φούρια. Κοίτα.
Βέργα κρατά, λιγνόβεργα, και στην κορφή της βέργας
ασάλευτος ο τρίφυλλος λωτός, μαλαματένιος.
Και ειν' ο λωτός που δεν τον τρως,το στριγλοβότανο είναι
που με το θώρι σε χαλά, με τ' άγγισμα σε λιώνει, 180
κι όποιος κι αν είσαι, ασκητευτής ή χαροκόπος, ό,τι,
τα ξεχνάς όλα· τη ζωή, τη δύναμη, τη νιότη,
κι αν τίμιος, την τιμή, το θρόνο, αν είσαι Ρήγας,
θησαυριστής, και γίνεσαι ζητιάνος κ' ερμοσπίτης,
παιδί για την αγάπη της, φονιάς για το φιλί της.
Και με τη βέργα[27] κυβερνά, και δένει πολεμάρχους,
τους λογισμούς και τις καρδιές, τις χώρες και τους κόσμους,
αυτοκρατόρους Ρωμανούς, Φωκάδες, Τσιμισκήδες,
κι όσα για να κυβερνηθούν κι όσα για να δεθούνε
στου πέλαου τα πλεούμενα και στου ντουνιά τα κάστρα 190
ταράζουν τα γυμνά σπαθιά και τ' άξια παλληκάρια
και την ογρή φωτιά που καίει, δε σβήνει και ρημάζει.
Κι όπως δε σβήν' η ογρή φωτιά μηδέ στο πέλαο μέσα,
και καταλύτρα και στη γη και στο νερό εκδικήτρα,
να την η Αυγούστα Θεοφανώ, παντού και πάντα αφέντρα,
για βασιλεύει στην καρδιά, για κυβερνά στην Πόλη.
Σαν το δοξάρι του ουρανού του κόρφου της οι ρόγες
λάμπουν, και τις βυζαίνουνε και τρεμοκοκκαλιάζουν
το χαύνο βασιλόπουλο το γυναικοδοσμένο
κι ο νικητής ο ασύντριφτος των αμηράδων, όμοια· 200
και λάμπει, βίγλα αγγελική σε ουρανική μιά πύλη,
το μουσικό χαμόγελο στα πλαστικά της χείλη.
Να την η Αυγούστα Θεοφανώ! Γλυκοτηρά και σφάζει·
στην άκρη από τη βέργα της πως κρέμεστε, σφαγάρια!
Και να κ' η Αυγούστα Θεοφανώ! γλυκογελά και στάζει
το φόνο και το χαλασμό, καθώς η αυγή σταλάζει
μεσ' απο τα ροδόχερα δροσομαργαριτάρια.
Του νιου το θρασομάνημα, του γέρου η ξελογιάστρα,
λυγίζει τους αλύγιστους, τα κατεβάζει τ' άστρα·
με την ειδή της η ομορφιά σαν το χρυσό δρεπάνι, 210
σαν την αράχνη η σκέψη της, η αγάπη της αφιόνι.
Λύσσα και σφίγγα, σάρκα εσύ, δρακόντισσα, Αφροδίτη!

Και αλύγιστη και αχάλαστη, δέσποινα πάντα, μα ίσκιος,
ίσκιος από μιά ολόφεγγη μέρα, τους βράχους κάνει
παράδεισους, τη νύχτα αυγή, κάθε άλλον ίσκιο φέρνει
στα πόδια της κι αγνάντια της να λάμπει σα φεγγάρι
που το κορμί του θα΄ταν φως απ' το δικό της ήλιο.
Και αγνάντια της γονατιστοί και οι τρεις αφέντες οι άλλοι
κρατάρχες της Ανατολής, ψυχάρια της γυναίκας
που λιμασμένη ορέχτηκε και αχόρταγη κατάπιε, 220
φαντάσματα όξω απ΄τη ζωή κι από τα μνήματα όξω,
και μόνο μέσα βασταχτοί στο γητευτή το γύρο
που χύνει ο ίσκιος του ίσκιου της, μιλάνε και βογκάνε,
και ο Ρωμανός, κι εσύ Φωκά, κι ο Τσιμισκής ο τρίτος,
αράδα αράδα, οι τρεις, και η μια. Κι ακούστε τους, κι ακούστε:

«Του ροδόσταμου κανί, της Αλεξάντρας μόσκος,
ποτήρι πορφυρόχειλο, γιομάτο από τον πόθο!
Ξεφαντωτής, κυνηγητής, ξενύχτης, καβαλάρης,
για το πιοτί, για το φιλί, για της αγάπης όλα
τα ζαχαρένια, τα τρελά, τα λαμπερά, τα κούφια. 230
Θρόνος εμέναν΄ ο έρωτας, η απόλαψη κορόνα,
της ξεδομένης νιότης μου σύντροφοι, εσείς λαός μου.
Του κυβερνήτη αγνώριστος, οχτρός του καπετάνιου,
στον τσίρκο πρώτος, βασιλιάς μέσα στο νου της πόρνης.
Εμέ υπουργός ο μαυλιστής, δρουγγάρης μου ο παλιάτσος.
Τα περιβόλια του Ιερού του Παλατιού με ξέρουν,
τ΄ανίερα ξεφαντώματα με ρόδα τα ραντίζω,
λιμάνια, μώλοι, τα καστέλια, οι κάμποι με γνωρίζουν
και στα χρυσά τα ξόβεργα πως πιάνω τα κορίτσια. 240
Στων εκατοχρονίτικων βαλανιδιών τους ίσκιους,
ανατολίτικοι γιαλοί, χαλκιδικά ρουμάνια,
συχνά και καλοπρόσδεχτα με βλέπατε να σέρνω
τα πλήθια τα λαγωνικά στου κάπρου το κυνήγι.
Μα μιάν αυγή που πήγαινα για να ξεμοναχιάσω
το δυσκολόπιαστο θεριό, και παραστρατισμένος
κλείστηκα μεσ' στη λαγκαδιά, σε κάποιου σπηλιού το έμπα
σ' απάντησα, βασίλισσα, και σύντυχα μ' εσένα.
Με σκλάβωσες. Με υπόταξεις. Παιδί σου. Πρόσταξέ με.
Στη σάρκα σου ειν' η χώρα μου, στα μάτια σου η φωτιά μου. 250
Μια νύχτα στο κρεβάτι σου, στη Δαμασκό μια νίκη.
Μιλάς; Θερίζεις τις καρδιές. Γελάς; Τρυγάς τις γνώμες.
Γητεύτρα κι η ομορφάδα σου και πνίχτρα κι η αγκαλιά σου,
κι η δύναμη σου αλύπητη κι η απόφασή σου τίγρη.
Με το σπαθί και καταλαλείς με το φαρμάκι λιώνεις.
Το γέρο πορφυρόβλαστο πατέρα μου, για σένα,
καθώς γυρνούσα από την Προύσα στην χρυσή γαλέρα
να ρέψει τον παράτησα στα δόντια της αστένιας.
Και τη σεβάσμια μάνα μου τη ρήγισα, για σένα
στο μοναστήρι ζωντανή την έθαψα. Και κείνες 260
τις χαρές αδελφάδες μου, τις πολυαγαπημένες
(Ζωή, Θοδώρα, Θεοφανώ, καρφούλες μου, Άννα, Αγάθη),
τις ξεγραψ’ από τη ζωή, τις έκλεψ’ απ’ τη νιότη·
δαρμός απάνω στα κορμιά τα ολόνθιστα το ράσο
της καλογριάς. Και πρόσφερα της καθεμιάς κομμένα
χύμα τα πλούσια τα μαλλιά, τα μεταξένια χάιδια,
θυσία για την αχόρταγη πείνα σου, στο βωμό σου.
Και τη δική μου τη ζωή δαρμένη από τα πάθη,
σ’ την πρόσφερα. Την πότισε... Και πάει! Τι άλλο θέλεις;
<<Θέλω τον άχαρο ήρωα, που έφτασε η ζωή του 270
καταμεσής του δρόμου της κι είναι ο ψαρός και πάει
βαρύς, μαυριδερός, κοντός, αδούλευτος και πάντα
στου γερασμού την εμπατή και δε γερνά ποτέ του.
Τον ήρωα θέλω, που έφερε κι έδωκε του λαού του,
σάμπως παιγχνίδια σε παιδί, τις θεόρατες πόρτες,
τσελικωμένες,[28]θάματα του φιλτισιού, του σμάλτου,
από τα κάστρα της Ταρσός και της Μοψουεστίας·
τον ήρωα τον ασκητευτή, που ξέρει από μετάνοιες
κι από κορμί της γυναικός δεν ξέρει, κι αγνός είναι,
κι είναι σα στύλος άπλαστος, γρανίτης ριζωμένος 280
κάπου στην ακροθαλασσιά που χέρι ενός τεχνίτη
δεν πέρασε από πάνου του, μα που αγαπά το κύμα
με τους αφρούς τον όγκο το σκληρό να συχνοδέρνει.
σα κάπιο πείσμα να’ βαλε να τον απαλοστρώσει,
και που αγαπά να δένεται μαζί του το καράβι,
περνώντας του από το λαιμό τη γούμενα,[29] Καημό ’χω
κι εγώ, κισσός να σφίξω τον, σεισμός να τον τραντάξω,
τον ήρωα το μισόκοπο, τον άσκημο του κόσμου·
μα που πλάθει η φαντασιά σαν κέρδος μες στου Ταύρου
τους πάγκαλους κι αρίφνητους[30] κεδρώνες, που είν’ απάνου 290
κι από τα έλατα κι απάνω από τους πεύκους. Ώ, έλα!>>

<<Ήρθα. Ο Φωκάς. Έξω από σε, στα πάντα Νικηφόρος!
Κυρά μου ερωτοδέσποινα, ποθοκρατόρισσά μου,
κρατάς εσύ τους έρωτες και δώσε εμέ τον πόθο.
Από την πόρτα του Αύγουστου, μια σκήτη στ′ Αγιονόρος
κάλλιο μου πρέπει·και στη δόξα αγνάντια που φυτρώνει
στης Πορταϊτισσας Κυράς το μέτωπο και φέγγει,
του θρόνου και του θρίαμβου καταφρονώ τη δόξα.
Μα σε είδα, και αυτοκράτορας για να σ' αξίσω, να με!
Στα γόνατά σου η τιάρα μου,στη δούλεψή σου ο νους μου. 300
Και γέρος και ζηλόφτονος. Της λεβεντιάς τα βρόχια,
του κόσμου τα πλανέματα, κι όσο άφοβος, τα τρέμω.
Και πήρα κ' έκλεισα κ' εσέ και τη ζηλοφτονιά μου
και τους καημούς του αμαρτωλούστου Βουκολέοντα μέσα
το μέγα καστροπάλατο, κατάνακρα στο κύμα,
με τα τριπλά, τετράψηλα, και τ' άφταστα μουράγια.
Και προς τη μυστική φωνή μεσ' στ' άγριο μεσονύχτι,
την ωργισμένη, γιά ουρανού γιά κόλασης, μηνύτρα,
που ρέκαξε και μούκραξε: «Του κάκου υψώνεις, ρήγα,
του καστροπάλατου τριπλά τετράψηλα μουράγια. 310
Ανέβασ' τα ως τον έμπυρο,[31] και κλειδομανταλώσου·
πάντα θα σ' εύρη η συφορά, θα σε χτυπήσει η Δίκη!»
Προς την προφήτισσα φωνή μεσ' στ' άγριο μεσονύχτι
μούγγριξα κι αποκρίθηκα: Δαίμονα, δεν τρομάζω.
Κ' έπεσα και κοιμήθηκα στου λιονταριού το δέρμα·
κι ο λιόντας πιο πονετικός απο τον έρωτά σου.
Και μ' έσφαξες με το σπαθί του Τσιμισκή. Τι θέλεις;>>

<<Τον άλλο. Πρώτος πόνος μου, στερνή μου αρρώστια εκείνος.
Όλοι εσείς, σας ωρέχτηκα· μα εκείνου, λάτρισσα είμαι.
Θέλω το μικροκάμωτα με τα μεγάλα μάτια, 320
τα γαλανά και τα γλαρά που σέρνουν και που πνίγουν.
Το θώρι το ερωτόπουλο ξανθό και στην καρδιά του
μανιάζουν οι Αιγιώργηδες χτυπάνε οι Διγενήδες.
Κάθομαι, στέκω, περπατώ, κοιμούμαι, ξυπνητή 'μαι,
αν τρώγω, αν πίνω, αφέντης μου, πάντα στο νου μου σ' έχω.
Όλοι εσείς, τα τραπέζια μου που κάθησ' ακουμπώντας
κ' έφαγα,κ' ήπια, μέθυσα και νύσταξα, κι απάνου
στης νύστας τη βαργεστισιά, και σπρώχνοντας, με τούτο
σας αναποδογύρισα το πόδι, που σβει κόσμους.
Και εκείνος η Άγια Τράπεζα. Κι από την ώρα που ήρθα, 330
στο φως του ήλιου, σαν στοιχειά και σαν τ’ αχόρταγα ήρθα,
για δυνατή, για δέσποινα και για βασίλισσα ήρθα,
με το τρεμοκοκάλισμα με την απόλαψη όλο
και με του αντρός το συντριμμιό στης αγκαλιάς το σφίξε.
Στου πόθου απάνω το βωμό καίει νύχτα μέρα η σάρκα,
κι αυγή και βράδυ το φιλί να κελαδά δεν παύει.
Μια φορά είν’ η λεβεντιά και μια φορά είν’ τα νιάτα,
και μια φορά αστραπόφεξες στη νύχτα της καρδιά μου,
Αγάπη για τον αρνητή, και για τον πλάνο Αγάπη!>>
Μα ο τρίτος ο ίσκιος, ο αρνητής και ο πλάνος, δεν ανοίγει 340
το στόμα του για συντυχιά,[32] για λόγο την καρδιά του.
Βουβός. Το μέγα λάγγεμα τον άδραξε, στα δόντια
τον έτριψε, τον έλιωσε και τον κατάπιε. Πάει
σαν το παιδί το ανήμπορο και τ΄ άπλερο το χόρτο,
κι ο ήρωας είναι που τρόμαξαν η Αραπιά και ο Ρούσος,
γύρω στη Έδεσσα οι καιροί, στου Ίστρου τα πόδια οι τόποι.
Το λάγγεμμα, το λάγγεμμα. [33]Και πάντα μέσα του είναι,
και είτε στον κόσμο τον απάνου, είτε στους ίσκιους μέσα,
πάντα τον τρώει, και τρώγοντας τόνε βουβαίνει, εντός του
στάζοντας κάτι αμίλητο πολύ, πολύ θλιμμένο 350
για να το πει με στεναξιές, για να το ζήση με ήχους.
Γιατ' είναι μέγα το σπαθί πο΄ ΄σφαξε τον πατέρα,
γιατ' είναι μέγα το σπαθί, και μέγα και το κρίμα,
γιατ' είναι και η βασίλισσα που αρνήθη πιο μεγάλη.

Έτσι στα τραγικά νησιά, στα έρμα ομορφονήσια,
του χαλασμού βασίλισσες, και του χαμού ρηγάδες,
τους τάφους απαριάζοντας,[34] γυρνάν και συντυχαίνουν,
μοιρολογάν τα πάθη τους και τα ξεμολογιένται
μεσ' τους αχνούς του φεγγαριού και μεσ' του Μάη τις γλύκες,
με της νυχτιάς το μάγεμα. Καμπάνες και καλούνε 360
στον όρθο, στον εσπερινό , στου κοσμικού τη λήθη,
ηόγκοι και ουρλιάζουν, σπαρασμοί και βαργομάν. Και ξάφνου
στριγκιά γρικιέται σάλπιγγα και χτύπο σαν πετάλων,
και από φουσάτο χλαλοή και ομπρός του καβαλάρης,
μαζί άνθρωπος, μαζί άλογο· περνά·, και σα να πάει
προσκυνητής, και να΄ έρχεται, Θεοφανώ, προς εσένα,
διψώντας το φιλί κι αυτός, ο βασιλιάς κι ο γιος σου!

Άλλοι ας οργίζονται μ΄ εσέ κι ας αναθεματίζουν
τη μνήμη σου κι ας ντρέπονται ν΄ακούνε τ΄όνομά σου.
Κι άλλοι ας μιλούν την ομορφιά σου διαλαλώντας, όπως 370
τη λαμπάδα της φωτιάς, της τίγρης το τομάρι.

Φλογέρα εγώ προφητική κ' εγώ επική φλογέρα,
ναό σου υψώνω, ανάφτω σου λαμπάδα, υμνολογώντας
μεσ' στον καπνό του λιβανιού το κόνισμά σου. Ω! δόξα,
δόξα σ' εσέ, κενταύρισσα βασίλισσα, μητέρα
που γέννησες τον κένταυρο το ρήγα, όπως γεννήθη
μ' ένα της τρίαινας χτύπημα στη μυθοπλάστρα Ελλάδα,
από το κύμα το πικρό, το παινεμένο το άτι
Έτσι στους κοσμογονικούς καιρούς από την τρύπα
που ένας σεισμός ξολοθρευτής θάχε της γης ανοίξει, 380
κάποιο βουνό θα υψώθηκε κάστρο της γης και σκέπη.
Και το δοξάρι του Έρωτα και το κοντάρι του Άρη
το ΄να από τ΄άλλο δύσκολα κανείς τα ξεχωρίζει
την ώρα που σκληρά χτυπάν ή που γερά στηρίζουν
και της ψυχής και της ζωής και τ΄άγια και τ΄ανάξια.
Και γαυριασμένος ο Έρωτας και ο Πόλεμος λυσσάρης,
αλόγατα και χλιμιντράν αβάσταγα και σκάφτουν.
Και βρυσομάνα είν΄ η γυναίκα· κι έρχονται από εκείνη
κι εσύ αμαρτία κι ο λυτρωμός κι η ανάσταση και ο Χάρος·
και το σπαθί που σ΄έσφαξε, δέσποτα Νικηφόρε, 390
και η μητέρα που σε γέννησε, Βουργαροφάγε ρήγα!

ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ[Επεξεργασία]

{Επική απαρίθμηση του τροπαιοφόρου δρόμου του Βασιλιά ανάμεσα από τα κάστρα, τους κάμπους, τους λόγγους και τις λίμνες της Μακεδονίας}

Τρίστρατα και τετράσαρτα και μονοπάτια. Εκείνος.
Λίμνες, κορφάδες, πολιτείες, πόρτες, ποριές, κλεισούρες,
στα Βοδενά, στο Σκούταρι, στα Σκόπια, στο Μπεράτι,
μακεδονίτικες λογγιές, όλα τα κατοτόπια,
κι ο κάμπος της Πελαγονιάς κι ο δρόμος της Τριαδίτσας
τον ξέρουν και όπου σαγιτιά ρωμαίικη σαρκοφάγα
χτύπησε τον αλλόφυλο και τον Αμαλακίτη.
Και άδραξε και κατέλυσε και σκλάβο τόνε σέρνει
το Βούργαρο απ΄το Δούναβη, το Σλάβο απ΄τα Μπαλκάνια,
και με το βρόχο στο λαιμό με το χαλκά στο πόδι [10]
σέρνοντας όρνια και σκυλιά, βογιάρους[35] και ζουπάνους,[36]
πίσω από τ΄άρμα του έδεσε το σπίτι σου, τσαρίνα
Και πήρε το Λογγόστρατο και πήγε από το Λόγγο
στη Καστοριά που απλώνεται χλωρή σιμά στη λίμνη,
και τα στερνά τα τσάκισε του Σαμουήλ φουσάτα,
και πνίγει μες στο ποταμό τον βρώμικο Πετσενέγο,
και πέρα, στ΄ Όστροβο[37] σιμά, του τσάρου το παλάτι,
κι εδώ χαλούσε κι έριχνε κι εκεί έχτιζε και ζούσε.
Και πέσαν τα Βοσόγραδα και βόγκηξε η Βιστρίτσα[38]
και ο Βλαδίσλαβος έφυγε και πάει κι ο Νικολίτσης, [20]
κι απ΄την κορφή του Βροχωτού δεμένο τον Ιβάτση
τον έσυρε στου βασιλιά τα πόδια ο Δαφνομήλης.
Κι ήρθαν, τον προσκυνήσανε και τα κλειδιά του φέραν
σαράντα κάστρων, τα σπαθιά σαράντα καστελάνων,
Ο Δραβομίρης, τα παιδιά του Βλαδισλάβου και όλοι,
και ο Μπογδάνος με τον Κρακά και με τον Δραγομούζο,
με τον Κρακρά που γέννησες ήρωα στερνό, Ροδόπη!
Και στην Πρεσλάβα στάθηκε κι ήρθε κι από την Πρέσπα,
τον τόπο το νησόχτιστο και σα ζωγραφισμένο,
στην λίμνη την αξέχαστη με τα δασιά λιβάδια, [30]
με τα μεγάλα τα βουνά τα λογγωμένα γύρω.
Και το Βαρδάρι πέρασε, τον είδανε τα Σκόπια,
κι όπου αν περνούσε, θυμιατά, κι όπου κι αν τράβαγε, ύμνοι.
Και γόνατα λυγίζονταν και προσκυνήματα ήταν
και δάκρυα στάζαν και φιλιά στο χώμα που το πατούσε.
Κι από τη Μοσυνοπολη την πόρτα της του ανοίγει
και η Σέρρα και λαγκαδόκλειστη και πλέει μες στο Στρυμόνα
και μες στη Αδριανούπολη κι όσοι απομείναν, ήρθαν,
το προσκυνήσανε κι αυτοί κι από το χώμα πήραν
που ’χε πατήσει και σκυφτοί ραντίσαν τα μαλλιά τους. [40]
Τ΄άπαρτο παίρνει Πέρνικο, του κάμπου καβαλάρης,
κι αϊτός φωλιάζει του βουνού στης Πρόνιτσας[39] τον πύργο.
Και στη δυσκολοσίμωτη και στην παράξενη άουλα,[40]
και μες στη Οχρίδα, καρδιά του Βούλγαρου, που στέκει
σάμπως κρυμμένη στο ύψωμα προς τη μαγεύτρα λίμνη.
κι εκεί που ο Δρίνος έρχεται καμπυλωτός και πάει
μαυριδερός και ολόμακρος και ρίχνεται του Αδρία·
και πάτησε της Όχριδας παλάτια και χασνέδες,[41]
και το στρατό του ρόγιασε[42] μ’ όλους τους θησαυρούς της·
κι ήβρε κορόνες τσαρικές από μαργαριτάρια, [50]
κι ως εκατό κεντηταριών[43]χρυσή μονέδα πήγε
στην τέντα του, από μάλαμα πλεχτή και από μετάξι.
Και μήτε αυτός ο απάτητος μες στη Χιμάρα, ο Τμώρος,[44]
στην πιο ορθωμένη του κορφή, στην πιο τραχιά του ράχη,
κι απείραχτο κι ασκλάβωτο δεν έσωσε ν΄ αφήκει,
κι από το σόι του Συμεών και από του Σισμάν την κλήρα,
χέρι για το φοβέρισμα, για το φευγιό ποδάρι.
Τον είδαν, τόνε νιώσανε και δεν τόνε ξεχάνουν,
γιατί παντού σημάδεψε τ’ 'αστραποπέρασμά του,
κι όσα μεγάλα υψώνονται κι όσα πλατιά κυλιένται, [60]
Καύκασοι, Νείλοι, Απέννινα και Αντίταυροι και Ταύροι.
Κι από το Σάβα [45]ως τα βουνά τα χιμαριώτικα, όλα
δικά του, μονοκράτορας και ως πέρα στα Μπαλκάνια.
Τ’ ακούει κι η Μαυροθάλασσα κι ο πάγος της ραϊζει,
κι η λαμπερή η Αδριατική κάποτε το ίσκιωμά του
νιώθει, άπλωμα από πάνου της τρικυμισμένου αιθέρα.
Κι από τη Θράκη χάνεται και φαινεται στην Πόλη,
και προς την Αντιόχεια το φύσημά του παίρνει
για ν’ βρει το Σαρακηνό, και δεν κρατιέται εκείνος
μηδέ από τους βαλτότοπους και μήτε από το χιόνι 70
στα βουνοτόπια της Συριάς· και γύρω του δεν τρέμουν
αρρώστιες και αποκάρωμα και δείλιασμα- του κάκου
στον κουρασμένο η δέηση και στον πεσμένο ο βόγκος.
Πάντα μπροστά. Του φτάνουνε, πολλοί και λίγοι εκείνοι,
και μετρητοι και δαλεμένοι, όσοι βαστάν, γιατ’ έχουν
μες στα πλεμόνια τους πνοή του αέρα του δικού του.
Κι ολόγυρά του ανάβουνε τη φλόγα οι καλιφάδες,
και κάψαλα οι κατούνες τους[46] και κάτω τ’ άρματά τους,
και φεύγουν προς τη Δαμασκό, στου Λιβάνου τη σκέπη,
το λυτρωμό γυρεύοντας, μακριάθε σα γρικάνε 80
το πέταλο του αλόγου του σα χτύπημα του ολέθρου.
Κι οι εμίρηδες λυγίζονται και γέρνουν και στο χώμα
τα σέρνουν τα κεφάλια τους για να τους συμπαθήσει.
Από τ’ αρμένικα βουνά κι ίσα με τ’ ακρογιάλια
τα ιταλικά, τιυ πήρε η Δόξα τ΄ όνομα και τρέχει·
πλέει την αυγή στο Δούναβη και πάει και προς το βράδυ
προβάλλει και αργολούζεται μες στα νερά του Ευφράτη.

                               
Κι απάνου απ' όλα η δόξα του πάει προς τη χώρα που είναι
το Πάγγαιο το λογάρι (θησαυρός) της κ' ειν' η Θεσσαλονίκη
βασίλισσά της,κ' η Έδεσσα μάννα της,βρυσομάννα, [90]
κ' είναι του Σλάβου τ' όνειρο και του Ρωμιού η λαχτάρα.
Απλώνεται και οργώνεται κι ανθίζει και πατιέται
στη μέση του Αλιάκμονα και του Αξιού που πάντα
ποτάμια ντεληπόταμα, Βαρδάρι και Βοστρίτσα
δε στέκουν, όλο ξεχειλάν κι αγριεύουνε και τρέχουν,
και τη φυλάγουν και τη ζουν τη χώρα, μα του κάκου,
γιατί νεροσυρμές λαών κ' έθνών κατοποτήρες
κυλάνε πάντα απάνου της και τήν πλημμυρίζουν,
πολιτισμένοι, βάρβαροι, παλίες, καινούριες φάρες,
και τιποτένιοι και ακουστοί γοργά και αργά διαβαίνουν,[100]
ψάχνουν εδώ, σκάφτουν εκεί, χτυπάν, παραμονεύουν,
σα να ζητάν όλοι να βρουν κάπου στα χώματά της
το γιγαντένιο τ' άγαλμα, χρυσοπελεκημένο
που κάποτε στυλώνοταν και θάμπωνε τα μάτια
στο Σλατοβρέκι[47] το βουνό, σε μια κορφή του απάνου·
και πολεμάνε τ' άγαλμα να βρουν, και δεν το βρίσκουν,
και τους θαμπώνει τ' όραμα, κ' η χώρα κ' η ίδια στέκει
σαν όραμα θαμπωτικό τη φαντασία χτυπώντας.
Κι απάνου απ΄όλα η δόξα του πάει κι έρχεται στη χώρα
και διαβατάρα από παντού, σπιτώθηκ’ εδώ και ήρθε, [110]
κι η δόξα του γεράκι, αϊτός, γρύπας, λιοκόρνο[48] πάντα,
η δόξα του έγινε τσουκνιάς, έγινε ψαροπούλι,
κι έφαγε την αφάγωτη ακρίδα τη βουργάρα.

Κι αφού αγωνίστηκε τρανός το δοξασμένο αγώνα,
στάθηκε. Ανάπαψη; Ποτέ. Στο στρατολάτη πάντα
μια σκέψη για περπάτημα, μια ορμή για δρόμο, πάντα.
Μέσ’ από τον πολεμικό το θώρακα και κάτω
κι από χρυσάφια, σίδερα κι από άρματα κι απ΄όλα,
κατάσαρκα το δάγκωμα του τρίχινου του σάκου
το αιστάνεται, σαν ασκητής και σαν κριματισμένος· [120]
τονε φορεί· και το κορμί του δέρνει, του ματώνει,
στον παιδεμό κρατώντας την, πικρή και νηστημένη,
την πιστική του σατανά, τη κολασμένη σάρκα.
Και την καρδιά του αιστάνεται να την αγγίζει, σάμπως
με δάχτυλα προσταχικά και να του γλινετ’ αίμα
το ’κόνισμα της Παναγιάς, το φυλαχτάρι πάντα
που το ’χε γκόρφι απάνου του και το ’χεε Τίμιο Ξύλο,
ταμένος καθώς ήτανε στης Παναγιάς τη χάρη.
Στάθηκε· συλλογίστηκε· λαχτάρησε να βάλει
στερνό στο καισαρίκι του, που αστράφτει από ρουμπίνια [130]
πολέμων και ξολοθερμού, λαχτάρησε να βάλει
του σπλάχνους και της δέησης τ’ άσπρο μαργαριτάρι.
Τάχα και τι στοχάστηκε; το Θεό; τη στερνή κρίση;
τη βασιλεία των ουρανών; τη δόξα των Ελλήνων;
την ιστορία; τη σωτηρία; το γένος; την ψυχή του;
Ποιος ξέρει... Μόνο σκίσανε τη συγνεφιά του νου του
κάποιες βασίλισσες, μαστάρια κόσμων, κάποιες χώρες,
και φέξαν μπρος του, καθεμιά με τη δική της όψη.
Καταμεσής του Τίβερη και του Φλαμίνιου δρόμου,
στο Μάρτιο Κάμπο[49] κείτεται, μισερή, ξεσκισμένη, [140]
του κόσμου η Ρώμη, δέσποινα κι απανου στο κορμί της
ο Πάπας με τον Καίσαρα πατάνε και παλεύουν.
Κι εσύ της Άσπρης θάλασσας χρυσαφικό, Αλεξάντρια ,
του Εβραίου πραγματευτή πιστή, πολιτική του Αράπη,
κοιμάσαι· πέφτει απάνου σου και ο Νείλος και σε οργώνει,
κι εσύ κοιμάσαι Ελλήνισσα και στο όνειρό σου βλέπεις
της Υπατίας την ομορφιά, το μάλαμα της Ϊντιας.
Παραδομένη στο χαρέμι τ’ άγριου Φατιμίτη
της Παλαιστίνης η καρδιά, Σιών η αγία, γέρνει
ψήλαθε από του κάστρου της τον πύργο, στο λαγκάδι [150]
ξέγναντα, απάνου στην πλαγιά και προς το πέλαο βλέπει,
και σταυρωτής του Λυτρωτή, προσμένει ένα σωτήρα.
Φαντάζει κι η Αντιόχεια, πλάι στον Ορόντη νύφη,
σαν κάμπος με τα λούλουδα, σαν ουρανός με τ’ άστρα.
Και κρύβοντας η Πέργαμο στο βαθουλό της κόρφο
θρέφει τους πολεμόχαρους θεούς και τους γιγάντους·
και με καθρέπτη μάγισσας και με πορφύρα αυγούστας,
η Αρμίδα[50] η βοσπορίτισσα [Κωνσταντινούπολη] να την!
 απάνου απ΄όλες.
Και ξέχωρα, παράμερα, σαν καταφρονεμένη,
και λιόκαφτη και λιόκαλη στη φτώχια και στους πόνους [160]
η Αθήνα, χέρι απλώνοντας να ζητιανέψει, και όμως
αλύγιστη, με το κεφάλι ορθό, με του μετώπου
στοχαστική την πλατωσιά και τη μεγαλωσύνη,
γαληνό μέτωπο, γυμνό, και σα να περιμένει
χέρι, της Τέχνης το διαμάντι να του ξαναβάλει.
Και ο νικητής κι ο βάρβαρος που αποζητούσε κάτι
σαν ταίριασμα, ίσκιο για δροσιά, για ανάπαψη λιμάνι,
Ρώμη, δε στάθηκε σ' εσέ, δε σε ωρέχτηκε, Πόλη,
μηδέ σε διαλογίστηκε Ιερουσαλήμ, και μήτε
ρήγισσα εσένα βιθυνή με τους διακόσιους πύργους, 170
Νίκαια! Μακεδονίτισσα Θεσσαλονίκη, μήτε
κ' εσέ, μπρος στην Εφτάλοφη που δείχνεσαι, σα νάσαι
καμιά πατρίκισσα Ζωστή στο πλάγι της Αυγούστας.
Μήτε κ' εσύ, της προσευκής και της Χριστιανωσύνης
βωμέ γιγάντικε, που καις και το θυμίαμα υψώνεις
αγκρέμιστος νυχτοήμερα, χαλκιδικό Αγιονόρος.
Πέργαμο, εσέ, κι Αντιόχεια εσέ, κ' εσέ Αλεξάντρα; Μήτε.
Αθήνα, εσέ ερωτεύτηκε· τράβηξε προς εσένα!

Στης χώρας της Εφτάλοφης απάνου τα μουράγια
γυρίζει η Βλαχερνιώτισσα, πιο δυνατή απόκείνα, 180
μετρώντας τα, τρομάζοντας με την περπατησιά της
τ’ αγερικά και τ΄αστρικά και γη πέλαο γύρω.
Σαν αρχαγγέλικο σπαθί στ΄άχραντα χέρια σφίγγει
το αστραφτερό θαματουργό μαφόρι,[51] έτοιμη πάντα
στο κύμα του Κατάστενου την άκρη του να βρέξει
και να ξυπνήσει ανεμικές μα ξαπολύσει μπόρες,

για να ρουφήξουν άλλη μια φορά και μια για πάντα,
τον Άβαρο, το Βούργαρο, τον Άραβα, το Ρούσο,
κι όποιον με τα μονόξυλα και όποιον με τα καράβια
θα ξεμυτίσει οχτρός της γης που η Παναγιά φυλάγει. 190
Εκεί που στεκετ’ ο ¨αθωνας, βιγλάτορας ταξιάρχης
μπρος στου μακεδονίτικου παράδεισου το έμπα,
κορόνα του μοναστηριού και σκέπη τ΄Αγιονόρους,
να την η Πορταϊτισα! Στο γόνα της απάνου
βρέφος ο Λόγος του Θεού. Στα μάτια της Παρθένος
όλος ο κόσμος, ουρανός καρδιάς και αγάπης, όλος
από τα κρίνα της Εδέμ ως τα τσεγκέλια του Άδη.
Αν κουνηθεί το χέρι της, όλα θα τα βλογήσει,
πλούσιους, φτωχούς, δίκιους, κακούς, από ζίζικα ίσα
με την πλατιά τη θάλασσα τη σμαραγδοσπαρμένη 200
που απλώνεται στα πόδια της και που την άγιασε, όταν
από της Νίκαιας τους γιαλούς έφτασε θάμα, θάμπος,
πύρινος στύλος, χορευτής του αφρού και του κυμάτου.
Μα ο νικήτής καιο βάρβαρος το νου του δε στυλώνει
στη Βλαχερνιωτισσα, μηδε στη δόξα των Ιβήρων.
Τη Δέσποινα των Ουρανών θα πάει να προσκυνήσει,
που το κάστρο της έχτισε στο βράχο της Αθήνας,
κι από τα τετραπέρατα κι από τη Θούλα[52] ολάκρη,
του πιστού δέσεται τ΄αγνό πρόσορο και το τάμα,
κι ύστερ’ από την Αθήνα την πολεμόχαρη ήρθε, 210
και με το ίδιο ανάστημα και με τον ίδιο αέρα,
μα γαληνόχαρη, χωρίς κοντάρι και σκουτάρι.
Κοντάρια είναι τα χέρια της για νίκες και σκουτάρια,
και είν’ άβλαβο το φοβερό της Μέδουσας κεφάλι
μπροστά στο γκόρφι, του άυλου κόρφου της κρεμαστάρι,
που ζωγρταφίζει το Χριστό, τ’ ολόγλυκο παιδί της.

Πίσω στα χίλια δεκαοχτώ. Μπρός, πίσω, πάαινε κ' έλα,
λάλα, φλογέρα βάρβαρη και στοιχειωμένη γλώσσα
στο στόμα του βρικόλακα, που κράζει κι ο ερχομός του
πως αν η δόξα είναι καπνός, η δόξα είναι και βράχος. 220
Γιατί δε δύνεσαι να πης, καθώς θωρείς τον έτσι,
σκιάχτρο για τ'αναγέλασμα, πως ειν' εκείνος ο ίδιος ·
και μήτε που μπορεί να πεις πως είναι κάποιος άλλος,
τι κ' έτσι που τόνε τηράς, με τ’ όνομά του μόνο
πέφτεις και τόνε προσκυνάς. Εγώ η φλογέρα, η μία,
στο αχείλι του βρικόλακα, κι αυτός μαντατοφόρος
του κάτου κόσμου, απ' τη νυχτιά της άβυσσος σταλμένος,
ζη τη ζωή πιο δυνατά και πιο φωτολουσμένα
κι απ' των ανθρώπων τη ζωή που χαίρονται τον ήλιο.
Εγώ, φλογέρα βάρβαρη, κι αγιάζω το σκοπό μου, [230]
και παίρνω αέρα σίβυλλας, και γίνομαι μαντεύτρα,
κι όμορφη από την ομορφιά και των αιώνων όλων,
σιμώνω εγώ τα μακρινά, και τα θαφτά ξεθάφτω,
το πρωτινό το νόημα στ' ανόητα ξαναδίνω,
και ξεσκεπάστρα τ' αυριανού, ξένου ήχου ξεφωνήτρα,
σοφού, που σαν πρωτάκουστος ξεσπά και σας ξαφνιάζει,
τα ορέγομαι όλα τ' αγαθά, τ' αληθινά, τα ωραία,
τα χαίρομαι, τα χαιρετώ, και πολεμώ να κάμω
να χαιρετίσετε κ' εσείς κ' εσείς να το χαρείτε
ξεχωριστά, και πιο πολύ από τ' άλλα, απάνου απ' όλα,[240]
το ευγενικότατο αγαθό. Σας πάω προς την Αθήνα.

Εσ' είσαι που κορώνα σου φορείς το Βράχο; Εσ' είσαι,
Βράχε, που το ναό κρατάς, κορώνα της κορώνας;
Ναέ, και ποιος να σ' έχτισε, μεσ' στους ωραίους ωραίο,
για την αιωνιότητα, με κάθε χάρη Εσένα;
Σ' εσέ αποκάλυψη ο ρυθμός, κάθε γραμμή, και Μούσα·
λόγος το μάρμαρο έγινε, κ' η ιδέα τέχνη, και ήρθες
στη χώρα τη θαυματουργή που τα στοχάζεται όλα
με τη βοήθεια των Ωρών των καλομετρημένων,
ήρθες απάνου απ' τους λαούς κι απάνου απ' τις θρησκείες,[250]
κυκλώπειε, λυγερόκορμε, και σα ζωγραφισμένε.
Όμοια τα πολυτίμητα παντοτινά μαγνάδια,
ίδια στη στέγνια, στη νοτιά, στο φως και στο σκοτάδι,
που χέρι δεν ξεϋφαίνει τα, και χρόνια δεν τα φτείρουν,
και μάτι δε μπορεί να βρη πως απ' αρχής πλεχτήκαν,
κι ανήμπορ' είναι η μαστοριά να τα ξαναρχινήσει,
στοιχιά γιατί τ' αργάστηκαν από δροσοσταλίδες
και νέραϊδοι με τους αφρούς και αγγέλισσες με αχτίδες.
Έτσι κ' εσύ. Ούτε δύνοσουν αλλού, ναέ, να ζήσεις
παρά όπου πρωτοφύτρωσες. Ανθός, κ' η Αθήνα γ[(λ)]άστρα.[260]
Εδώ του αθάνατου η πηγή, της ερμιάς τώρα η κλάψα.
Στην ίδια γη, στων ίδιω[(ν)] σου θεών το κατατόπι,
καθώς φυτρώναν από των αθάνατων τα δάκρυα
και από μακάρων αίματα, που στάζαν εδώ κάτω
και βοήθαγαν τη γέννα τους, φύτρωσες ως φυτρώναν
οι νάρκισσοι κ' οι υάκινθοι και οι δάφνες κ' οι ανεμώνες
κι όσα απ' τ' ανθρώπου το κορμί στου λουλουδιού περνούσαν.
Κι όπου σου πήρανε βλαστό και σπόρο όπου σου κλέψαν,
το ξαναφύτρωμα άμοιαστο, για πάει του κάκου ο σπόρος.
Ναέ, τα θέμελά σου εσέ δεν είναι ριζωμένα [270]
σα να τη’ γγίξαν τρίσβαθα την τέλειωσει του κόσμου,
μηδέ το μέτωπό σου εσέ πάει πέρα από τα γνέφια,
σαν πυραμίδας κολοσσός απάνου σ' ερμοτόπι
της Αφρικής. Ανάλαφρα κρατάν εσέ στου αέρα
τη διαφανάδα τη γλαυκή των Ολυμπίων τα χέρια.
Κ' η αρχοντική κορφή σου εσέ δίχως θρασά να πάει
για να χαθεί στα απέραντα που μάτι δεν τη φτάνει,
το Πνέμα προς τ' απέραντα ξέρει απαλά και φέρνει.
Εσένα δε σε χτίσανε τυραγνισμένων όχλοι,
καματερά ανθρωπόμορφα σπρωγμένα απ' τη βουκέντρα [280]
φαρμακερά και αλύπητα δυνάστη αιμοπότη.
Εσένα με το λογισμό κ' εσέ με το τραγούδι
σε υψώσαν των ελεύτερων οι λογισμοί εκεί όπου
και ο Νόμος σαν πρωτόγινε της Πολιτείας προστάτης,
με το ρυθμό πρωτόγινε, κ' είταν κι αυτός τραγούδι ·
και ο δαμαστής σου, μάρμαρο, ναέ,και ο πλαστουργός σου,
δίχως να ιδρώσει νικητής, δίχως αγώνα πλάστης.
Κι ακούστε! Πρέπει κι ο άνθρωπος,κάθε φορά που θέλει
να ξαναβρεί τα νιάτα του, νάρχεται στο ποτάμι
της Ομορφιάς να λούζεται. Σ' όλα μπροστά τα ωραία [290]
να στέκεται αδιαφόρευτα και γκαρδιακά να σκύβη
προσκυνητής, ερωτευτής, τραγουδιστής, διαβάτης.
Κι αφού όλων πάει ταξίματα και μεταλάβει απ' όλα,
πάλι και πάντα να γυρνά σ' εσένα μ' έναν ύμνο.
Μ' εσένα το ξανάνιωμα του κόσμου ν' αρχινάει
του κόσμου το ξανάνιωμα μ' εσέ να πέρνει τέλος.
Που να τη βρω, και σαν τη βρω, που να την καταλάβω
της καλλονής σου την ψυχή, ναέ, και της ψυχής σου
το μυστικό πως να το πιώ, τι δάχτυλα, ποια χέρια
θα μου το παίξουνε, και ποια πνοή θα μου κυλήσει [300]
το μυστικό σου μέσα μου σα ροδοκόκκινο αίμα
για να το κάμω λάλημα, που να τ' αξίζει εσένα;

ΛΟΓΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ[Επεξεργασία]

Κοντάρια, όπλα πετρόβολα, κριάρια, σκορπιοί, σφεντόνες,
μεριάστε, ορμή του πέλεκα,του δοξαριού ριχτιά.
Της γης οι στρίγγλες τρέμουνεκαι του νερού οι γοργόνες
τη μαγική φωτιά.
Μιά σκύλλα από την άβυσσο, μια φούρια από τον Άδη,
κατούνες, κάστρα, κάτεργα,[53] τα κατλεί, γητειά.
Γήταυροι, σμύρνες, όχεντρες, όλα τ' αγρίμια ομάδι
να την η ογρή φωτιά!
Του Κωνσταντίνου οδηγητής ο αρχάγγελος πετούσε
κι η Ρώμη η νέα ξεφύτρωνε. Στη δίπλα την πλατιά 10
κρυμμένη της ολόλαμπρης φτερούγας του κρατούσε
τη φτερωτή φωτιά.
Και του μεγάλου βασιλιά χάρισμα πιο μεγάλο,
σε μια γοργή κι από σιωπή κι από αστραπή ματιά,
με το ’να χέρι του άφησε την Πόλη και με τ’ άλλο
τη μυστική φωτιά.
Και της στεριάς αρματωλή και του πελάου κουρσάρα,
κι από τους κάβους του Μοριά πέρα ως την Ευφρατιά,
μες τη νυχτιά αστραποκαπός, μέσα στη μέρα αντάρα
του Γένους η φωτιά. 20
Κοντάρια, όπλα πετρόβολα, κριάρια, σκορπιοί, σφεντόνες,
του τσεκουριού κοπάνισμα, του δοξαριού σαϊττιά,
σκουριάζουν τ' άρματα, οι πολέμοι αλλάζουν,οι αιώνες
πάνε, μα να η φωτιά!
Χαρά σ' εσάς, Ελλαδικοί, δόξα σ' εσάς, Πολίτες,
δράκοι και δρακοντόπουλα, ρωμαίικη λεβεντιά,
σας έφαε, Βούργαροι, Άβαροι και Ρούσοι και Αραβίτες,
η Ελληνική φωτιά! -
Άκου, από θέματα λογής, μέσα στα νούμερα, έτσι
στρατιώτες της παραταγής, λεβέντες του φουσσάτου 30
την τραγουδάνε την πυρή φωτιά, την ογρή φλόγα,
χάρισμα μέγα, μυστικό πιο μέγα, που τυλώνει
του Κράτους του βυζαντινού τη φλέβα από αιώνες.
Καλό είναι το ταξίδι τους, έπαψε το σεφέρι,[54]
Πόλεμε γαύρε, ανύστατε, σαν αποκαρωμένος,
τραβάν την Αθηνιώτισσα να διπλοπροσκυνήσουν·
μες στα φηκάρια τα σπαθιά, τα φλάμπουρα ανεμίζουν.
Καισάριοι, έξαρχοι. μάγιστροι. δομέστικοι, δουκάδες,
ταξάτοι, ταξιδιάριδες, ακρίτες, απελάτες,
σπαθάρηδες, δρουγγάρηδες, καβαλαρέοι, αρμάτοι, 40
καπετανέοι, αρχοντολόγια, ταπεινοβγαλμένοι,
από τα Δψδεκάνησα και πέρα ως την Ισλάντα.
Λίμιτα, [55] νούμερα, σκολές, των ασκερι¨ων ξεφτέρια,
θεληματάροι, ρογιαστοί, κατάφρακτοι, αλαφρίτες,
του δυνατού αγγαρέματα, μαζλώματα του ανέμου,
καικάθε χώρας και φυλής, γνώμης, καρδιάς και γλώσσας,
των τετραπέρατων πουλιά, ζούδια των κόσμων όλων,
καικάτου από ’να λάβαρο και κάτου από μια διάτα,
και σκέπη τους ένα όνειρο κι εσύ μια ιδέα τους δίνεις,
η Πόλη η Βοσπορίτισσα, του Κωνσταντίνου η κόρη. 50

Μα εγώ φλογέρα μυστική και ονειροχτυπημένη
το καταλόγι τεχνικά δε δύναμαι να πλέξω,
για να ιστορήσω ξάστερα και να σκαλίσω απάνου
στου λόγου μου το μάρμαρο με πράξη και με τάξη
των πελεγρίνων τους λαούς και των αντρειών τις όψεις.
Σε μιαν ονειροφαντασιά που σβεί μόλις αστράψει,
περνάνε, θάμπωμα στα μάτια, και στ' αυτιά βαβούρα,
και ξαναλέω κι αντιλαλώ και παίζω, σα να δίνω
μάκρεμα κάποιο μουσικό στου ονείρου την εικόνα.
Έτσι ένας που προσπέρασε γοργά και ξεγνοιασμένα 60
και με της νιότης την ορμή, που αλλού θα την κρατούσε
το λογισμό του καρφωτό, έτσι ένας από ξένη
χώρα που νιος προσπέρασε και τη θυμάται ξάφνου,
κι από καιρό, της ξένης χώρας δε γυλάει καθάριο,
για να ξαναζωγραφιστεί, τίποτε μες στο νου του,
και του διαβαίνει από το νου ξανά και του προβάλλει
μακρινό κατι και θαμπό κι άφραστο η χώρα η ξένη,
μα πάντα σάμπως πρόσωπο ξεχωριστό, που κάπου
μας έγνεψε κι απάνου μας τα κάρφωσε δυο μάτια
και πια δεν ξεριζώνονται μεσ΄ από την καρδιά μας. 70
Της επικής μου θάλασσας τη γαληνιά τη δέρνουν
παθητικές ανεμικές και λυρικά μελτέμια,
κι όλο αρμενίζει στα ήσυχα νερά της το καράβι
μιας Φαντασίας ανήσυχης, πάντα οραματισμένης·
και τώρα το καράβι μου γιομάτο, αρματωμένο,
προσκυνητή αυτοκράτορα, από σε και το στρατό σου!

Διαβαίνουν οι παραταγές και το καθένα αλλάγιγι,
τα πανωκλίβανα ριχτά κι οι αμαρτωσιές αστράφτουν.
Κι οι στρατιώτες οι Έλληνες ολούθε καλεσμένοι,
από του Ταιναίρου τα σπ΄ληλια ως τα λαγκάδια του Αίμου, 80
Σε τι όνομα ν΄ακούν; και ποιοι; πώς να τους ξεχωρίσω;
Και βιαστικοί και ανάκατοι και η ζωγραφιά τους βγαίνει
κι εδώ θαμπή, αλαργεύει, αποζητά να ξαναμπεί στη νύχτα.

Δεν ξεχωρίζονται. Ακλουθάν κολίγοι και ξωμάχοι, 180
και σέρνουν τα φαράδια τους και βόιδα και αγελάδες,
και τα σκυλιά και τα ονικά κι αριφνισμό δεν έχουν.
Δύσης και Ανατολής λαοί στον τσίρκο και στη τζούστρα[56]
πανηγυριώτες γιορτεροί σα να τραβάν, μα πάντα
πρόθυμοι να διαφαντευτούν, ορθοί να πολεμήσουν,
και πάντα σα να καρτεράν το πρόσταγμα που κράζει:
<<Τις πίκες[57]>> γύρτε προς τη γη! Σωπαίνετε: Σταθείτε!
και τις αναμεσάδε σας πιάστε: Κι εμπρός! Χτυπάτε!
Κι απάνου τους! Και πάρτε τους!
  

Μέσ' από κάθε νούμερο, μέσ' από κάθε αλλάγι,
τα φλάμουλα,[58] τα φλάμπουρα και τα μπαϊράκια, ολόρθα,
μυριόθωρα, μυριόχρωμα, μυριόλαμπα. Σε τούτα
να ο πρωτοστράτηγος Μιχαήλ! Τα ουρανικά συνάζει
τάγματα, κι ο ίδιος σαλπιστής, κ' είναι το ανάβλεμμά του
πιο φοβερό από το πυρό μαχαίρι του. Και στ' άλλα
τα φλάμπουρα οχτωπόδαρα, και στο καθένα πόδι
οχτώ ιεράρχες όσιοι βλογάνε και ξορκάνε.
Στ' άλλα, που σταυροφέρνουνε, ξανοίγεις τον Προκόπη, [280]
μεγαλομάρτυρα ήρωα, το Γεροσολυμίτη,
που το σπαθί του στη Συριά το τρέμαν οι Αραβίτες.
Στ' άλλα τον Παντοκράτορα, και στ' άλλα τη Θεοτόκο.
Στ' άλλα τους δυό τους Θόδωρους και το Μεγαδημήτρη,
πατέρα του Σαλονικιού κι όλης της Ρωμιοσύνης·
και μοναξός ο αχνούδωτος ο καβαλλάρης να τος,
με του Ηρακλή τη δύναμη, του Απόλλωνα την όψη.
Και να τα και τα φλάμπουρα που αρίφνητοι δρακόντοι
σουρίζουνε στις δίπλες τους, και κάστρα τα κεφάλια,
και βάραθρα τα στόματα, σίφουνες τα κορμιά τους, 290
τέρατα πολυπρόσωπα και πλουμιστά με λέπια.
Και σ' άλλα φλάμπουρα, χρυσός, λιθομαργαρωμένος,
άστρο, κορμί, άρματα, φαρί, της Πόλης ο δεσπότης·
κι απάνου απ' όλα, ήλιος των ήλιων, θάμπωμα και τρόμος,
το λάβαρο, και οι διαλεχτοί πενήντα το κυκλώνουν.

ΛΟΓΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ[Επεξεργασία]

(Οδοιπορικό μέσω Θεσσαλίας και Παρνασσού)

Γεννήτρα γη, κυματιστά, σ' εσένα ειν' όλα, Ελλάδα!
Γιαλός, κ' ένα ανατρίχιασμα και στη γαλήνη σου είναι,
κορμί γυναίκας, και όλα σου, κι από κορφή ως τα νύχια,
κι ανάερα και καμαρωτά λυγιένται, και σα στέκουν.

Καταποντήρας[59] ο Καιρός πέρασε κι από σένα,
και, σα ν' αλλαξοπίστησες και τ' όνομά σου αλλάζεις,
κι ακούεσαι Μεγαλοβλαχιά, και κάτου από τα πόδια
του Γόθου, του Ουνογούντουρου,του Σέρβου και του Βλάχου
σπαράζεις, καθώς σπάραζες και πρώτα κάτου απ' άλλα
ποδάρια μ' άλλα ονόματα· μα η Θεσσαλία και πάντα. 10
Σ' εσέ πρωταναβρύσανε θεοί και ισόθεοι. Χαίρε!
Το χώμα σου πολύκαρπο, το ποταμοθρεμμένο,
και τα λιβάδια ολόδροσα, χαμπηλά τα λαγκάδια,
φυτρώνει το γρασίδι σου βιός, κ' είναι σαν το μέλι,
και τα γελάδια σου το τρων, πληθαίνουν και θεριεύουν.
Σαν το πολύκαρπο το χώμα, η Φαντασία σ' εσένα
κάρπισε, με τον έλληνα το νου γλυκοσμιγμένη
και γέννησε ελληνόπουλα ζωγραφιστά, τους Μύθους,
και ειν' αρμονίες των ποιητών, του διαλεχτού λατρείες,
ίσαμε τώρα αγέραστοι, χαρές του κόσμου ακόμα, 20
κι αγνάντια τους και τίποτε δε στέκεται για ταίρι,
και ταίριασμα μονάκριβο τα θαμασμένα Τέμπια,
γιατι κι αυτά σα μυθικά, της φύσης παρθενώνας.
Δουλευτικά σου τ' άλογα,μα οι γιοί σου ανάμελοι είναι,
σα χτυπητοί απ' αγερικά, σαν αποκαρωμένοι,
κι απάνου απο τ' αλόγατακι απάνου απο τους γιούς σου,
φαρομανήτρες,[60] τρόμασμα της νύχτας, οι γυναίκες,
οι ξελογιάστρες μάγισσες, στρίγλες,καρποί της γης σου,
που τα δεντρόφυλλα μετράν και τ' άστρα λογαριάζουν
και δέρνουν κατεβάζοντας κι αρμέγουν το φεγγάρι, 30
παίζουν απάνου στην παλάμη τα μαργαριτάρια,
το σιδερόχορτο τρυγάν, τ' αντίψυχο μαζώνουν,
τα μαγιοβότανα πιοτά, για κέρασμα, ρουφάμε
τον έρωτα ή το σίχαμα, γεια σας χαρά σας, φρένα!
Η δόξα σου είναι πιο πολύ στο χάϊδεμα του Μύθου
κι όσο δεν είναι στη φωνή της Ιστορίας· και λέει
την αρχοντιά σου η δόξα σου, πανάρχαια, στων Ελλήνων
πρωτογραμμένη το χρυσό βιβλίο κι από την ώρα
τη μακρινή που ο Κένταυρος ο αθάνατος, η βρύση
κάθε σοφίας και μουσικής, και των θεών καμάρι, 40
τον έθρεψε με τον αφρό και του πουλιού το γάλα,
με το μυαλό του λιονταριού, και με ορφική μια λύρα
των αντρειωμένων τ' όνειρο, τον ήρωα που γιομίζει
την Ιλιάδα σου, Όμηρε, των τραγουδιών τραγούδι.

Και πουθενά δεν έχει η γη μεγαλοσύνη τέτοια,
πάντα χυμένη σύμμετρα κι όσο θρασά κι αν είναι,
(σα να στοχάζεται με νου μιάς τέχνης πάντα η πλάση),
και πουθενά δεν έχει η γη μεγαλοσύνη τέτοια
σαν την αγεροκρέμαστη μεγαλοσύνη που έχουν
οι βράχοι, οι βράχοι, οι βράχοι σου, στης γης σου ολόρθοι το έμπα, 50
κυκλώποι βράχοι της στεριάς, βράχοι του πέλαου σκύλλες,
μοναχιασμένοι, απάτητοι, κι άμοιαστοι, τινασμένοι
τάχα από ποιο κατακλυσμό προτού τα φέξη ο κόσμος,
βράχοι, σα βάθρα, απάνου τους για να δεχτούν, ποιος ξέρει,
στημένα ποιών ισόθεων αγάλματα και σκιάχτρα
και ποιών του κόσμου απαρνητών ασκηταριά, ποιός ξέρει!
Βράχοι, που μόνο τ' ουρανού τα σύγνεφα σαν παίρνουν
πρόσωπα χίλια φανταχτά αζωγράφιστα μπορούνε
κι αγνάντια στην αγριάδα τους κι ομπρός στην ομορφιά τους
να παραβγούν. Και τώρα, λες, ξεπίτηδες φυτρώσαν 60
για να κατευοδώσουνε και να καλωσορίσουν
το διάβα του προσκυνητή λαού του νικηφόρου.
Το Πήλιο δασοφούντωτο, τετράψηλη μια βάρδια,
τους ξάνοιξε, και οι πλούσιες του βαλανιδιές το βουΐξαν
και οι θεριεμένες καστανιές, και ο Κίσσαβος τους είδε
κ' έγνεψε προς τον Όλυμπο που τη θωριά στυλώνει
σαν πιο ψηλή κι ακόμα πιο ξεχωριστή, γιατ' είναι
πάντα κρυψώνας και θεών και αρματωλών, και κάποιο
λόγο που ψιθυρίσανε, γύρω τόνε γρικήσαν,
τον άκουσε κι ο Σαλαμπριάς που τρέχει ανάμεσό τους 70
βασιλικά και πομπικά, βουνών και κάμπων κύρης,
κι αλαργεμένα τα κρατά τα δυό λεβεντοβούνια,
γιατ' είναι πάντα αντίμαχα κ' έχει έγνοια μην πιαστούνε,
τον πήρε, τόνε σκόρπισε στα παραπόταμα όλα
που τα χωνεύει μέσα του κι όλο από κείνα πλάθει
πλατιό μακριό το ρέμα του και πλείσια την ορμή του.
Και να το φαρσαλίτικο ποτάμι, να κι ο αρχαίος
ο Απιδανός· το ξέχασε μπορεί και τ΄ όναμάτου,
μα πάντα στο θυμητικό κρατά και μουρμουρίζει
πολέμους και πολέμαρχων περάσματα και λόγια 80
που πμπρός του σταματήσανε να πάρουν κάποια ανάσα
για συντριμμένοι από ντροπή, για στα φτερά της νίκης.
Ρεματιές, παραπόταμα, ποτάμια, από την ώρα
που πρωτονοιώσαν τη ζωή του στου Μετσόβου τα ράχια,
κι ως τη στιγμή που χάνονται στης θάλασσας της Άσπρης
κ΄άβανθα δεν θυμήθηκαν ποτέ τους να χυθούνε
κι έτσι πλατά κι έτσι παντού, σκεπάζοντας τα πάντα,
σαν τέτοιο ένα ξεχείλισμα, πλημμύρα των αρμάτων,
παλικαριών, ξεχείλισαμ στης Θεσσαλίας τα πάντα
προ της Ελλάδος την καρδιά, πέρα ίσα στην Αθήνα. 90

Η ώρα δε σήμανε, δεν ήρθε η λύρα η σκαλισμένη
σε ξύλο απάνου δρυϊδικό με τις χρυσές τις κόρδες
στ' ολάσπρο φως των Όλυμπων απο της Αρμονίας
τα χέρια για να μας το πει το πέρασμα του γόη
του στρατοκόπου Αλαμαννού και σαν αναβρυσμένου
από του Ρήνου τα νερά τα νεραϊδοπαρμένα
στη μέση απο σκουτάρηδες βαράγγους καβαλλιέρους,
χτιστή και ξεθεμελιωτή, τραβώντας προς τη Σπάρτη,
γαμπρός, για νάβρη της ιδέας τη νύφη, την Ελένη,
καθώς την πρωταγνάντεψε στο μαγικό καθρέφτη, 100
πως αγναντεύουν οι άγγελοι στο θρόνο την Παρθένο,
και κόσμοι δυό να σμίξουνεγια τον καινούριο κόσμο.
Και μεγιστάνοι του η Μαντώ η προφήτισσα, οι Σειρήνες,
λάμιες, νεράϊδες, κένταυροι, κι αρχαίοι και νέοι δαιμόνοι.
Και μαγεμένος κι ο Πηνειός, και νείρεται πως τρέχει
φέγγοντας μεσ' στων Ηλυσίων τ' αμάραντα λιβάδια.
Για μέναν' η ώρα σήμανε. Φλογέρα στοιχιωμένη,
κάποιου άλλου διάβα άλλης φυλής,μεγαλοσύνης, άλλης,
κι όσο κι αν είμαι ανάξια, να με, εγώ ειμ' η διαλαλήτρα.

Κι από της Γκούρας το βουνό περάσανε, κι ο κόρφος 110
του Ζητουνιού τους γέλασε το μπλάβο γέλασμά του.
Κι ο κάμπος ο κατάσπαρτος που τρέχεις, Αλαμάνα,
τους δέχτηκε, και στις μυρτιές μιλήσανε τα βούρλα,
τα χαμοδέντρια στα δεντρά και τα δεντρά μιλήσαν
προς τα πουλιά· και γέρανοι και περιστέρια, τα όρνια,
και οι σιταρήθρες της αυγής, ίσα με τα τριζόνια
τα βραδινά, απο τον αϊτό στην πεταλούδα, και όλα,
κι όσα φτερά κι όσα φωνές, μήνους και χρόνια ζούνε
μ' αυτό το ονειροπέρασμα.
                             Και πήγαν και πατήσαν
 και το Στενό. Του βασιλιά της Σπάρτης το πλατύναν 120
και των τριακοσίων τα κορμιά,το κάμανε σαν κόσμο.
Κ' είδαν και τον Καλλίδρομο, κι απ' την Υπάτη απάνου
την Καταβόθρα, βίγλα της·και ξεσκεπάζει ομπρός τους
να κ' η Αλαμάνα φάντασμα το κάστρο που είταν όλο
χτιστό απ' ανθρώπων κόκκαλα και αλόγων,της το υψώσαν
του Νικηφόρου τ' Ουρανού τα νικηφόρα ασκέρια
κατάνακρα στις άκριες της, να τόχει για προικιό της.
Κάστρο, κι ολάσπρο ολόφεγγε στον ήλιο διαλαλώντας
τον Έλληνα που ξέκαμε το Βούργαρο. Και κάστρο
κι ολάσπρο πάντα ολόφεγγε και στο φεγγάρι, με άλλην 130
ασπράδα. Μόλις τόγγιζε τ' ονειρεμένο φέγγος,
του ξύπναε μέσα την ψυχή των ξωτικών και κάτι
το ’κανε που είταν πάγανο και τυλιμένο κάτι
σφιχτά σε νεκροσάβανο με χίλιες μύριες δίπλες.
Πάγανο, και στα πόδια του κυλούσε κ' η Αλαμάνα
το ρέμα της και κοίταζε να το δροσολογήση
μην ξεδιψάση στα στερνά και λίψη ανάπαψη εύρη
όσο που τ' αβασίλευτα τα μάτια να σφαλίση.
Γιατί διψούσε μιά σκληρή, παντοτινή, μιά δίψα,
γιατί και πάντα απόμενε στοιχιό καταραμένο 140
το μέγα καυκαλόκαστρο, μήτε που του φελούσε
το κρύο νερό, μηδέ νερό διψούσε· γύρευε αίμα.
Το αίμα διψούσε και ήθελε, το αίμα το χυμένο
στης Αλαμάνας τα βαθιά, το αίμα το περίσσιο
να πάρει από τον ποταμό, και να το ξαναβάλει στις φλέβες,
και να ξαναμπή στην πλάση και στη ζήση.
Και της Κωσταντινόπολης ο βασιλιάς ο βράχος,
σαν είδε με τα μάτια του το στοιχειωμένο κάστρο,
δεν πρόφτασε το πέρασμα στα σπλάχνα του να κόψη
κάποιας πνοής που θα ’λεγες ανατριχίλα θα είταν, 150
αυτός που τ' ανατρίχιασμα δεν τόνιωσε ουδέ τότε
(στην ώρα την ανάξια του και στη σκληρότατη ώρα)
που απο μπροστά του πέρασαν κατά την προσταγή του
στου τυφλωμού την κόλαση για πάντα βυθισμένοι
του συντριμμένου Σαμουήλ οι αντρείοι πολεμιστάδες,
απο στραβό μονόματο συρμένοι ο κάθε λόχος,
και στην αδήγητη όψη τους,της μοίρας μπαίγνιο, ο τσάρος
ξαφνοχτύπητος έπεφτε σαν απ' αστροπελέκι.

Και πάνε προς τα Σάλωνα, και οι καταρράχτες όλοι
μεσ' απ' τα σύλλογγα βουνά τους βροντοχαιρετήσαν. 160
Τα περιβόλια φουντωτά, και μεσ' στη βλάστηση όλη
να σαλωνίτισσα κ' η ελιά πιο αδρή, πιο φουντωμένη.
Της Αττικής ιερή κ' η ελιά και της ιδέας εικόνα,
κ' εδώ καλοπιθύμητη σα μεστωμένη σάρκα.
Μαυρολογάνε τα βουνά μέσ' από έλατα άλλα
κι άλλα μεσ' απο σύγνεφα. Λαγκάδια και λιβάδια,
και είναι χορτάτα απο νερό, και πλούσια κι απο δέντρα,
και σα γνοιασμένους λογισμούς απλώνουν κάποιους ίσκιους,
πρινάρια και βαλανιδιές, οι πεύκοι, τα πλατάνια,
αλλά στους βράχους καρφωτά και στις κορφές ολόρθα, 170
κι άλλα σκυφτά στις ποταμιές, πάντα μ' αυτές δεμένα.
Και μεσ' απ' τον Καλλίδρομο και απο την Οίτη μέσα
και μεσ' απο τον Παρνασσό τα ρέματα και πάντα
φιδοκυλάν και χύνονται παιγνιδιστά στον κάμπο
κι όσο να βρουν τον Κηφισσό να τα γοργορρουφήξει
και σα να κοντοστέκονται ζητώντας να ταιριάσουν
με του στρατού το πάτημα και το δικό τους δρόμο.
Κορφοί, ποτάμια, διάσελα, κάβοι, ζυγοί, κλεισούρες,
βουνά που ξεχωρίζουνε μονά, βουνά δεμένα
το ’να με τ’ άλλο, ξακουστά βουνά, βουνά σβησμένα 180
κι από τη μνήματου θνητού κι άσβηστα πάντα μέσα
στην πλάση την τετράπλατη, μ' όποιο όνομα αν ακούνε,
της Λιάκουρας, του Μέτσοβου,της Γκούρας βουνοτόπια,
Βαρδούσια, Γκιόνα, Οξιά, Χλωμέ, Προφήτη Λία, Βελούχι,
κ' εσύ κορφή του δίζυγου του Πίντου, Περιστέρι,
και ω ράχη που το χάρηκεςτο μακελλιό του οχτρού σου
απο χαντζάρι ελληνικό και κράζεσαι απο τότε
Βουργάρα! Με των πεύκω[(ν)] σας τις μοσκοβολισμένες
πνοές, και με τα ελάτια σας λαμπαδωτά πιο απάνου,
κι αλλού ψηλά με τους γυμνούς ζυγούς και με τα χιόνια, 190
τους είδατε· τους βλέπετε κι ακόμα στα όνειρά σας
που ξαγναντεύουν πιο μακριά κι απ' των αϊτών τα μάτια!

Τον Παρνασσό αγναντέψανε, κι ένα παιδί, στρατιώτης,
θυμήθηκε της μάνας του, και σαν ψαλμό, ένα ήχο
και απλό και μυστηριακό, και μύριζε θυμιάμα:
<<Σε μια πλαγιά της ΛΙάκουρας, μιαν εκκλησιά χτισμένη,
μιαν εκκλησιά κλεισμένη.
Κι όποιος περνά, φωνές γρικά, σαν κάποιοι μέσα νά’ ναι
και να δοξολογάνε.
Κι όταν κυλά η νεροσυρμή κι όλα ξεριζώνει, 200
καθώς κοντοζυγώνει
στην εκκλησούλα την κλειστή, το δρόμο της θ’ αλλάξει,
να τηνε πειράξει>>

Γρικά τον ήχο ο Παρνασσός και το λαό αγναντεύει,
τραγούδι αρχίνησε κι αυτός, γιατι τραγούδι είν' όλος,
ασώπαστο, ριζόκορφα, σαν τη Φλογέρα εμένα.
Και το τραγούδι το είπανε τα στόματα και οι λύρες
των όσα ανθούνε και πετάν κι όσα κυλάν και στέκουν
στα πλάγια, στα λαγκάδια του, στα σπήλια, στις κορφές του:

- Διπλές εμένανε οι κορφές, διπλό και τ' όνομά μου, 210
ο γέρος είμαι ο Παρνασσός και η Λιάκουρα η λεβέντρα.
Κ' είμαι σαν ένα αντρόγενο, κ' είμαι σα δυό, σαν ταίρι
σφιχτοδεμένο αχώριστο, μιά πλάση κ' ένας κόσμος,
π' όσο κι α δείχνονται άμοιαστα, τα κάνω εγώ και μοιάζουν.
Είμαι άντρας κόσμος και γυναίκα πλάση · αρχαίος κόσμος,
νιός ήλιος πάντα στ' ουρανού του νοητού τ' αστέρια.
Τα δυό τα πάναγνα, το φως και το νερό εδώ πέρα,
πήρανε σάρκα, γίνανε πλάσματα, γίναν πλάστες
και τόνα υψώθηκε θεός, Απόλλωνα τον είπαν,
και τ' άλλο βλάστησε θεά, κ' είναι η θεά, ειν' η Μούσα 220
η εννιάδιπλη κ' η εννιάψυχηκ' η εννιά φορές μητέρα.
Κι αγάπες πλέξαν και χορούς και χόρεψαν εδώ πέρα
θεϊκούς η δροσοστάλαχτη κι ο φωτογεννημένος.
Και να! στα πόδια μου ο ναός ο αλαφροκαμωμένος
με το κερί της μέλισσας και το φτερό του κύκνου,
καρδιά της γης, προσκύνημα της οικουμένης· το αίμα
του δράκοντα του στοίχειωσε τα θέμελα· και πέσαν
απ' τ' άστρα κ' οι αστραπόπετρες,και τα δελφίνια πλέξαν
απ' τους γιαλούς, και δούλεψαν για τη δική του δόξα.
Κ' έσμιξε με το βόγγο μου της δελφικής προφήτρας 230
τ' άγιο το παραμιλητό, κ' η Κασταλία ποτίζει
τον Πήγασο και υψώνει τον, κι όλα τα μπαλσαμώνει.
Κι αντάμα με τον κόσμο εμέ, που δίχως να πεθάνω,
χάθηκα και ξανάλαμψα στο ψήλος της Ιδέας,
εγώ ειμ' η πλάση, απο φωτιά και απο δροσιά και σάρκα,
και χέρια σου και μάτια σου κι αυτιά σου τα γιομίζω
με το κορμί, με τη γραμμή, και με τον ήχο, κάθε
φορά που εμένα με γρικάς, με ψηλαφάς, με βλέπεις.
Κ' εγώ είμαι σαν ξεχειλιστή κι απάνω στον καιρό της
γυναίκα, που ετοιμάζεται να ρίξη τον καρπό της, 240
κ' εκεί που ειν' ετοιμόγεννη, πανώρια πάντα στέκει.
Τώρα οι θεοί και οι θέϊσσες πιά δεν είναι, μα για πάντα
κ' οι λειτουργοί, οι προφήτισσες, τα τάματα, οι παιάνες,
τ' αγάλματα, οι χρησμοί, οι ναοί, κ' οι θησαυροί, και η νιότη,
παν όλα· πάνε τα είδωλα, θαμμένα, ασβολωμένα,
βαρβάροι τα συντρίψανε και Γαλιλαίοι τα διώξαν,
και δαιμόνοι γινήκανε και σκιάχτρα του άλλου κόσμου ·
όσο που νάρθει ένας καιρός να ξαναϊδούν τον ήλιο,
μεσ' στ' αργαστήρια του σοφού,του ωραίου μεσ' στα μνημούρια,
και λείψανα και τρίμματα να ξαναλατρευτούνε 250
πιο γυρευτά και πιο ακριβά κι από το κάθε ακέριο.
Για πάντα η ζωντανή ζωή σας έχασε, για πάντα·
μα εγώ δε χάθηκα μ' εσάς, και πάντα υπάρχω· να με!
Και μ' όλα τα διαβατικά και με τ' απέραστα όλα,
και μ' όσα ονείρατα είσαστε και μ' όσα πράματα είστε·
κ' οι αφροί και οι πέτρες ζουν εδώ μια ζήση αδερφωμένη.
Όλα είν' αφροί και ονείρατα. Γιατί ο Θεός που υπάρχει,
απάνου από θεούς θεός, κι ένα όνομα δεν έχει,
να τα χαλάσει βιάζεται, τρανά, μικρά, όσα πλάθει,
κι όσα είν’ ωραία και γονατά η ψυχή να τα λατρέψει. 260
Και δυνατά και σατανικά, με τη σπουδή την ίδια
το χέρι του ξολοθρεμού το βάζει απάνου σ΄όλα,
και ό,τι θωρεί που ράγισε σεισμός τ΄απογκρεμίζει.
Όχι γιατ΄ είν’ αδιάφορος κι αλύπητος ο Πλάστης·
είναι κρυφός και αμίλητος κι αξήγητος ο Πλάστης·
όλο τραβά και μάχεται να καταφέρει να καταφέρει κάτι,
θεός απάνου στους θεούς που ασύγκριτα αξίζει.
Κι όσα παλιά και τρικλιστά, παραμερίζει τα όλα,
για να τον τρέχει ανέμποδα το μυστικό του δρόμο,
μπορεί προς κόσμο πιο μεστό από τούτο και πιο ακέραιο. 270

-Εγώ είμ’ η πλάση η δίκορφη που δείχνομαι μακριάθε
με καισαρίκι[61] κάτασπρο και με στολή γεράνια·[62]
κι εμένα είναι τα πλάγια μου κι είν΄οι ζυγοί μου, πότε
γυμνοί και ροδοκόκκινοι και πότε μου φορούνε
τη καταχνιά πουκάμισο το σύγνεφο μαντίλι·
σαν το δοξάρι τ΄ ουρανού τα χρώματα όλα έχω
ταιριάζοντάς τα όπως ποθώ, φορώντας τα όπως θέλω.
Κι οι βράχοι είναι τα κάστρα μου, τα ελάτια είν΄ο στρατός μου,
και τα πουλιά μου είν’ λαός κι οι αϊτοί μου οι πολέμαρχοι.
Στην πιο ψηλή μου την κορφή, στο απάτητο Λικέρι,[63]
λάμπει σαν το το ηλιοπάλατο παλάτι κρουσταλλένιο,
και κάθεται ο Κατεβατός μέσα ταμπουραμένος,
τύραγνος μέσα στα στοιχειά, των ανέμων ο δράκος,
και το πρωτοπαλλίκαρο κι ο αποκρισάρης μου είναι.
Κι όσο δροσάτες μου οι πηγές τόσο οι πνοές χάιδια,
κι όσο βαθιές μου είν΄ οι σπηλιές τόσο απλωτές μου οι στέρνες
για τα καλά κοπάδια μου που φέρνει τα εκεί πέρα
μεσ΄ απ΄τα βοσκοτόπια μου, καλόθρεφρα, ο τσοπάνος
να ξεδιψάσουν. Τίποτε δεν καταφρόνησα· είναι
κι η στρούγκα εμένα δόξα μου, καθώς θα μου ήταν ένας 290
ναός, κι ακούω το λάλημα του κούκου με το ίδιο
θρησκευτικό λαχτάρισμα που ακούω κι απάνωθέ μπυ
να πολεμάν τα νέφελα και ν΄ αστραποβροντάνε.
Το γάλα απ΄τις αρνάδες μου κερνώ, λευκό μεθύσι,
και το πλατύ καρποφόρο λιβάδι μου μεστώνει
ο βλογημένος μου καρπός, τ΄ολόξανθο σιτάρι
Έχω κι εγώ τις πίκρες μου και τα σαράκια μου, έχω
τις έγνοιες μου και τους καημούς που καίνε και λιγνεύουν,
τις νύχτες μου αξημέρωτες, έχω τους λογισμούς μου,
που αινίγματ΄ αξεδιάλυτα μέσα τους παραδέρνουν, [300]
και που όσα δείχνει κι όσα κλει σκληρά και μαύρα ο κόσμος,
μέσα τους ξαναδείχνονται και ξανακλειένται, χίλιες
φορές πιο μαύρα, πιο σκληρά ξαναδωμένα, οιμένα!
Και ξανακούεται μέσα μου το μοιρολόι του κόσμου
ξεχειλισμένο πιο πικρά, σαν από πλήθος γλώσσες.
Κι ανίσως δεν πιστεύετε, για ελάτε εδώ και ψάχτε
κάποιες μου τρύπες, κάποιες μου σπηλιές που δεν τον είδαν
ποτέ τον ήλιο, φυλακές παντιτινά και κλειούνε
μέσα τους κάποιες ξωτικές και κείνες όλες κλαίνε,
σκλάβες, τον ήλιο π΄ αγαπάν κι αποζητάν του κάκου, 310
και στάζουνε τα δάκρυα τους και γίνονται πετράδια.

Καλώς τα παλικάρια!
Εγώ είμ΄ ο Παρνασσός, τώρα κι η Λιάκουρα είμαι, [360]
κι εγώ πάντα η εκκλησιά, που σε καιρό κανένα
δεν της απόλειψε ο Θεός, μ΄όποιο όνομα αν τον κράξεις.

Κι εσείς που μεγαλόπρεπα διαβαίνετε από δώθε
και τρέμει και βουλιάζει η γη με τα πατήματά σας,
δυσκολομέτρητοι λαοί και αποκόποι, φερμένοι
απ΄τον αλύγιστο Ήρωα, το Ρήγα καβαλάρη,
που ξεχωρίζει απ΄όλους σας κι αξίζει ο ένας όλους,
χίλιωνε δρόμων ο ίδρωτας σταλάζει απ΄τα κορμιά σας
και στις ματιές σας οι φωτιές χίλιων πολέμων καίνε,
κι είστε σαν να πηγαίνετε, πια όχι σαν και πρώτα 370
στα ξαφνικά και στα γραφτά ξολεθρεμών κι αιμάτων,
μα κάπου αλλού, χαρούμενα και γιορτερά, προς κάποιο
θρησκευτικό προσκύνημα και μέγα πανηγύρι-
παραστρατίστε, ακούστε με, λαοί, κι αλλάχτε δρόμο,
κι ελάτ΄ εδώ και σκύφτ΄εδώ και διπλοπροσκυνείστε
πιο άξια κι από πιο σιμά τον όποιονε θεό σας,
από τα κορφοβούνια μου. Και το προσκύνημα σας
θα το δεχτούν και θα την πάν΄ψηλά την προσευκή σας
άγια κι αχεροκάμωτα ΄κονίσματα πανώρια,
που φέγγει τους η ακοίμιστη χρυσοκαντήλα του ήλιου. 380
Όλα όσα στέκονται σπαρτά και τ΄αγναντεύω αράδα,
από τα Σάλωνα εδωδά στη θάλασσα ίσα κάτου
τη Θεσσαλονικιώτικη κι ακόμα ως τ΄Αγιονόρος,
ρωμαίικοι κάβοι και βουνά κι όλα τα περιγιάλια
που παίζουν πάντα ερωτικά και σμίγουν με τους κόρφους,
όλα όσα ορθά στυλώνονται ξι αναπαμένα γέρνουν,
τα γαλανά, τα πράσινα και τα ματοβαμμένα,
από το σταυραδέλφι μου τον Ελικώνα ως πέρα
στου μικρού τετράψηλου Ταϋγετου τη βάρδια

ΛΟΓΟΣ ΕΧΤΟΣ[Επεξεργασία]

(Οδοιπορικό στη Λιβαδιά με τον Ελικώνα και τη Θήβα με την Δίρκη και Ασκραίο της)
Μπήκανε στον καλόστρωτο στης Λιβαδιάς τον κάμπο,
στη Λιβαδιά, στην πολιτεία την πιθωμένη απάνου
στο έμπα μιας γκρεμόρραχης λαγκάδας, και περνώντας
τήνε ποτίζει η Έρκυνα, παιδούλα του Ελικώνα,
μικρούλα ξεροποταμιά, και γίνεται μεγάλη
σαν παίρνει κάθε χειμωνιά, με το νερό της Κρύας
πηγής που την πρωτόβγαλε, κι άλλα νερά φερμένα
κι από λογής νεροσυρμές ανάμεσα στα βράχια.
Ω νερομάννες, ω πηγές, ω ανάβρες, ω βρυσούλες,
είσαστ' εσείς οι ξωτικές κ' εσείς οι αμαδρυάδες 10
με τ' άπιαστα δροσόπλαστα κορμιά, τα γυμνά κάλλη,
και κάνανε τον έρωτα μ' εσάς τρελά και λάγνα
τ' αδιάντροπα τα παγανά[64] με τ' άνθρωπου το λόγο
και με του ζώου τ' ανέγνωμο μαζί σημαδεμένα.
Ω νερομάνες, ω πηγές, ω γάργαρες βρυσούλες,
αφροί, δροσοσταλάσματα και κύματα και φίδια,
κάτι απ' των ίσκιων πιο πολύ την άϋλη την τρομάρα,
πιο λίγο από τη σαρκική λαχτάρα της γυναίκας,
δαιμονικά και μαγικά, θέϊσσες, ξωθιές,[65]μα πάντα
ωραίες, όμοια πασίχαρες και δροσοδότρες πάντα,
κι όμοια φερτές, καθώς προτού,στην αγκαλιά της Πλάσης,
δείχνεστε, κι αδιαφόρευτα κι αδιάφορα, ίδιες πάντα,
στο διάβα των αλλόπιστων και ξένων αντρειωμένων,
κ' έτοιμες πάντα και σ' αυτούς για να παραδοθείτε,
σα να είναι εκείνοι οι Τρίτωνες και οι Σάτυροι και οι Πάνες
με τους λαβύρινθους κι αυτοί, τους πολυστριφομένους.
Το λιβαδίτικο βουνό, να το Λαφύστι! Νέοι
δεσπότες δεν το πάτησαν ακόμα, με καινούρια
 γραφτά να το μοιράνουνε, και τα πατήματά τους
ν' αφήσουνε στις πέτρες του, κι ο ξαναμμένος Βάκχος,
ο μυστικός Διόνυσος, τούφυγε μια για πάντα, [30}
κι από τα θεία σημάδια του δεν του άφησε ουδ' αχνάρι.
Και πάει και του Τροφωνικού πανάρχαια κ' η μαντεύτρα
λαλιά, στερνόλαλο πουλί στο σώπασμα των άλλων,
κι όλο βαλτότοποι ανοιχτοί, και μοναχά το ψήλος
το σεβαστό του Ορχομενού, κυκλώπικο συντρίμμι,
και κάπου κάπου και παντού, λείψανα και ρημάδια,
και είτανε κάστρα και ναοί και ακρόπολες και χώρες,
και πια δεν είναι, και άλαλα ψευτοζούν, και δε στέκουν,
καθώς η Φύση στέκεται μιλώντας πάντα σε όλους.


Κι ο κόσμος τρέχει να δεχτεί, πολυσπορίτης κόσμος,
καμπίσιοι τρέχουν, καστρινοί και αφέντες και κολίγοι,
ντόπιοι και ξένοι ανάκατα, πέλαου, στεριάς αργάτες,
κι όλα τα ξεροβλάσταρα τ΄αρχαίου κόσμου και τ΄άλλα
χλωρόκλαδα που φύτρωσε τ’ άγριο καινούριο μπόλι,
και σκλάβος κόσμος δουλευτής, αργός, πολυσπορίτης,
και βρίσκετι όπως βρίσκονται χτίσματα που υψωθήκαν
όλα όπως πως, βιαστικά, καλύβια, σπίτια, πύργοι,
κατουνες, κάστρα κι εκκλησιές και σκήτες και ταμπούρια,
με ζόρι[66] και σφυξιμο, κι από μια άλλη σ΄άλλη νύχτα,
κι απάνου σε γκρεμίσματα κι απάνου από ρημάδια, 50
που μια φορά ήτανε ναοί, καστέλια και παλάτια,
με το χρυσάφι στην κορφή το σίδερο στη ρίζα,
και με το μάρμαρο παντού. Κι από τα ρέπια εκείνα,
κι απάνω στα συντρίμματα και με τις ίδιες πέτρες,
 στα ίδια απάνου θέμελα τα νέα χτίσματα είναι,
ώσπου κι αυτά κατακλυσμός νέος να τα συνεπάρει
για να τα βάλει στου ρυθμού την τάξη κάποιος πλάστης.
Και από τη χωραφιά ο ζευγάς, σκαφτιάδες απ΄ τ’ αμπέλια,
τσοπάνηδες, πραγματευτές, ο αργαστηριάρης, τρέχουν·
’κονίσματα, ξαφτέρουγα κρατάνε και λαμπάδες, 60
στους δρόμους βάγια σπέρνουνε, στους δρόμους ρούχα στρώνουν,
για να περάσει ο βασιλιάς και γονατάν ομπρός του.
Κι εκείνος λυτρωτής περνά και σκλαβωτής διαβαίνει,
κι ακούει δοξολογήματα, μα οι δοξολογητάδες
άδειο από γνώμη και καρδιά· λείπει από τη χαρά τους
το φτέρωμα του ασκλάβωτου και μια ψυχή μια φλόγα.
Στη δημοσιά που πάει πλατιά κατά τη Θήβα, οι κήποι
προσμένουν πυκνοφύτευτοι να ξαναρθούν τ΄αηδόνια
στ΄ Απρίλη απάνου τα φτερά και καρτερώντας βλέπουν
το μαύρο αστραποσύγνεφο και κρυφολαχταρίζουν. 70
Μέσ’ από τα καλόχτιστα τα μοναστήρια βγαίνουν
οι ρασοφόροι και βλογάν και οι χτύποι της καμπάνας
ταράζουν τον καλόγερο στ΄ ασκηταριό του μέσα.
Και μόνο δε σαλεύουνε κάποια ρημάδια, πύργοι
απ' των Ελλήνων τον καιρό. Στην ιερή Λεψίνα [(Ελευσίνα)]
δεν πάει, σαν πάντα, ο Κηφισός από τα ριζοβούνια
του Κιθαιρώνα · ο δρόμος του πιο γλήγορος και τρέχει
πρώτος να πάει το μήνυμα για να το μαθ' η Αθήνα.

Να κι ο Ελικώνας δίκορφος από τη Θήβα φτάνει
κατά της Κόρθος τους γκρεμούς και πάει προς τα Ξαμίλια. 80
Κ' ειν' ο Ελικώνας από δω και το βουνό της Σφίγγας
ειν' απο κείθε, γείτονας· της Μούσας το παλάτι
και το καστρί της φόνισσας της στρίγλας που πετούσε
το μάντεμα το αμάντευτο· καθώς γειτόνοι στέκουν
το βαθυρώτημα του νου [(εδώ η επαλήθευση οτι είναι εγκέφαλος
και δύο ημισφαίρια)] στο αίνιγμα του κόσμου
και το τραγούδι της καρδιάς,απλό και ωραίο, στην πλάση.
Ρέπιο και ο Γυφτόκαστρο σε γκρεμό βράχου απάνου
στου Κιθαιρώνα τα στενά, βιγλάτορας Ακρίτας,
και στ΄ αθηναίικα σύνορα φυλάει ταμπορωμένος.
Στου Κιθαιρώνα την κορφή κατάκρυα ρέει βρυσούλα, 90
κι ο Ακρίτας ο βιγλάτορας πέφτει και προσκυνάει,
και τη βρυσούλα την κατάκρυα κάνει ο Κιθαιρώνας
στόμα λαμπρόλαλο και λέει: «Τώρα Ελατιά [(Ελάτεια)] με κράζουν·
ψηλά τα κορφοβούνια μου, σαν πάντα είναι και τώρα,
καλό στα παλληκάρια μου, γεια σου χαρά σου, Ρήγα,
για σύρε απάνου μου να διής τον ουρανό με τ' άστρα
και μ' όλα τα λουλούδια της τη γη να καμαρώσεις».
Και τι να πρωτοπώ και τι να πρωτολογαριάσω
και μέσα στο τραγούδι μου και τι να πρωτοβάλω
κι απ' όσα βλέπουν και πατάν και ψάχνουν κι αγναντεύουν, 100
σαν της αυγής ονείρατα και σκιάχτρα σαν της νύχτας,
ω γη, που πάντα εσένανε δουλεύουν ολοένα
κι όμοια γερά και καρπερά μαζί Έρωτας και Χάρος
κάτου απ' τον ήλιο που ναούς καινούριους θεμελιώνει
με τα συντρίμμια των παλιών, κι όλα τα ξανανιώνει;

Κ' είδαν τη Θήβα ανάμεσα στη Βοιωτία, κι απάνου
στ' αρχαίο το Κάστρο· τόχτισε μαγεύτρα μια αρμονία,
Λύρα, εσύ, δυνατώτερη κι απο Κυκλώπων χέρια.
Κοντά στον ποταμό Ισμηνό την είδανε τη Θήβα
σημαδεμένη από κακά και αλύπητα σωριάσαν 110
απάνου της κι απανωτά, το΄να ποιο μαύρο απ΄τ΄άλλο,
πολέμαρχοι ξολοθρευτές, ο Αλέξανδρος, ο Σύλλας,
και Μακεδόνες και Ρωμαίοι και Ούννοι και Γότθοι και άλλοι,
τ΄ αλόγατα του Αλάριχου, τα πόδια του Σαμουήλη.
Και είδαν τη Θήβα, ξακουστή απ΄τα παιδιά της τώρα,
που τις πορφύρες ακριβές δεν τις δουλεύουν τώρα,
με των πολέμων τα αίματα, που τις πορφύρες τώρα
δουλεύουν πολυγύρευτες με τ¨απαλά μετάξια.
Μα η Θήβα τόνε ξέχασε, μεγάλο στους μεγάλους 120
τον κύκνο της· ειρηνική τα ειρηνικά γυρεύει,
και τ΄άπλαστα καινούρια της τραγούδια τα ταιριάζει
με τ΄αργαλειοϋ της το ρυθμό, δουλεύτρα χρυσοχέρα.
Και είδαν τη Θήβα· και καθώς κοντόφωτα είχαν μάτια,
που τα΄ κανε και σπάραζαν του βασιλιά τους κι ο ίσκιος,
και καθώς είχαν και τ' αυτιά βαριά, βάρβαροι πάντα,
μόνο ν' ακούν του βούκινου τους ήχους γυμνασμένα,
και τ' άγρια των πολέμαρχων προστάγματα, δοσμένα
σ' άμοιαστες γλώσσες, απο δω φερμένες κι από κείθε,
δεν είδαν, ούτε ακούσανε το φάντασμα το μέγα
τ' Ασκραίου του ψάλτη που γυρνά χουγιάζοντας τα βράδια 130
κατά της Δίρκης τα νερά και τα πικρά ανταμώνει
δάκρυα με τις μουρμουριστές πηγές και τις θολώνει,
και κλαίει τη Θήβα θλιβερά, γιατί κρατά τη χάρη
με τωρινά και χτεσινά και τ' αυριανά να ξέρει
ο διαλεχτός ο ακριβογιός του τραγουδιού, να κλαίει
μαζί της ζήσης τα δεινά, τον ξεπεσμό του ανθρώπου
και της γυναίκας την ψευτιά και της δουλειάς την πίκρα,
κ' ύστερα και την άφταστη την απονιά της Φύσης,
της Λάμιας, που ειν' από λιμούς και λοιμικές και μπόρες·
και κλαίει αμάχες και σκλαβιές και συφορές και ολέθρους, 140
μύρια κακά στον τόπο του και μύρια στη Ελλάδα,
πυ σαν το χιόνι στο Χελμό και το ’να απάνου στ΄άλλο
πέφτουν και σήμερ’ από δω κι αύριο από κει τα φέρνουν
αλλότριες κλήρες και φυλές από Βοριά και Δύση.
Και κλαίει την πιο κακή σκλαβιά και το χαμό το μέγα
που είναι γραφτό γλήγορ’ αργά να φέρει από της Ασίας
τα τρίσβαθα... Και να! και να! την ώρα τούτη αρχίζει
και πολεμά να ξαπλωθεί σα νύχτα που την έχει
ξαπολυτή μια κόλαση και πρωτοξεμυτίζει
στ΄αρμένικα ακροσύνορα, του Πέρση κληρονόμος, 150
ύστερ΄απ΄το Σαρακηνό, να τον, κατάρα ο Τούρκος!
                   
Είναι οι πηγές πολύκρουνες κ' είναι τα κεφαλάρια
κι αστέρευτα κι ασίγητα με το μουρμούρισμά τους.
Και τις μουριές ποτίζουνε κι απ' τις ιτιές περνάνε
και γοργοπαιγνιδίζουνε με τα μακρυά μαλλιά τους,
όσο να πάνε στους βυθούς της Δίρκης να χυθούνε,
θυμώνοντάς την, πλαστουργές πηγές, και κεφαλάρια.

Δίρκη, χαρά σου! αν άλλαξες τ' αρχοντικό όνομά σου
και κράζεσαι Πλακιώτισσα, κ' εγώ η φλογέρα η ξένη
σε λέω κ' εγώ Πλακιώτισσα τραχιά, κι ωριοστολίζω 160
με του ρυθμού τη δύναμη και με τη μουσική μου
το νιο σου τ' όνομα κι αγάλια αγάλια το ετοιμάζω
για τα καινούρια ριζικά που θάρθουνε να σ' εύρουν,
κ' εσέ κ' εμάς οπόχουμε με σένα μιά πατρίδα.
Έτσι γυμνούς κι αστόλιστους τους τοίχους μιας καλύβας,
άσπροι κι αν είν' ή απο καπνιά κι αν είναι μαυρισμένοι,
γνοιασμένα μ' αγριολούλουδα στολίζει κάποιο χέρι
για κάποιο ταίρι νιόνυφων που εκεί θα ξενυχτίσει.
Κ' εσένα, Δίρκη, και μαζί μ' εσένα όλα τα πάντα
που σαν εσέ αναβρύσανε και σαν εσένα τρέχουν, 170
ποτάμια, κεφαλόβρυσα, πηγές, πηγάδια, ρυάκια,
χερσοτοπιές, χλωρότοποι, κάμποι, βουνά, καστέλια,
κι από το χιόνι του Όλυμπου κι ως της Αθήνας τ' άστρο,
κάθε κομμάτι τ' άχραντου κορμιού σου, ω μάννα Ελλάδα,
κ' εσέ την ίδια όσο μπορώ πιο δυνατά, ω Ελλάδα,
με το καινούριο τ' όνομα σας κράζω, όσο κι αν είναι
γραφτό να μαρτυρήσετε, να καταφρονεθείτε,
και να πεθάνετε μ' αυτό, (πάντα καθώς πεθαίνει
θεός που κι όσο κι αν χαθεί κι όσο κι αν πάει στον Άδη,
γλήγορ' αργά το χάρο του πατά και ξαναβγαίνει), 180
με το καινούριο τ΄όνομα σας κράζω: Ρωμιοσύνη!
με το καινούριο τ' όνομα κ' εγώ σας στεφανώνω,
και το στεφάνι σας αυτό θωρώντας πόσο ωραία
ταιριάζει στο κεφάλι σας, για μυρτοστέφανο είναι,
για στέφανο αγκαθόπλεχτο, σπαράζω κι αλαλάζω!
Και με τα νέα ονόματα σας κράζω τα δικά σας,
της μοίρας ειμ' ο αντίλαλος, της ιστορίας ο κράχτης,
κι όλο σκαλίζω τη σβυστή φωτιά για ν' αναδώσει
και η σπίθα στη θολόσταχτη θαμμένη, και να γίνει
φλόγα, ή να ψήση το ψωμί, για πυρκαγιά ν' ανάψει. 190
Φυσώ την τόλμη και ξυπνώ τον καταφρονεμένο
τον κόσμο απ' τους κοντόφωτους κι απ' τους μικρούς του κόσμου.
Ακόμα στα δεφτέρια τους σοφοί κι ά δε σας γράψαν,
κι ά δε σας ξέρουν οι άνθρωποι, σας κελαϊδάν τ' αηδόνια.
Απο τα κελαϊδίσματα των αηδονιών σας παίρνω,
ονόματα που πήρατε, κι ονόματα που ακόμα
δεν πήρατε, και που αύριο θα πάρετε, χαρά σας
τώρα ολονώνε, κι αύριο δόξα σας όλων πάλε,
αρχαίοι, που σα να δείχνεστε με κάτι νέο, ω τόποι!
Έτσι η γυναίκα η νιόνυμφη τ΄αλλάζει χωρίς θλίψη 200
το πατρικό της όνομα το μυριοδοξασμένο
με το τ΄όνομα τ΄ αγνώριστο πο’ ’χει ο καλός της, όποιος.
Σαν τον καλό της, ακριβό το κάνει ο πόθος ο άγιος
και τ’ όνομα τ΄αγνώριστο και το ’χει πια καμάρι
σ΄ όποια ζωή, καλή, κακή, πάντα, και μ΄όποια μοίρα,

ΛΟΓΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ[Επεξεργασία]

(Επίσκεψη του Βασιλείου Β΄στην Παναγία Αθηνιώτισσα του Παρθενώνα)
-Πρωί, και λιοπερίχυτη και λιόκαλ' είναι η μέρα,
κ' η Aθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι.
Tο φως παντού, κι όλο το φως, κι όλα το φως τα δείχνει
και στρογγυλά και σταλωμένα, κοίτα, δεν αφίνει
τίποτε θαμποχάραγο, να μην το ξεδιαλύνεις 5
όνειρο αν είναι, ή κι αν αχνός, ή αν είναι κρουστό κάτι.
Περήφανα και ταπεινά, κι όλα φαντάζουν ίδια.
Kαι της Πεντέλης η κορφή και τ' αχαμνό σπερδούκλι,
κι ο λαμπρομέτωπος ναός και μια χλωμή ανεμώνη,
τα πάντα, όμοια βαραίνουνε στη ζυγαριά της πλάσης. 10
Kι όλα σιμά τα φέρνεις, φως, κι όλα το φως τα δείχνει
με μοίρα σαν ξεχωριστή. Tης Aίγινας ο κόρφος
ασπρογαλλιάζει ολόχυτος, λαμποκοπά· τον πάει
σιμά προς τους κυματιστούς και σα γραμμένους λόφους·
και το βαθύ ακροούρανο σημαδεμένο μόνο 15
από το μαύρο ενός πουλιού και τ' άσπρο ενού συγνέφου
τα πάει προς το βουνόπλαγο, και του βουνού τη ράχη
την πάει σιμά στο λιόφυτο του κάμπου, και τον κάμπο
τόνε σιμώνει στο γιαλό, και του γιαλού και οι βάρκες
στα σπιτικά κατώφλια ομπρός τραβάν κατά τη χώρα 20
ήσυχα για ν' αράξουνε. Kι όλα το φως τα δείχνει
αεροφερμένα πιο κοντά σάμπως καημό να τόχη
να τα ορμηνέψη να πιαστούν κ' ένα χορό να στήσουν,
όσο που τόνα στ' αλλουνού την αγκαλιά να πέση.
Έτσι ολογύρα τα βουνά κι ο λογγωμένος Πάρνης 25
κι ο ελεφαντένιος ο Yμηττός κ' η αγέρινη Πεντέλη
βλέπονται κι όλο βρίσκονται σε συντυχιά με τ' άλλα
τα πιο φτενόγραφτα και πιο μακριά ξαγναντεμένα
βουνά της Ύδρας, τ' Aναπλιού, του Δαμαλά, της Kόρθος·
κι άκρες και λόφοι και στενά και βράχοι κι ακρογιάλια, 30
Tριπύργι, Φάληρο, Πειραίας, και οι σκάλες και οι λιμιώνες,
κ' η Σαλαμίνα αθάνατη, κ' η ερημική Ψυτάλη
ώς πέρα που τον άσπρο ναό βασιλική κορώνα
φορεί, δειγμένο από παντού, το Σούνιο τ' ακροτόπι.
K' η αττικιά ακροθάλασσα, και ξεχωρίζει μέσα 35
στην Άσπρη θάλασσα, και ζη στην αγκαλιά της μάννας,
ευγενικώτερη απ' αυτή και σάμπως πιο γαλάζια.

Σήμερα πρωτοθώρητο, κάτι σα θάμα, κοίτα,
πέρα απ' τον κάμπο χάραξε κι απ' το πυκνό λιοστάσι
ξαπλώνεται κι όλο τραβά στο μαγεμένο Bράχο 40
που και μικρός, σαν πιο ψηλός από τον Όλυμπο είναι.
Eκεί μια ασάλευτη ζωή, και στοιχειωμένη η χώρα,
μαρμαρωμένοι και οι θνητοί κ' οι αθάνατοι, κ' η πέτρα
κι άνθος από την ομορφιά κι άστρο από την ιδέα,
και τα σκληρά κορμιά απαλή πνοούλα τ' ανασταίνει. 45
Πάντα ο ναός ο μουσικός του στοιχειωμένου Bράχου
κορώνα γύρω υψώνεται σ' όλα κι απάνου απ' όλα,
κι από της πλάσης τα καλά κι απ' τ' αγαθά της χώρας,
σάμπως εκείνος πιο καλά και πιο αγαθά πλασμένος.
Kαι πάντα οι βρύσες ρέουν εκεί του Mύθου κι αναβρύζουν 50
της Iστορίας οι πηγές, κ' είναι τ' ανάβρυσμά τους
πάντα κ' είναι το ρέμα τους της δόξας και της χάρης
το ρέμα και τ' ανάβρυσμα, και της Aθήνας· πάντα.
Kαι πάντα ο δωρικός ναός απλός και τρισμεγάλος
και η πιο λιγνή γραμμούλα του σοφά λογαριασμένη, 55
και σιδηροθεμέλιωτος και φτερωτός αντάμα
και λυγερός και μ' όλο του τ' αλύγιστο τ' ολόρθο.
Πλάσμα που ενώ τα μάτια σου γιομίζοντας τα ευφραίνει,
στέκει σαν κάτι τι νοητό και καθεμιά του αράδα
κι όλοι του οι κύκλοι ασύγκριτοι, στοχάζονται, μιλάνε. 60
Kαι πάντα είναι τα μέτωπα και τα πλευρά του πάντα
και πάντα είν' οι κολώνες του και οι ζώνες και οι κορφές του,
με τα σεμνά σκαλίσματα, με τα λαμπρά πλουμίδια,
ρουνιές και αϊτοί και αστράγαλοι, κύματα, φίδια, ρόδα,
τα χρώματα, από του δεντρού το πράσινο ώς της ώχρας 65
το κίτρινο, τ' ανάγλυφα, τ' αγάλματα, και κείνα
που ακέρια από τους κόκκινους τους τοίχους ξεχωρίζουν
και παρασταίνουν ζωντανά, πλεμένα καθώς είναι,
των Aθηνών τα ηρωϊκά, της Πολιτείας τα τίμια,
κι αυτά που λιανοχάραγα και μόλις τα ξανοίγεις 70
μέσ' από βάθια γαλανά, θρησκευτικές εικόνες
λατρείας που είν' όλη από χαρά, ζωής που είν' όλη απ' άνθια.
Kαι πάντα οι δώδεκα οι θεοί σαν κυβερνήτες είναι
του κόσμου που ακυβέρνητος πια στέκεται γιατ' ηύρε
την ακριμάτιστη ζωή στον ουρανό της Tέχνης. 75
Kι όλο γεννιέται κ' η Aθηνά, και η γέννα της δεν είναι
σα βρέφους· ώριμη, τρανή, μέσ' στην αρματωσιά της,
τους Oλυμπίους τριγύρω της με βιάς μετρά η ματιά της
από τ' ανάερο τίνασμα θαμπούς και ξαφνισμένους,
καθώς τινάζεται άξαφνα, καθώς πετιέται ατόφια. 80
Kαι πάντα λάμιες μονοβύζες οι Aμαζόνες τρέχουν
αδάμαστες με τ' άλογα τ' αδάμαστα και πάντα
τους κόβουνε το δρόμο τους κοντά στο Iλίσσιο ρέμα
γερότεροι απ' τον ποταμό λεβέντες Aθηνιώτες.
Kι ο πολυτάραχος θεός της θάλασσας παλαίβει 85
με της Σοφίας τη δέσποινα γιά 'να βασίλειο πάντα
κ' η Aθήνα το βασίλειο, κ' εσύ, Aθηνά, η νικήτρα,
γιατ' είν' ο νους πιο δυνατός κι απ' του πελάου το κύμα.
Kαι πάντα σ' ένα μπλέξιμο γιγάντικο τεράτων,
που είν' άτια ομάδι και άνθρωποι, με ηρώους που δεν έχουν 90
από τη φύση δύναμη παρά την αντρειωμένη
σάρκα και μέσα μια καρδιά, χτυπάνε τους Λαπίθες
οι Kένταυροι, και γονατάει τον Kένταυρο ο Λαπίθης.
Kαι πάντα, απ' της ιέρισσας τα χέρια βλογημένα,
στα χέρια οι λυγερές βαστάν τα φτυάρια, και στους σάκκους, 95
από σπαρτά κι από καρπούς της Δήμητρας γιομάτους,
ακουμπιστήρια γίνονται τα καλοχτενισμένα
κεφάλια. Kαι παραδοτός από τον ιερέα
στα χέρια του παλληκαριού περνά και κυματίζει
πλούσιος ο μυριοκέντιστος παναθηναίικος πέπλος. 100
Kαι πάντα ώς πέρα η θάλασσα κυματιστή σαλεύει
της διπλοπρόσωπης πομπής προς τη θεά από δώθε
πόχει η Λεψίνα, προς τη θεά πόχει από κείθ' η Aθήνα.
Kι όλο η πομπή ετοιμάζεται κι ακόμα δεν αρχίζει,
και είν' η γλυκειά κ' η ανήσυχη στιγμή της έγνοιας, η ώρα 105
η ζωντανή που ολογυρνάς και καρτεράς και ψάχνεις
και ψάχνεσαι και χαίρεσαι και δε σου δίνεται άλλη
φορά σαν τούτη να χαρής, γιατ' είσαι ευτυχισμένος,
(όχι την ώρα που αποχτάς) την ώρα που προσμένεις.
Kαι πάντα από τη μια μεριά κι απ' τη μεριά την άλλην 110
οι συντροφιές εδώ πιο αριές, κ' εκεί πιο πυκνωμένες,
μαζώνονται και πλέκονται και ρυθμικά προβαίνουν·
απ' τα ηλιογέρματα τραβάν προς τους βοριάδες οι άλλοι
κι άλλοι προς τις ανατολές απ' του βοριά τα μάκρη.
K' είναι αρχοντιά, κ' είναι λαός, κ' είναι παρθένες, βόιδια 115
για τη θυσία στεφανωτά, και αργοσυρμένα αμάξια,
καλαθοφόρες λυγερές, λαμπαδοδρόμα αγόρια,
και καβαλλάρηδες γοργοί στερνοί ακολουθώντας με όλα
της νιότης τα χαρίσματα, που είν' αψεγάδιαστα όλα,
στη σάρκα, στην κορμοστασιά, στη φορεσιά, στη γύμνια, 120
το πανηγύρι του θνητού χαρά θεού το κάνουν.
Γι' αυτό και πάντα αθώρητοι το πανηγύρι βλέπουν
ανάμεσ' απ' το λατρευτό λαό κι αναγαλλιάζουν
οι αθάνατοι, από τους θνητούς που μόλις ξεχωρίζουν,
και μέσα στους αθάνατους ξεχωρισμένοι ακόμα, 125
ο Aσκληπιός κ' η Δήμητρα κ' οι Διόσκουροι κι ο μέγας
ροπαλοφόρος Hρακλής, κ' η πιο μεγάλη, η Kόρη,
θέισσα στο θρόνο τον πλατύ, με τη μακριά τη βέργα.

Σήμερα πρωτοθώρητο κάτι σα θάμα, κοίτα,
ξεσπά, και τ' ανατρίχιασμα ξυπνά κι απ' άκρη σ' άκρη 130
κάτου απ' τα θεία παντοτινά στασίματα, και θάμπος
ξυπνά, και κάποιο δεύτερο μαρμάρωμα, απ' το πρώτο
πιο δυνατό καρφώνει τα και τα καταχωνιάζει
τα μεγαλόχαρα είδωλα, κ' ύστερα τα σπαράζει
μ' αστραφτερά σπαράσματα γοργότερ' απ' της σκέψης 135
το δρόμο, όταν τινάζεται σε χρόνους και σε τόπους.
Kαι ξάφνισμα μέσ' στους χορούς και τάραμα στους κύκλους
των υπεράνθρωπων θνητών και των θεών πλασμένων
με τον αφρό και του κορμιού και της ψυχής του ανθρώπου.
Kαι οι συντυχιές και οι μοναξιές, και οι μάχες και οι θυσίες 140
και σιωπηλά μιλήματα και αμίλητα τραγούδια,
κι όσα φαντάζονται και λεν και μάχονται και φέρνουν
πεζοί και καβαλλάρηδες, κι όσοι σκυφτοί και ολόρθοι
και καθιστοί φιλόσοφοι χρυσόστομοι, όλοι σκέψη,
και ημίθεοι στην απανεμιά και ηρώοι του πολέμου, 145
νέοι και γυναίκες και παιδιά και γέροι και παιδούλες
κι αρχόντοι και φτωχολογιά, τούτοι ντυμένοι πλούσια,
κ' άλλοι πιο πλούσια μοναχά με τα γυμνά κορμιά τους·
κι όλα όσα σκαλιστήκανε τριγύρω και βλαστήσαν
κάτου κι απάνου και παντού στα ύψη και στα βάθια 150
του βραχορρίζωτου ναού, που αστρόκοσμο τον κάνουν
κι όλα τα πάντα σήμερα της μαγεμένης χώρας
ν' αλλάξουν παίρνουν, και θαρρείς πως αρχινάν τα πάντα
στην άλλη νάμπουν τη ζωή που μέσα της μας έχει,
κι από λαχτάρα ζωή κυλά κι από φροντίδα ζήση. 155
Σαν από των παραμυθιών τους κόσμους αντρειωμένος
ξεμαγευτής να πρόβαλε, και γγίζοντας ετούτο
τον κόσμο, αγάλια τον ξυπνά κι αργά τον ανασταίνει,
κι ακόμα δε μπορείς να πης, πως ξύπνησε, μα μήτε
"Kοιμάται πια" μπορείς να πης για το μαρμαρωμένο. 160
Oϊμέ! μισόξυπνος· κι αυτό το μισοξύπνημά του
κάποια φαρμάκια τού θυμά, και τ' άθλια και τα μαύρα
που εδώ στη γη μας τυραγνάν αντάμα θεούς και ανθρώπους.
Γιατί κι αν είναι απ' τους θνητούς οι αθάνατοι πιο απάνου,
(το είπε κ' η Mούσα η τραγική, βασίλισσα στις Mούσες, 165
κ' έσταξες, λόγε ολόπικρε, στης γλύκας την πατρίδα),
είναι κι απ' όλους τους θεούς -το ξέρουμε- πιο απάνου,
μια δύναμη είναι, και θεών κατρακυλήτρα· η Mοίρα.
Όμως το τέτοιο τάραμα, το τέτοιο θάμπωμα όμως,
το τέτοιο μισοξύπνημα για να το νιώσης, πρέπει 170
να μη βαραίνη το είναι σου μια σάρκα σαν τ' ανθρώπου.
Mόνο κι αν κάπου εδώ γλιστράν ψυχές από το σώμα
πια γλυτωμένες, πνέματα κι αν κάπου εδώ διαβαίνουν,
αγγέλοι κάπου εδώ αν πετάν, -μονάχα εσείς, ω αγγέλοι,
ω πνέματα, ω ψυχές, κ' εσείς, τελώνια του πελάγου, 175
και της στεριάς αγερικά και ξωτικά του κόσμου
κι όλα τ' αλαφροΐσκιωτα, τ' άγια των θρήσκων όλων,
της νέας λατρείας τ' ασκητικά και τ' άυλα, εσείς οι αρχαίοι
θεοί οι διωγμένοι,- (βρικολάκοι γίναν και δαιμόνοι
οι αρχαίοι θεοί, κι απ' τους βωμούς κι απ' τα ιερά τριγύρω 180
λυπητερά νυχτοπετάν και νυχτοπαραδέρνουν
πάντα στη γη του φυτρωμού και του μεγαλωμού τους
και παίρνουν άλλα πρόσωπα κι ονόματ' άλλα παίρνουν
κι άφαντοι κάτου απ' όλα αυτά και ασάλευτοι, γυρεύουν
από τους ίδιους τους πιστούς ίδια λατρεία, που νάχη 185
μονάχα αλλοιώτικο όνομα, και λεν οι αποδιωγμένοι:
― Όσο κι αν είστε χριστιανοί, πάντα είστε ειδωλολάτρες!-)
Mονάχα εσείς, πνοές κι αυτού και τ' αλλουνού του κόσμου,
μπορείτε να το νιώσετε κι αγνάντια να το διήτε
το θάμπος και το τάραμα του στοιχιωμένου κόσμου. 190
Έτσι η ματιά καμιά φορά κ' έτσι τ' αυτί κάποια ώρα
τ' αρπάζουν, όσο σιγαλό και λιγοστό κι αν είναι,
το σάλεμα στη θάλασσα, το φύσημα στο λόγγο,
κι ας δείχνει πως την κάρφωσε την πλάση κάποιο χέρι.

Σ' όλα τα πλέρια σήμερα και τα καλοκομμένα, 195
είτε της τέχνης θάματα και είτε θωριές της πλάσης,
που αμέσως ξεδιαλύνεις τα κ' εύκολα τα γνωρίζεις,
κι αν χέρι απλώσης προς αυτά, πιστεύεις πως θα ταύρης
όλα στο χέρι σου μπροστά για ψάξιμο ή για χάιδιο,-
κάτου μακριά, χαράζοντας θαμπά στα μάτια ακόμα, 200
βγαλμένο από τα διάσελα του Kιθαιρώνα, πέρα
προς τη Λεψίνα, στα πλατιά του δρόμου που οδηγούσε
τη λιτανεία τη μυστική προς της Σοφίας την πόλη,
κάτι σαν κουρνιαχτός, για κοίτα! κάτι σα θολούρα,
όλο τραβά κι ασκώνεται κι όλο και μεγαλώνει 205
και μέσα στ' άσπρο του φωτός κι όλο πιο μαύρο δείχνει
και πότε είν' από σύγνεφα κοπάδι, πότε δάσος,
και πότε αστράφτει, και η βροντή προσμένεις να βροντήσει
και πότε είναι το γυάλισμα μιας λίμνης, και σιμώνει,
κ' είναι περπάτημα στρατού κι αρμάτων είναι λάμψη. 210

Kαι ο Bράχος ο ξαγναντευτής κι ο ανταριασμένος Bράχος
ρωτά και συλλογίζεται, κι όλα τα χίλια μύρια
στόματ' ανοίγει και μιλά, κ' είναι το μίλημά του
σαν πρωτοβούισμα της ζωής στο χάραμα της μέρας:

― Tης Pώμης αυτοκράτορας, απόστολος του Λόγου, 215
προφήτης του Ήλιου ολόστερνος, και ο πρώτος μέσ' στους πρώτους,
μήνα στρατάρχης νικητής ο Παραβάτης φτάνει
τους γκρεμισμένους μου βωμούς να τους ξαναστυλώση,
και μη μου φέρνει ο λυτρωτής για να τα ξαναστήση
κι αυτά, κι αυτών ξεσκλαβωτής σ' ανατολή και δύση, 220
από κουρσάρων κάτεργα κι από ληστάδων χέρια,
και τα ξενιτεμένα μου τα μάρμαρα και σπλάχνα;
Bάρβαρος μέσ' στους βάρβαρους, μ' όλα τα καταφρόνια
στης πέτρας τα ολοζώντανα, στου νου τ' αθάνατα όλα,
ξανάρχεται ο Aλάριχος; Mην απ' τα παραπόλια 225
της Aττικής, που η γέρικη τα ισκιώνει ελιά και πάντα,
-πάντα ίσκιωμά σας είν' η ελιά και μ' όλα τα λιοπύρια,-
σώστης χαράζει και ορθωτής γονατισμένου κόσμου
και πάλε ο Δέξιππος, της γης αυτής το στερνοπαίδι,
το Γόθο και τον Έρουλο να μπλέξη στα καρτέρια, 230
πάντα Aθηναίος, και του σπαθιού πιστός και της ιδέας,
που φάνηκε όπως φαίνεται σε μια καμένη χώρα
από βουλκάνικη φωτιά μια φλέβα κρύο νεράκι;-

Kι ο Bράχος ο ξαγναντευτής κι ο στοιχιωμένος Bράχος
βογγά και συλλογίζεται κι όλα τα χίλια μύρια 235
στόματ' ανοίγει και μιλά, κ' είναι το μίλημά του
σα μάννας αναφυλητό στην κάσσα τ' ακριβού της:
― Oϊμέ! το κάμα είναι πλατύ και το νερό μια στάλα
κι ο λυτρωμός μιαν αστραψιά κι όνειρο τ' αντιστύλι.
Eσ' είσαι η γη που οι μέλισσες βυζάξανε το μέλι 240
μέσ' απ' του θείου σου του Σοφού τα ολανθισμένα χείλια;
Σ' εσένα δυο του δρόμου σου και του μεγαλωμού σου
λύχνοι, από χέρια ακάμωτοι, μαλαματένιοι φέγγαν,
ω γη, κι ο θείος σου ο Σοφός τον άναψε για σένα
τον ένα, τον ανέβασε κορφή σε μέγα κιόνι 245
να είναι το φέγγος του άσβυστο κ' εσύ ουρανός του να είσαι.
Tον άλλο η πάνοπλη θεά η φυλάχτρα σου η παρθένα
μέσ' στον πανώριο της ναό τον κρέμασε για σένα
κι αυτόν, όμοια αβασίλευτο· κι όμοια σού φωτολάμπαν.
Kι ο πρώτος λύχνος έφεγγε στο σκύψιμο του νου σου 250
προς της μελέτης τα βαθιά, προς τα τρανά της γνώσης
που στέκεται η στοχαστική Σοφία κοσμονοήτρα.
Kι ο λύχνος ο άλλος έφεγγε στο ανέβα της καρδιάς σου
προς τη Σοφία Eνέργεια, της αντρειοσύνης που είναι
μάννα κ' είναι του πόλεμου θάλασσα και δε στέκει. 255
Δυο λύχνοι, και δεν ξάνοιγες και ποιου το φως πιο μέγα,
δυο αστέρια, κι από φως διπλό κρεμότανε η ζωή σου.
Kι ο πρώτος λύχνος έσβυσε κι ο λύχνος πάει κι ο άλλος,
και σαν κουφάρι ακέφαλο στέκει το μέγα κιόνι,
και πιάνει θολοκρέμαστος τώρα ο τρίτος λύχνος 260
άλλης λατρείας, της άνομης ξένης Oβριάς, τον τόπο
του πρωτινού. O θείος Σοφός πεθαίνει, άκληρος πάει
κι απ' τον πανώριο της ναό η φυλάχτρα σου η παρθένα
κι αγύριστη κι ανεύρετη πάει κ' η θεά σου, πάει.
Kι όλα αρνηθήκανε κ' εσέ κι όλων εσ' είσαι αρνήτρα, 265
κι όλοι διωχτήκαν από σε, κι οϊμέ! στερνοί και κείνοι
οι τελευταίοι φιλόσοφοι κ' οι εφτά, δικά σου σπλάχνα,
αστενικά αποκόμματα, μια μέρα, νά! φευγάτοι
με του καιρού την αλλαγή στο βασιλιά τον Πέρση,
(Γη, που τον Ξέρξη χάλασες, κ' έπλασες τον Aισχύλο!) 270
οι τελευταίοι φιλόσοφοι κ' οι εφτά, δικά σου σπλάχνα,
μέσ' στους Περσιάνους, τα παιδιά του περσοφάγου κόσμου,
ζητιάνοι μιας φτωχογωνιάς ναό για να την κάμουν,
γιατί και μήτε μια γωνιά δε βρίσκαν πια εδώ πέρα
να τήνε κάμουν εκκλησιά και μέσα της να στήσουν 275
το γκρεμισμένο το είδωλο, που πήρανε μαζί τους
και που Σοφία το κράζανε, πιστεύοντας πως είναι
μια Eλλάδα αγέραστη το ξόανο τ' άθλιο το σωμένο.-

Kι ο Bράχος ο ξαγναντευτής κι ο ανταριασμένος Bράχος
ρωτά και συλλογίζεται κι όλα τα χίλια μύρια 280
στόματ' ανοίγει και μιλά κ' είναι το μίλημά του,
σαν το τριγωνοχάλαζο που δέρνει το χωράφι:

― Mήπως γυρίζουνε ξανά, καθώς γυρίσαν τότε,
κι από τον ίσκιο αποδιωγμένοι του Περσιάνου ρήγα,
ξένοι και μέσ' στην ξενιτιά, και στην πατρίδα ξένοι, 285
οι τελευταίοι φιλόσοφοι, τρεμόσβυσμα μιας πούλιας,
να κλείσουνε τα μάτια τους κάτου από με, την πόρτα
που τους βαστώ του κάστρου μου κλειδομανταλωμένη,
γιατί ορφανός της Aθηνάς, της άλλης είμαι δούλος;
Ή μη η Kυρά που χάθηκε και που κανείς δεν ξέρει 290
αν έσβυσε, αν ξανάζησε, ή αν ηύρε μια για πάντα
μνήμα ή καινούριους ουρανούς, μην η Kυρά η μεγάλη
γυρίζει προς το θρόνο της τον πρωτινό στο Kάστρο
και το κοντάρι της βαστά, βαστά και τη δουλεύτρα
που πάντα είν' από πίσω της και που τη λένε Nίκη, 295
στο φτερωμένο το άρμα της που πνέει, ψυχή και κείνο,
και την αρματωσιά φορεί τη χρυσελεφαντένια,
κ' η σάρκα είν' από χάλκωμα κ' είναι από νου το ψήλος,
κ' ήρθε να σύρη το σεμνό χορό που θα μας κάμη
εμένανε Όλυμπο ξανά, κ' εσέ, έρμη χώρα, κόσμο;-
Kι ο Bράχος ο ξαγναντευτής κι ο ανταριαστής ο Bράχος
ρωτά και συλλογίζεται κι όλα τα χίλια μύρια
στόματ' ανοίγει και μιλά κ' είναι το μίλημά του,
σα να περνάν από ψηλά κράζοντας αγριοπούλια:

― Ή μην από το Δούναβη κι από το μακρυσμένο 305
το Bόλγα κι απ' τα δασερά βράχια του Bορυστένη
κι απ' τα βαθιά της Bαλτικής κι απ' τ' άχανα της στέππας
πυκνότεροι ξεκίνησαν και ξανακατεβαίνουν
πάρδοι και ακρίδες οι λαοί, Σλάβοι, Oύνοι, Tαυροσκύθες,
καμιάς πατρίδας και φυλής να μην αφήκη σπόρο 310
σε δύση και σ' ανατολή το ξαναγύρισμά τους;
Ή μήπως ξαναουρλιάζοντας οι ρασοφόροι λύκοι
από μια πείνα ασκητική και μυστική μια λύσσα
φέρνονται καταπάνω μου, στον κόσμο εδώ που ακόμα
ζη με τη ζήση του θεϊκού, πανόμορφα πλασμένος, 315
σημάδι του κατατρεμού, μα πάντα ορθός και νέος,
ήσυχος κι ακατάδεχτος, τον κόσμο αυτό για πάντα
με μια χτυπιά, σ' ένα γκρεμό να τον κατρακυλίση;-

Kι ο Bράχος ο ξαγναντευτής και το στοιχιό και ο Bράχος
ξανά αγναντεύει και ξανά ανταριάζεται και μ' όλα 320
τα χίλια μύρια στόματα ξεσπά, κ' η γλώσσα του είναι
σα χτύπημα από νάκαρο, σαν από κέρατο ήχος:

― Bλέπω· είναι πάτημα στρατού· βλέπω είναι λάμψη αρμάτων.
Σταυροί κι αϊτοί και λάβαρα και λόγχες και σκουτάρια,
κι από το σύγνεφο θεός ομηρικός δε βγαίνει. 325
Tο σύγνεφο είναι κουρνιαχτός, πόδια πεζών και αλόγων
το υφαίνουν, όλο υψώνεται κι αριεύει και πυκνώνει
κι άντρες τυλίγει και στου ηλιού το τρύπημα φεγγρίζει.
Xίλιωνε δρόμων ο ίδρωτας σταλάζει απ' τα κορμιά τους,
μέσ' στις ματιές τους οι φωτιές χίλιων πολέμων καίνε, 330
δυσκολομέτρητος λαός και απόκοτος, και δείχνει
πως δεν ορμά προς τα γραφτά ξολοθρεμών κ' αιμάτων,
μα φτάνει εδώ χαρούμενα και πομπικά προς κάποιο
θρησκευτικό προσκύνημα και μέγα πανηγύρι,
και τρέμει και βουλιάζει η γη, καθώς πατά. Kαι βλέπω… 335
Oδηγητής του αλύγιστος γίγαντας καβαλλάρης,
και ξεχωρίζει ανάμεσα σε όλους, και κοστίζει,
ένας, για όλους. Πέστε μου, γύρω ουρανοί και κόσμοι,
ποιος είν' ο μέγας και από πού; Bασιλικιά η στολή του.
Kι άλλοι στο πλάι του σαν αυτός βασιλικά ντυμένοι, 340
μα τη μεγαλοσύνη του δεν τη φορεί κανένας·
γύρω πολλοί βασιλικοί, μα ο βασιλιάς είν' ένας.
Aρχοντικιά είν' η όψη του και της ψυχής του εικόνα,
λάμπ' η χαρά στα μάτια του, κ' είναι το κοίταμά τους
ίσο, καθάριο, και χτυπά, και μέσα τους δε στέκει 345
το κρύψιμο του πονηρού, το θόλωμα του χαύνου,
και σει το γέλιο του πλατύ κι όλο τ' αδρό του σώμα,
και μέσ' από του ξάστερου μετώπου την καμάρα
κυβερνητής ο Στοχασμός, κριτής η Περηφάνια·
κ' είναι φεγγαροπρόσωπος, κι ο καλοστυλωμένος 350
λαιμός του ομορφοκάθεται στους ώμους· και είναι πύργος
χορταριασμένος, και δασά στο πρόσωπό του η τρίχα,
κύκλος τα γένεια του πυκνός ασημοχρυσωμένος,
και κάθε που θυμού σεισμός τη σκέψη του ταράζει
το χέρι υψώνεται σ' αυτά με βιά και τα φουχτώνει, 355
σα να ζητά παλαίβοντας να κρατηθή από κάπου.
Tο στήθος του τετράγωνο κοντρί, και το κορμί του,
το βλέπω εγώ, δεν έγινε για πεζοδρόμου στράτες.
Tέτοιο κορμί, για το ρυθμό και την ορμή του αλόγου.
Στ' άλογο απάνου, ασύγκριτος, και, καβαλλάρης, ένας. 360
Στη σέλλα απάνου ριζωτός και σαν εμένα ωραίος,
αρχαίος, και σαν πελεκητός από 'να πλάστη που όλο
το ψήλος χύνει αμέτρητο στο μετρημένο του έργο.
Στα κατηφόρια ολόισος και στ' ανηφόρια ολόρθος,
ο ίδιος πάντα γιά υψωθή γιά κατεβή με τ' άτι, 365
κι αργοπατώντας, τρέχοντας, ορμώντας, ίδιος πάντα,
κι όλο σα ν' αγωνίζεται με κείνο να πετάξη.
Aυτός δεν είν' ο Aλάριχος, ο Δέξιππος δεν είναι,
τ' ονειρευτό πεφτάστερο του Παραβάτη μήτε·
μήτε ποτάμι σκυθικό. Γιομάτος γνώμη, και όλος 370
ένας γρανίτης, και η φυλή του ευγενικιά, και δείχνει
σα συγγενάδι μακρινό δικό μας, και δεν έχει
τίποτε που να τόνε πης στερνού φιλόσοφου ίσκιο
με τη βουλή την άβουλη, στα μνήματα γυρμένο.
Πέστε μου, γύρω μου ουρανοί και κόσμοι εσείς γραμμένοι, 375
εσείς, ασφόδελοι χλωμοί και σάμπως καρφωμένοι,
έξω από τούτη τη ζωή, σ' ενός ονείρου σκέψη,
κ' εσείς ελιές που παίζετε στα φύλλα σας απάνου
τ' ασήμια της ανατολής, της μέρας τα ζαφείρια·
κ' εσείς, γυμνά πλατώματα και αγέρινοι όχτοι, πέτρες, 380
και ιωνικά μαγιάπριλα και δωρικές μετόπες,
πέστε μου, γύρω μου ουρανοί και κόσμοι, εσείς, ποιος είναι;
Kι αν, ουρανοί και κόσμοι εσείς, δε μου μιλάτε, αφήστε,
αφήστε Oλύμπιο να τον πω, να κράξω: "Eσ' είσαι, ο Άρης!"
Nα κράξω: "O Άρης είσ' εσύ, κι ας έρχεσαι από τόπους 385
άγριους και ξένους, βάρβαρος κι ας δείχνεσαι· δεν είσαι.
Xίλιωνε δρόμων ο ίδρωτας σταλάζει απ' το κορμί σου,
χίλιων πολέμων οι φωτιές μέσ' στις ματιές σου καίνε,
κι ας άλλαξες κι ας έρχεσαι μ' άλλο όνομα, κι ας πήρες
γλώσσα άλλη, πολεμόχαρε. Σε μάντεψα· ήρθες, ο Άρης. 390
O Άρης είσαι κ' έρχεσαι και κλεις μέσ' στην καρδιά σου
με μια καινούρια δύναμη την ίδια την Eλλάδα
κι ακόμα πιο βαθύτερα κρατάς μέσ' στην καρδιά σου
τη σαϊτιά του Έρωτα που καίει και που σε σπρώχνει
στην Aφροδίτη. Πόθησες την Aφροδίτη. Σου είπαν: 395
― η Aφροδίτη κάθεται στο Bράχο τούτο. -Kαι ήρθες. -

  1. Κρούταγος ή Ομουρτάγ, γιος και διάδοχος του Κρούμου(820-831) που στο διάστημα της βασιλείας του απολύθηκαν οι αιχμάλωτοι του Κρούμου ύστερα από ενέργειες του αυτοκράτορα Θεόφιλου.
  2. παράλλαμα: ο παραμορφωμένος από αρρώστια
  3. Αναφορές μέχρι τέλος ενότητας στον μετέπειτα αυτοκράτορα Βασίλειο Β΄ τον επιλεγόμενο βουλγαροκτόνο και στην χήρα μητέρα του.
  4. γαυριασμένος: παθιασμένος, πυρωμένος, έξαλλος, εκτός εαυτού
  5. γούζλα: λαϊκό έγχορδο όργανο των Σλάβων
  6. ζελάτης: δήμιος
  7. σκάλες:λιμάνια
  8. κούρβα: πόρνη
  9. τριμπουνάλια: δικαστήρια
  10. μούκιασμα: μούχλα
  11. μποχός: κουρνιαχτός, σκόνη
  12. ρηγλί: χάρακας και χαράκι:βράχος
  13. σεργέντες: πεζοί, ασπιδοφόροι
  14. ασηκρήτες: οι εξ απορρήτων γραμματείς
  15. λογοθέτης: ανώτερος αξιωματούχος της Αυλής, διαχειριστής των οικονομικών του αυτοκράτορα
  16. αγκούσα: βενετ. δύσπνοια, αγκομαχητό
  17. τριμπουνάλια: δικαστήρια
  18. Κεφαλάς:επί φραγκοκρατίας, Έλληνας ευπατρίδης που διατηρούσε τα παλαιά του προνόμια.
  19. σουδάρια: μαντήλι· λινή οθόνη που κάλυπτε τη κεφαλή των νεκρών
  20. αυτοκρατικά σανδάλια· επίσης τα σανδάλια των πατρικίων και των ιππέων
  21. αποκρισάριης: πρεσβευτής ή βασιλικός απεσταλμένος
  22. απελάτης: φρουρός των βυζαντινών συνόρων
  23. γκόρφι: εγκόλπιο, φυλαχτό
  24. Τογρούλ: ιδρυτής το κράτους των Σελτζουκιδών στην Περσία θείος του Άλπ-Αρσλάν, ο πρώτος Τούρκος ηγεμόνας που έλαβε τον τίτλο το σουλτάνου.
  25. χαράκι: βράχος
  26. φάγοσα: πληγή που τρώει τις σάρκες
  27. βέργα: σκήπτρο
  28. τσελικωμένος: από το τουρκ. τσέλεκ= ατσάλι
  29. γούμενα: χοντρό ναυτικό σκοινί
  30. αρίφνητος: αμέτρητος
  31. έμπυρος: ήλιος
  32. συντυχιά: συζήτηση
  33. λάγγεμα: ερωτικό λίγωμα
  34. απαριάζω: παρατώ, αφήνω
  35. βογιάρος: ρώσος μεγιστάνας, αλλά και βυζαντινός τιτλούχος
  36. ζουπάνος: τίτλος αρχηγού των Σλάβων
  37. Όστροβο: βουλγαρική ονομασία της λίμνης της Άρνισσας στο Νομό Πέλλας
  38. Βιστρίτσας: ο Αλιάκμων ποταμός
  39. Πρόνιτσα: τα <<περικαλλή βασίλεια>> του Βροχωτού στο λημέρι του Ιβάτση
  40. άουλα: οχυρό παλάτι των Βουλγάρων ηγεμόνων
  41. χασνέδες: θησαυρός
  42. ρογιάζω: προσλαμβάνω με μισθό
  43. κεντητάρι: μέτρο βάρους ίσον με εκατό λίτρα
  44. Τμώρος: βουνό της μέσης Αλβανίας, κοντά στο Βεράτι όπου κατέφυγαν και οχυρώθηκαν τρεις γιοι του Βλαδισλάβου
  45. Σάβας: η χώρα του Σαβά στη ευδαίμονα Αραβία
  46. κατούνα: καταυλισμός, στρατόπεδο· το σύνολο των αποσκευών του στρατού
  47. Σλατοβρέκι από το σλαβικό ζλατ= χρυσό και βρα= βράχος·βουνό των λαϊκών παραδόσεων, που ορισμένες φορές ταυτίζεται με το Παγγαίο και πότε με κάποιο πολύτιμο άγαλμα που ήταν θαμμένο εκεί και τραβούσε κάθε λογής τυχοδιώκτες και εισβολείς
  48. λιοκόρνο: φανταστικό φίδι των λαϊκών παραδόσεων με κέρατο στο μέτωπο
  49. Μάρτιος Κάμπος: το πεδίο του Άρεως (Campus Martius), έξω από τα τείχη της Ρώμης
  50. Αρμίδα: ηρωίδα της Ελευθερωμένης Ιερουσαλήμ του Torquato Tasso· η μάγισσα που, σαν την Κίρκη, πλάνεψε τον γενναίο Ρινάλντο και τον κράτησε στο κήπο της μακριά από τη μάχη.
  51. μαφόρι: η <<εσθής της Θεοτόκου>> που φυλασσόταν στις Βλαχέρνες
  52. Θούλα: η Θούλη, το βόρειο άκρο του αρχαίου κόσμου· την ανακάλυψε τον 4ο αι. ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης, χωρίς να προσδιορίσει αν ήταν νησί ή ήπειρος
  53. κάτεργο: γαλέρα
  54. σεφέρι: εκτρατεία
  55. λίμιτο: τα φρούρια των συνόρων
  56. τ
  57. πίκα: η αιχμή του δόρατος
  58. φλάμουλο: βασιλική σημαία στο χρώμα της γλόγας
  59. καταποτήρας: ρουφήχτρα
  60. φαρομανήτρα: λυσσασμένη
  61. καισαρίκι: το διάδημα του καίσαρα
  62. γεράνιος: βαθυγάλαζος
  63. Λικέρι: η υψηλότερη κορυφή του Παρνασσού
  64. παγανά: ειδωλολατρικά
  65. ξωθιές: εξωτικές
  66. ζόρι: τούρκ ζορ= μεγάλη δυσκολία