Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω/δ

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω
Συγγραφέας: Γεώργιος Βιζυηνός
Κεφάλαιο Δ: Η οντολογία του Πλωτίνου


Εκ της υπερόχου θέσεως ην ο Πλάτων εκχωρεί προ πάσης άλλης εις την ιδέαν του αγαθού[1] λαμβάνων το ενδόσιμον ο Πλωτίνος τίθησιν αυτό το Αγαθόν εκτός και υπεράνω των ιδεών και του έχοντος αυτάς νου, ποριζόμενος ούτω μίαν υψίστην ενιαίαν αρχήν του τε αισθητού και του νοητού κόσμου, οίαν ματαίως θα εζήτει τις παρά Πλάτωνι[2]. Την απλήν ταύτην αρχήν ονομάζει ο Πλωτίνος το Έν, όπως δια τούτου έκφραση όχι μόνον, ότι η υψίστη αυτή αρχή είναι το πρώτιστον παντός ό,τι υπήρξεν, όπως η μονάς είναι ο πρώτιστος των αριθμών, αλλά συγχρόνως και ότι, όπως οι αριθμοί εκ της μονάδος, ούτως εκ του Ενός εγένετο τα πολλά: Δει γαρ δη προ του πολλού το εν είναι, αφ' ου και το πολύ επ' αριθμού γαρ παντός το εν πρώτον. (Ενν. V. 3, 12. 509). Αγαθόν όμως ονομάζει το Έν τούτο ο Πλωτίνος διότι είναι όχι μόνον η αρχή εξ ης τα πάντα προέρχονται, αλλά και το τέλος, προς ο τα πάντα επιστρέφουσιν· ο ύψιστος σκοπός, προς ον έκαστος φέρεται μετ' ακαταμάχητου εφέσεως και πόθου. Το Αγαθόν τούτο είναι ο Θεός, εκ της ενεργού του οποίου αγαθότητος πάσα ζωή και ουσία προέρχεται ως περίλαμψις. (V. 1.6. και V. 3. 12), ή ως θα ελέγομεν ημίν σήμερον δια της αυτής[3] εικονικής φράσεως, ως ακτινοβολία από μιας αμείωτου κατά το ποσόν και αναλλοίωτου κατά το ποιόν φωτεινής εστίας. Διότι η ακτινοβολία αύτη δεν είναι προβολή ουσίας αλλά δυνάμεως[4]. Άλλως τε δε το Εν παρά Πλωτίνω δεν επιδέχεται ουδένα προσδιορισμόν υπό οίαν δήποτε έποψιν αφού αυτού είναι προ πάσης νοητής εννοίας και τα πάντα άρχονται της υπάρξεως των δι' αυτού πρώτον[5].

Όπως εκ της μονάδος γίνεται πρώτον πάντων η δυάς ούτως εκ της περιουσίας της του Ενός δημιουργικής δυνάμεως γεννάται ο Νους, διπλούς ων και δεύτερος κατά Πλωτίνον[6], ουχί πρώτος και απλούς ως ο του Αριστοτέλους. Διότι παρά τω ημετέρω φιλοσόφω ο νους ούτος είναι ο αυτός νοούν και νοούμενον, νοείν και είναι (V, 9, 8) και, ως ο Πλωτίνος μυστηριωδώς εκφράζεται, νους μεν καθ' όσον θεώμενος το Αγαθόν πληρούται υπ' αύτου, δυνάμεως εις το γεννάν, (VI 7, 15, 708). Ον δε καθ' όσον τα γεννήματα, ων πληρωθείς ίσταται εν ωρισμένη και αμεταβλήτω πλέον σχέσει προς την αρχήν αυτού[7], είναι η μόνη αληθινή πραγματικότης, είναι δηλαδή αι ιδέαι ή έννοιαι παντός ό,τι υπάρχει σύμφωνον προς τους της φύσεως αυτού νόμους εν τω αισθητώ ημών κοσμώ. Διότι και κατά τούτο διαφέρει του Πλάτωνος καθ' ότι των παρά φύσιν πραγμάτων ιδέας ο Πλωτίνος δεν παραδέχεται[8]. Αφού δε παν ό,τι υπάρχει εν τω αισθητώ κόσμω, μηδ' αυτών των δεξιοτήτων του ανθρώπου εξαιρουμένων, έχει εν τω Νω όχι μόνον το υπόδειγμα, όπως παρά Πλάτωνι εν ταις ιδέαις, αλλά και τον λόγον της υπάρξεως αυτού επί γης, αποκαλεί ο Πλωτίνος το σύνολον των ιδεών πρώτον και νοητόν κόσμον, χαρακτηρίζων αυτόν (Ενν. III, 2, ί) ως εξής. «Η του νου και του όντος φύσις κόσμος εστίν ο αληθινός και πρώτος, ου διαστάς αφ' εαυτού, ουδέ ασθενής τω μερισμώ, ουδέ ελλιπής ουδέ τοις μέρεσι γενόμενος, άτε εκάστου μη αποσπασθέντος του όλου, αλλ' η πάσα ζωή αυτού και πας νους, εν ενί ζώσα και νοούσα ομού, και το μέρος παρέχεται όλον, και παν αυτώ φίλον, ου χωρισθέν άλλο απ' άλλου, ουδέ έτερον γεγενημένον μόνον, και των άλλων απεξενωμένον όθεν ουδέ αδικεί άλλο άλλο, ούδ' αν η εναντίον. Πανταχού δε ον εν, και τέλειον οπουούν, έστηκε τε και αλλοίωσιν ουκ έχει· ουδέ γαρ ποιεί άλλο εις άλλο. Τίνος γάρ αν ένεκα ποιοί ελλείπον ουδενί; τι δ' αν λόγος λόγον εργάσαιτο, ή νους νουν άλλον[9], αλλά το δι' αυτού δύνασθαι τι ποιείν; Ήν άρα ουκ ευ έχοντος πάντη, αλλά ταύτη ποιούντος και κινουμένου, καθ' ό,τι και χείρον εστί[10]· τοις δε πάντη μακαρίοις εν αυτοίς εστάναι και τούτο είναι, όπερ εισί μόνον αρκεί. Το δε πολυπραγμονείν ουκ ασφαλές εαυτούς εξ αυτών παρακινούσι· αλλά γαρ ούτω μακάριον κακείνο, ως εν τω μη ποιείν μεγάλα αυ εργάζεσθαι, και εν τα εφ' εαυτού μένειν ου σμικρά ποιείν»[11].

Τοιαύτα τα χαρακτηριστικά του νοητού κόσμου: Τα πάντα εν αυτώ ευρίσκονται εις αυστηράν ενότητα και αρμονίαν και εν τη μακαρία ταύτη καταστάσει διατελούντα κοσμούσιν ως η praestabilirte Harmonie του Leibnitz τον αισθητόν κόσμον με ταύτην την διαφοράν, ότι «το μεν κοσμηθέν έχει το είδος μεμερισμένον, αλλαχού άνθρωπον και αλλαχού ήλιον ενώ το κόσμησαν έχει εν ενί τα πάντα». (Ενν. V. 99, και V 9, 6).

Εκ του νου γεννάται κατά την αυτήν φυσικήν ανάγκην[12] και επίσης δι' ακτινοβολίας, κατ' ουδέν μειούσης ή αλλοιούσης την ουσίαν αυτού, ή του παντός ψυχή, έχουσα προς τον Νουν όπως ούτος έχει προς το Έν ή το Αγαθόν. Διότι όπως ο Νους πληρούται των ιδεών εκ της προς το Έν θέας, ούτως η ψυχή εκ της προς τον νουν επιστροφής πληρούται των λόγων, οίτινες είναι απομάγματα τρόπον τινά του κάλλους, μάλλον δε απαυγάσματα της δυνάμεως των ιδεών, ας έχει ίδουσα η ψυχή εν τω Νω. Διότι παρά Πλωτίνω αι ιδέαι, ή οπως τας ονομάζει αυτός συχνότερον, τα είδη, δεν είναι τα απαθή και αργά του Πλάτωνος υπερκόσμια παραδείγματα, καθ' α, παρεμβάς ως θεός εκ μηχανής, ο δημιουργός παράγει τον υλικόν κόσμον, αλλ' είναι νοεραί δυνάμεις κινουσαι την θεωμένην αυτάς ψυχήν κατά τον αυτόν περίπου τρόπον, καθ' ον αι εμπνεύσεις κινούσι τους τεχνίτας προς αισθητοποίησιν των υφ' ων εμπνέονται ιδεών. Ο Πλωτίνος, εμμένων εις την περί του Νου εικονικήν έκφρασιν, λέγει και περί της ψυχής, ότι, όπως εκείνος προς το Έν, ούτως αυτή προς τον Νουν ατενίζουσα συλλαμβάνει παρ' αύτου και κυοφορεί εν εαυτή τους λόγους, με την διαφοράν ότι ατελεστέρα ούσα του Νου, ως είδωλον αυτού, Ενν. V, I, 7, 489, αδυνατεί να φέρη τα γεννήματα αυτής απαθώς εν εαυτή, μόνον επί τω κεκτήσθαι ταύτα επαναπαυομένη. Η επ' αυτής ενέργεια των προς ας αδιαλείπτως ατενίζει ιδεών συνεπάγεται αυτή τοιαύτην τινά μυστηριώδη ορμήν και όρεξιν παραγωγικήν, ώστε δεν ειμπορεί η ψυχή παρά, ενώ αφ' ενός ατενίζει προς τον Νουν, ένθεος και μακάρια, αφ' ετέρου ανακουφίζεται από της κατεχούσης αυτήν ωδίνος, δημιουργούσα είδωλα του κάλλους και της τελειότητας των εν τω Νω θεαμάτων. «Τγ προσθήκη της ορέξεως, οίον πρόεισιν ήδη επί πλέον και κοσμείν ορεγόμενον, καθ' α εν Νω είδεν, ω- σπερ κυούν απ' αυτών και ωδίνον γεννήσαι, ποιείν σπεύδει και δημιουργεί» IV, 7,13. 466. Άρα την δημιουργικήν αυτής δύναμιν η ψυχή την χρεωστεί εις τον Νουν, όπως και την εξασκεί διά των λόγων, των μορφωτικών δηλαδή δυνάμεων των ειδών δημιουργεί δε η ψυχή ουχί αχρόνως πλέον και εκτός τόπου, αλλά χρονικώς και εν τόπω· ουχί εκ του μηδενός, όπως το Έν, ουδέ εκ της ιδίας αυτής μόνον φύσεως, όπως ο Νους αλλά τη συνδρομή της ύλης. Επομένως η δημιουργία της ψυχής δεν συνίσταται εις άλλο τι παρά εις την διακόσμησιν των ατάκτων υλικών στοιχείων κατά τα εν τω Νω είδη, και διά της παρ' αυτών μεταδιδόμενης δυνάμεως. Τοιουτοτρόπως η ψυχή του παντός είναι ο μεσάζων μεταξύ του νοητού και του αισθητού κόσμου, ο σύνδεσμος του ενός με τον άλλον.

Διότι ενώ το προς τον Νουν εστραμμένον αυτής μέρος είναι ακόμη όλως άϋλον και ως ο Πλωτίνος λέγει νοερόν, το έτερον, το προς τα μετ' αυτήν γειτνιάζον, ένεκα της μεγαλητέρας αυτού από του Νου αποστάσεως, εγγίζει ήδη την ύλην, ή μάλλον παράγει τον υλικόν κόσμον, συνέχον και συνεχόμενον προς το σώμα του παντός, όπως αι ατομικαί ψυχαί προς τα σώματα των ων εισί ψυχαί. Το έτερον τούτο μέρος της του παντός ψυχής καλεί ο Πλωτίνος και δευτέραν ψυχήν το θεωρεί μάλιστα ως ον κατωτέρας τάξεως[13], το όποιον έχει τους προς δημιουργίαν λόγους ουχί αμέσως από του Νου, αλλ' από της πρώτης ψυχής, της νοεράς[14]. Και τούτο μεν συνεπώς, ένεκα της μεγαλητέρας αυτού αποστάσεως, από του Νου· ένεκα όμως της ασυνειδήτου τρόπον τινά ενεργείας, δι' ης δημιουργεί τον αισθητόν κόσμον, ασθενέστερον ζώσα παρ' ό,τι η νοερά ψυχή, ονομάζεται η δευτέρα αύτη ψυχή και Φύσις[15].

Μέρη της γενικής θεωρεί ο Πλωτίνος τας των ατόμων ψυχάς, αίτινες είναι μεν αδιασπάστως εξηρτημέναι[16] από της κοινής αυτών μητρός, της ψυχής του παντός, κέκτηνται όμως, ως φαίνεται, την τε δύναμιν και την ελευθερίαν να προβάλλωσιν εαυτάς εφικνούμεναι από των αϋλοτέρων στρωμάτων προς τα υλικώτερα αναλόγως της πολυπραγμοσύνης, υφ' ης εκάστη άγεται, ούτως ώστε, ενώ αι εν τη σφαίρα της νοεράς ψυχής διαμείνασαι απετέλεσαν τας ψυχάς των θεών, των τηλαυγών αστέρων, των δαιμόνων,·κτλ. αι ως απώτατα προεκτείνασαι την περιέργειαν αυτών και προς το σκοτεινόν του παντός βάθος εγκύψασαι, απώλεσαν την υπερκόσμιον αυτών λάμψιν, ως αμυδρόταται ακτίνες απωτάτου φω- τεινού κέντρου, εκπνέουσι ήδη εν τη ζοφερή του αχανούς σκοτία.

Τοιουτοτρόπως, όπως η σχέσις της του παντός ψυχής προς τον Νουν είναι μετάβασις από του νοητού εις τον υλικόν κόσμον καθ' όλου, ούτως αι σχέσεις των καθ' έκαστα ψυχών προς την κοινήν αυτών μητέρα είναι τρόπον τινά εξακολούθησις της δημιουργίας από των γενικών επί τα μερικώτερα, από των τελείων προς τα ατελέστερα. Αληθώς η διαφορά του υπέρ αίσθησιν κόσμου προς τον αίσθητόν δεν προέρχεται, ει μη εκ του ότι η ενότης, ην εγνωρίσαμεν υφισταμένην εν τω νοητώ, διίσταται εν τω αισθητώ κόσμω εις πλήθος. (Ενν. IV, 3, 5). Τα εν τω πρώτω αμερίστως συνυπάρχοντα μερίζονται εν τω δευτέρω αφιστάμενα[17] τα πρότερον αρμονικώς και φιλίως προς το σύνολον αυτών έχοντα, περιέρχονται τώρα εις πόλεμον προς αυτό και εχθρών, και ως εκ τούτου εκπίπτουσιν εις αεί κατώτερα στρώματα, αλλοτριούμενα και αλλοιούμενα υπό της προς την ύλην συγχρωτίσεως ούτως, ώστε ενώ εν τω αΰλω κόσμω δεν υπάρχει ει μη καθαρός μόνον λόγος, εν τω αισθητώ γεννάται κράμα τι σύνθετον εκ νου και ανάγκης (ένθα ανωτέρω σελ. 256).

Ενώ εκεί υφίσταται, άχρονος αληθής πραγματικότης, ενταύθα διάττουσιν αμυδρά εκείνης είδωλα ακαταπαύστως ρέοντα και μεταβαλλόμενα εν χρονικαίς φθοραίς και γενέσεσιν[18].

Η επίδρασις ην ο Φαίδρος και η Πολιτεία του Πλάτωνος εξασκούσιν επί του ημετέρου φιλοσόφου ως προς τε την ουσίαν των ανωτέρω και τας εικόνας, ου μην αλλά και τους γλωσσικούς όρους, δι' ων αύται εκφέρονται, είναι προφαεστάτη[19], πλην δεν είναι του παρόντος, να προσθέσωμεν ενταύθα άλλας λεπτομερείας, ει μη ότι: άνευ της φυσικής εκείνης ορέξεως της γενικής ψυχής προς το διακοσμήσαι την ύλην, άνευ της συμφύτου ταις μερικαίς ψυχαίς πολυπραγμοσύνης και ελευθερίας να προβάλλωσι την δύναμιν αυτών μέχρις ου αν ταις αρέσκη, εισερχόμεναι εις αυτόβουλον ούτως ειπείν συζυγίαν μετά της ύλης, ο αισθητός ούτος κόσμος με τον αστρόσπαρτον αυτού ουρανόν, με το βασίλειον των φυτών και των ζώων με όλον τον οργανικόν και τον ανόργανον αυτού καλλωπισμόν δεν θα υπήρχε. Διότι το υποκείμενον, ως ονομάζει ο Πλωτίνος την ύλην, η υποδοχή αυτή των αισθητών αντικειμένων, έχουσα προς τον υπέρ αίσθησιν κόσμον ως σκοτεινόν τι χάος, αρχόμενον κύκλω από των εσχάτων σημείων, αφ' ων παύουσι πλέον φωτίζουσαι το κενόν αι από φλογερού τίνος κέντρου εκλάμπουσαι ακτίνες[20], ήθελεν είσθαι απρόσιτος εις αντίληψιν, αφού είναι ασώματος και τούτ' αυτό ανύπαρκτος. Ενώ ως εκ των προδιαθέσεων αυτών εκείνων, ερχόμεναι αι ψυχαί εις συγκοινωνίαν μετά της ύλης διακοσμούσι και μορφοποιούσι τα ακόσμητα αυτής στοιχεία, παράγουσαι τα σχήματα και χρώματα αυτής δυνάμει των λόγων, ους έχουσι λαβούσαι από της φύσεως, και ων μεταδίδουσιν τη ύλη, καθ' όσον αυτή είναι ικανή να μετάσχη τούτων.

Επειδή δε και οι εν ταις μερικαίς ψυχαίς λόγοι, καίπερ εμμέσως μεταδοθέντες αυταίς, δεν είναι παρά αυτά εκείνα τα ενεργά ινδάλματα των όντων, όσα η ψυχή του παντός θεάται εν τω Νω, διά τούτο και η ύλη η ερχομένη μετ' αυτών εις συνάφειαν μορφούται κατά την μορφήν των εκεί ειδών. Επομένως εννοείται ότι, όπου εν τω αισθητώ κόσμω υπάρχει αντικείμενόν τι μετέχον ζωής, οίας δήποτε, εκεί τυγχάνει παρούσα μία ψυχή, δι' ης αυτό ζωογονείται· και όπου υπάρχει μία μορφή, οία δήποτε, εκεί εισίν ενεργοί οι της ψυχής λόγοι, κατορθούντες την μορφήν ταύτην. Επειδή δε όσον αγνότεραι και επομένως δυνατότερον ζώσαι είναι αι ψυχαί τόσω μάλλον επικρατέστεραι της ύλης ειμπορούν να ήναι και τόσω τελειότερον να διαμορφώσωσιν αυτήν, κατά το υπόδειγμα των εν τω Νω ειδών, διά τούτο, όπου μία καλή μορφή παρουσιάζεται εις τας όψεις ημών, εκεί κατ' ανάγκην υφίσταται μεν μία καλή, δηλαδή μη ασχημισθείσα υπό της ύλης ψυχή, επιλάμπει δε το απόμαγμα της του είδους καλλονής, καθ' ο το καλόν αντικείμενον ρμορφώθη. Και ιδού λοιπόν, όχι μόνον ο λόγος της συγγενείας μεταξύ του καλού και των ψυχών, αλλά και ο λόγος δι' ον γίνεται αυταίς αίσθητόν ούτως αμέσως, ως είδομεν εν τω προηγουμένω κεφαλαίω: Αι ψυχαί κατάγονται εκ του αυτού νοητού κόσμου, εξ ου και το καλόν. Έπειτα το καλόν, ως εκδήλωσις της παρουσίας της ψυχής, είναι ίχνος της ψυχής ταύτης και ίχνος της αμόρφου καλλονής των ειδών. Είναι λοιπόν φυσικόν οσάκις η ψυχή ημών βλέπει το ίχνος τούτο, όχι μόνον να το αναγνωρίζη, αλλά και να χαίρη και να διαπτοήται και ν' αναφέρη αυτό προς εαυτήν και ν' αναμιμνήσκηται εαυτής και των εαυτής: Εαυτής μεν, καθ' όσον όπισθεν του καλού εμφωλεύει η αδελφή της ψυχή, των εαυτής δε, καθ' όσον το καλόν την ανάγει εις την αγλαΐαν της πρώτης αυτής πατρίδος, εξ ης απεπλανήθη.


<references>

  1. Το κυριώτερον περί τούτου χωρίον είναι εν τη Πολιτ. VI 508, Ε. Παραβλ. Zeller, Die Philos. d. Griechen. II, 591 και εξής.
  2. Ίδ. Zeller ένθα ανωτέρω V. σελ. 476-477.
  3. Άλλας επίσης εικονικάς μόνον φράσεις προς τούτο μεταχειρίζεται ο Πλωτ. Εν Ενν. III. 8,9.111. 3, 7 και πολλαχού άλλου, παρομοιάζων την από του Ενός βαθμολογικήν γένεσιν των όντων, που μεν προς την θερμότητα του πυρός, ήτις ελαττούται καθ' όσον αυξάνει η ακτίς καθ' ην διαδίδεται, που δε προς την πηγήν, ης το ύδωρ καθ' όσον προχωρεί όχι μόνον ελαττούται αλλά και θολώτερον γίνεται, και ούτω καθεξής. Ίδ. Brenning σελ. 21. 4. Zeller, ενθ. ανωτ. V. σελ. 720.
  4. Ίδ. Kirchner. Die Philos. des Plotin. σελ. 170. Zeller Die Philos. d. Griechen. V. 496 και εξής.
  5. Πρβλ. Ενν. II. 9. 1. εν αρχή. Ένθα λέγει: Και γαρ αύτη (η του Ενός φύσις) ουκ άλλο, είτα εν, ουδέ τούτο άλλο είτα αγαθόν, όταν λέγωμεν το εν, και όταν λέγωμεν το αγαθόν, ταύτην δει νομίζειν την φύσιν και μίαν λέγειν, ου κατηγορούντας εκείνης ουδέν, δηλούντας δε ημίν αυτοίς ως οίον τε.
  6. Και ούτος νους και νοητόν άμα, ώστε δύο άμα, ει δε δύο, δει το προ του δύο λαβείν III 8, 8, 350.
  7. Ενν. V. 1.4. και ιδία V, 2, 1: Και το υπερπλήρες αυτού [του Αγαθού] πεποίηκεν άλλο· το δε γινόμενον εις αυτό επεστράφη και επληρώθη και εγένετο προς αυτό βλέπον, και νους ούτος. Και η μεν προς εκείνο στάσις αυτού το ον εποίησεν, η δε προς αυτό θέα τον νουν.
  8. Όσα μεν ουν ως είδη εν τω αισθητώ έστι ταύτα εκείθεν, όσα δε μη ου· δι' ο των παρά φύσιν ουκ έστιν εκεί ουδέν. Ενν. V. 9,10 σελ. 562.
  9. Πρβλ. Ενν. II. 9. 1.
  10. Ταύτα εις τους γνωστικούς αναφέρονται ως διακρίνοντας εν τω βυθώ δύναμιν και ενέργειαν η καθώς αυτοί έλεγον έννοιαν και θέλησιν. Ίδ. M. N. Bouillet. Les Enneades de Plotin. Τόμ. I σελ. 503 και 504.
  11. Ανάλογα είναι τα του Αυγουστίνου. Psalm. CI, 27 Κεφ. VII και De Libero arbitrio, II 16, 17.
  12. Και γαρ τέλειον οντα γενναν έδει, και μη δύναμιν ούσαν τοσαύτην άγονον είναι. V. I. 7, 489.
  13. Ίδ. το κυριώτερον περί της σχέσεως των δύο ψυχών χωρίον εν Ενν. III 5,2 293: Ένθα η πρώτη ψυχή παραβάλλεται προς την ουρανίαν Αφροδίτην του Πλάτωνος και ονομάζεται θειοτάτη και ακήρατος, η δε δευτέρα λέγεται Αφροδίτη του κόσμου ούσα, και ου μόνον ψυχή, ουδέ απλώς ψυχή.
  14. Ενν. 11,3. 17. σελ, 147: Νους δη ψυχη δίδωσι τη του παντός (τους λόγους), ψυχή δε παρ' αυτής η μετά νουν τη μετ' αυτήν ελλάμπουσα και τυπούσα.
  15. Ενν. III, 8, 3, 345: Η λεγομένη φύσις ψυχή ούσα γέννημα ψυχής προτέρας δυνατότερον ζώσης.
  16. Περί της σχέσεως των μερικών ψυχών προς την όλην του παντός Πρβλ. Πλ. Ενν. IV, 3,1, 372 και εξής. Αι ψυχαί των όντων λέγονται μερικαί, διδάσκει αυτού ο Πλωτίνος, όχι διότι είναι χωριστά της όλης μέρη, αλλά διότι εμψυχούσι μέρη τινά μόνον της ύλης. Μορίου ψυχή υπάρχει· αλλ' ουχί ψυχής μόριον ακριβώς όπως εν τω γάλακτι υπάρχει μορίου λευκότης, αλλ' ουχί και μόρια λευκότητος. Πρβλ. Zeller V. σελ. 541.
  17. Ενν. III 2. 2: Πολύς γούν και εις πλήθος μεμερισμένος (ο εκ του ενός και αληθινού γιγνόμενος αισθητός κόσμος) και άλλο απ' άλλου αφεστηκός και αλλότριον γεγενημένον. Και ουκέτι φιλία μόνον αλλά και έχθρα τη διαστάσει και εν τη ελλείψει εξ ανάγκης πολέμιον άλλο άλλω.
  18. Ίδ. Zeller V. 544 και εξής.
  19. Πρβλ. και Τιμαίον. 48, Α.
  20. Ενν. IV, 3,9,379: οίον πολύ φως έκλάμψαν, επ' άκροις τοις εσχάτοις του πυρός σκότος εγένετο.