Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω/β

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω
Συγγραφέας: Γεώργιος Βιζυηνός
Κεφάλαιο Β: Το αντιληπτικόν του καλού όργανον


Το πλείστον του αισθητού καλού, λέγει ευθύς αρχόμενος ο Πλωτίνος, υπάρχει εν ταις δια της οράσεως γιγνομέναις ημίν εντυπώσεσιν. Το πλείστον: διότι αφ' ενός μεν η όψις, εναργέστατη και οξυτάτη ούσα των δια του σώματος αισθήσεων[1], αντιλαμβάνεται το καλόν εις αποστάσεις, εξ ων ούτε αφή, ούτε οσμή, ουτε ήχος ηδύνατο να φθάση μέχρις ημών, αφ' ετέρου δε, ο τε φυσικός και ο τεχνητός κόσμος είναι τοιούτος, ώστε να παρέχωσιν εαυτούς προ πάντων τη οράσει εις καλολογικήν απόλαυσιν. Γραφικά, γλυπτικά, αρχιτεκτονικά έργα, εξωραίζοντα πάσαν της αρχαιότητος πόλιν έτι και επί Πλωτίνου, πόσον ετοίμως έδιδον εαυτά εις θαυμασμόν τω βουλομένω. Άλλου είδους καλά υπήρχον, υποθέτομεν, ουχ ήττον άφθονα, αλλ' η απόλαυσις τούτων ούτε πρόχειρος ούτε επίσης άμεσος ηδύνατο να ήναι: Μόνον η όρασις έχει το επίζηλον πλεονέκτημα να αντιλαμβάνηται δια μιας όλην την προς αυτήν εστραμμένην επιφάνειαν των σωμάτων, όλην αυτών την αποπτικήν εμφάνισιν, συνορώσα το τε σύνολον και τα συστατικά του μέρη καθ' έκαστα, εν τη εαυτών συμμετρία και αναλογία προς τε το όλον και προς άλληλα, ως και εν τη παραλλαγή των επανθούντων αυτοίς χρωμάτων. Επομένως μόνον η όρασις αποκομίζεται ημίν συγχρόνως και αμέριστον την εντύπωσιν της του καλού επιδράσεως. Η ακοή μας προσφέρει το καλόν εν χρονική ακολουθία και, ούτως ειπείν, κατά σταγόνας μόνον: Μουσικάς συνθέσεις τας ακούομεν ολίγον κατ' ολίγον εξελισσομένας προ της κρίσεως ημών, εις τρόπον ώστε το σύνολον αυτών ουδέποτε επιδρά επί της ψυχής μετ' ίσης των διαφόρων μερών εντάσεως· καθ' ην στιγμήν πληρούσι την ακοήν ημών ζωηραί τίνες και αρμονικαί συμπτώσεις τόνων, αι τας οποίας ηκούσαμεν προ μικρού επίσης ζωηρώς, εκλείπουσιν ήδη απηχούσαι ολονέν αμυδρότερον[2].

Έπειτα εν αύτη τη εξωτερική φύσει πόσον ανίσως είναι διηρημένον το αισθητόν καλόν μεταξύ της εν τόπω και της εν χρόνω εμφανίσεως του! Ολόκληρος ο κόσμος συνίσταται, απλώς ειπείν, εκ σχημάτων και χρωμάτων πάσα καλλονή του εν ταις προς άλληλα σχέσεσι τούτων. Οι ήχοι είναι συμβεβηκότα των κινήσεων μόνον των σωμάτων, ουχί συστατικά ή ιδιότητες ενδελεχείς και εκ των ων ουκ άνευ. Άλλως τε δε είναι τόσον σπανίως καλαί αύται αφ' εαυτών αι φωναί, τόσον σπάνιαι[3]. Και ο μουσικώτερος του αιγιαλού φλοίσβος απολείπεται πλείστον της απείρου ποικιλίας των αποχρώσεων και των γραμμών ήρεμα κυμαινόμενης θαλάσσης. Ο αστροφεγγής ουρανός της νυκτός μένει αιωνίως άφωνος προς το ους, ενώ οι οφθαλμοί αποκομίζονται τόσας εντυπώσεις καλού εκ της προς αυτόν θέας. Πλείστα ζώα τέρπουσι την όψιν μόνον δια της μορφής αυτών, άλλα πάλιν, ως ο ταώς, είναι καλά δια τον χρωματισμόν, τουναντίον όμως δια την φωνήν των. Τέλος πόσα άνθη και φυτά δεν εξέχουσιν επί καλλονή σχημάτων και χρωμάτων, ενώ είναι όλως διόλου άοσμα ή και όζουσι κακώς; Ορθώς λοιπόν ο Πλωτίνος αποφαίνεται, ότι «το καλόν εστίν εν όψει πλείστον».

Μόνον μετά την όψιν έρχεται η ακοή ως αισθητικόν του καλού όργανον. «Έστι δ' εν ακοαίς», προσθέτει ο Πλωτίνος, «κατά τε λόγων συνθέσεις και εν μουσική απάση· και γαρ μέλη και ρυθμοί είσι καλοί».

Και ενταύθα, όπως εν πολλοίς άλλοις, προηγήθη του ημετέρου φιλοσόφου ο Πλάτων, ου μόνον ως προς την διάκρισιν του αισθητού, εις καλόν εν όψει και καλόν εν ακοαίς, αλλά και ως προς τα παραδείγματα του τελευταίου. Εν τούτοις ο Πλωτίνος δεν αναμασσά απλώς τα πλατωνικά χωρία[4]. Τα υποθέτει μόνον, ως γνωστήν τοις δι' ους γράφει βάσιν, ως ωρισμένην αφετηρίαν, αφ' ης παραλαβών θα τους εισαγάγη εις τας ιδικάς του περί καλού θεωρίας. Τας δε θεωρίας ταύτας γνωρίζει αυτοίς, κατά την συνήθειάν του, όχι μόνον εν οις προσθέτει, αλλά και εν οις αφαιρεί εκ του Πλάτωνος. Ο τελευταίος παραθέτει ως παραδείγματα του εν όψει καλού τα ποικίλματα τα ζωγραφήματα και τα πλάσματα, και μερίζει το καλόν τρόπον τινά εξ ίσου μεταξύ της όψεως και της ακοής, παραδείγματα των δι' ης καλών εισί κατ' αυτόν «οι φθόγγοι οι καλοί, και η μουσική ξύμπασα και οι λόγοι και αι μυθολογίαι» (Ιππ. μ. 298). Ο Πλωτίνος προδίδει πολύ πλείονα προς την φύσιν οικειότητα· διαβλέπει και αισθάνεται το εν αυτή καλόν εις τοιούτον βαθμόν και εν τοσούτοις παραδείγμασιν, ώστε, απηλπισμένος να τα απαρίθμηση, και υποχρεωμένος να διόρθωση τον Πλάτωνα, αφήνει μεν κατά μέρος τα ολίγιστα εκείνου παραδείγματα, αποφαίνεται δε γενικώς, ότι το καλόν έστιν εν όψει πλείστον. Τούτο είναι ευλαβής του εξ ου δανείζεται συμπλήρωσις. Συμπλήρωσις είναι επίσης και η προσθήκη των ρυθμών μεταξύ των παραδειγμάτων του εν ακοαίς καλού, διότι δι' αυτής εισάγεται εις την καλολογίαν και το εν τη εξωτερική φύσει υπάρχον καλόν εν ακοαίς,το ως τάξις της κινήσεως (Πλ. Νομ. II. 664-665) μόνον παρουσιαζόμενον. Αφ' έτερου όμως ο Πλωτίνος αποσιωπήσας τα εν οις ο Πλάτων συγχέει το καλόν μετά του ωφελίμου και του χρησίμου (Γοργ. 474 D.), αποφεύγει και το να κατάταξη τας ευωδίας μεταξύ των παραδειγμάτων του αισθητού καλού, ως ποιεί ο Σωκράτης εν Φιλήβω σελ. 51, Β[5]. Τοιαύται τίνες διαφοραί, όσον μικραί και αν φαίνωνται ευθύς εν αρχή, όμως προοιμιάζονται ημίν καλολογίαν επί ευρύτερων και ψυχολογικωτέρων ιδρυμένην βάσεων.

Αληθώς, εν τη παραλείψει της οσφρήσεως, ως αισθητικής του καλού ο Πλωτίνος έχει υπέρ εαυτού όχι μόνον την προ αυτού επικρατήσασα γνώμην: (Άριστ. Τοπ. VII 3. σελ. 377), αλλά και τας νεωτάτας περί καλού ψυχολογικάς θεωρίας μέχρι τινός[6]: Η ψυχολογία διακρίνει τα καλολογικά από των φυσικών αισθημάτων. Ο γενικός των τελευταίων χαρακτήρ δεν είναι κυρίως παρά ευεξία ή καχεξία τις φυσική ενώ τα καλολογικά αισθήματα φέρουσιν απαρεξηγήτως τον χαρακτήρα της αρεσκείας ή απαρεσκείας· επομένως τα πρώτα εισί στενώς συνδεδεμένα μετά της ζωικής του ανθρώπου υπάρξεως, και ενδιαφέρουσι την υποκειμενικήν αυτού ευεστώ ούτως ειπείν, ενώ τα δεύτερα ουδέν προσωπικόν ενδιαφέρον συνεπάγονται. Αλλά τα φυσικά αισθήματα είναι ως γνωστόν τόσω μάλλον ισχυρά, τόσω μάλλον υποκειμενικά, όσω υποδεέστερα είναι τα αισθητήρια, δι' ων δεχόμεθα τας προκαλούσας την γένεσιν αυτών εντυπώσεις. Ούτως η αρνητική αξία των διά της αφής αισθημάτων κέκτηται τον χαρακτήρα του άλγους· η των διά της γεύσεως τον χαρακτήρα της αηδίας και σικχασίας· η των διά της οσφρήσεως ουχ ήττον τον της σικχασίας και βδελυγμίας. Ακόμη και αυτή η ακοή προσβάλλεται υπό των κακοφωνιών τρόπον τινά προσωπικώς. «Αυτό προσβάλλει την ακοήν μου»· λέγομεν συνεχώς, ως ει ελέγομεν περίπου, αυτό με προσβάλλει προσωπικώς. Άλλως τε δε τις αγνοεί την ανυπόφορον επίδρασιν, ην εξασκεί επί των ακουστικών νεύρων κακώς ηχούν παραχορδισμένον κλειδοκύμβαλον; Τις δύναται να υποφέρη απαθώς τον τριγμόν αιχμηρού τίνος καρφίου, δι' ου προσπαθεί τις να χαράξη την ύελον; Ενώ το αίσθημα, όπερ διεγείρει εν ημίν και η δυσειδεστέρα εικονική παράστασις ενός αντικειμένου ουδέν κοινόν έχει προς την προσωπικήν εκείνην αγανάκτησιν. Η ανεξαρτησία όμως αύτη της αίσθήσεως από των όσ' αντιλαμβάνεται είναι απολύτως αναγκαία, ίνα μη το δι' αυτής διεγειρόμενον φυσικόν αίσθημα θολώνη και σκοτίζη το καλολογικόν, συγχεόμενον και δυσχεραίνον ή παρακωλύον την κρίσιν της ψυχής περί της καλολογικής των αντικειμένων σημασίας[7].

Η όρασις επομένως, ως η ελάχιστα υλικώς συγχρωτιζομένη με τα εξωτερικά αντικείμενα αίσθησις, είναι, υπό ψυχολογικήν έποψιν, η γέφυρα η από του υλικού εις τον καλολογικόν μετάγουσα κόσμον[8]. Δια τούτο ο μεν Πλάτων απεκάλεσεν αυτήν εναργεστάτην, οι δε νεώτεροι αντικειμενικωτάτην των αισθήσεων. Δευτέρα, μετ' αυτήν έπεται η άκοή, μειονεκτούσα μεν της οράσεως, ως αντιλαμβανόμενη το καλόν εν χρόνω, και ούσα ήττον απαθής υπό των εξωτερικών εντυπώσεων, πλεονεκτούσα όμως κατά τούτο, ότι μόνον αι δι' αυτής εντυπώσεις διεγείρουσιν εν ημίν, αμέσως διά του τρόπου καθ' ον γίνονται αντιληπταί, παραστάσεις σχέσεων, αίτινες, ως αντικείμενον της αρεσκείας, διακρίνονται αυτής ταύτης της αρεσκείας, ως εσωτερικής μόνον του αισθήματος διαθέσεως: Τους τόνους αντιλαμβανόμεθα σχεδόν πάντοτε ως σύμβολα αντικειμενικού τίνος περιεχομένου, χωριστού του υπ' αυτού διεγειρομένου εν ημίν αισθήματος αρεσκείας ή απαρεσκείας, όχι όμως κατά τον αυτόν βαθμόν ουδέ πάντοτε και τα χρώματα[9].

Τα υπό του Herder (Werke z. Schön. Litt. u. Kunst. σελ. 36.71.) μακρηγορηθέντα περί της αφής, ως του κυρίως αισθητικού οργάνου του εν μορφαίς και σχήμασι καλού, ηδυνάμεθα να παρακάμψωμεν ενταύθα, χωρίς φόβου πολλής τίνος ζημίας. Δεν δυσκολευόμεθα να παραδεχθώμεν μέχρι τινός μετά του Vischer, (Aesth. ένθα ανωτέρω) ότι ο διατρέχων διά των βλεμμάτων τας επιφανείας ενός ανδριάντος, ενός αρχιτεκτονικού έργου, συναποκομίζεται και το αίσθημα της λειότητος, απαλότητος, τρυφερότητος και των τοιούτων, όσα μόνον τη αντιλήψει της αφής απόκεινται· γνωρίζομεν δε, ότι ο γλύπτης δεν δύναται να κατασκευάση έν άγαλμα, χωρίς να ψηλάφηση και βεβαιωθή διά της αφής περί της τελειότητος και ακριβείας των ευμορφιών αυτού· αλλ' αδυνατούμεν να πιστεύσωμεν, ότι φιλοσοφία του εν σώμασι καλού, επί της αφής μόνον βασιζόμενη, δύναται να χρησιμεύση ποτέ ως καλολογία δι' άλλους τινάς, έκτος των εκ γενετής τυφλών. Εάν ο Herder δεν εφέρετο εις τας θεωρίας αυτού τας τοιαύτας μόνον εκ τυφλής και εμπαθούς κατά του Καντίου πολεμικής[10] ήθελε πεισθεί περί τούτου εξ αυτού του πειράματος, όπερ εισάγει προς υπεράσπισιν των διϊσχυρισμών του. Γυνή τις, εκ γενετής τυφλή, ερωτηθείσα, λέγει, ποίας τράπεζας εύρισκε καλλίους, απήντησε: τας ελλειπτικάς το σχήμα. Εκ τούτου συμπεραίνει ο Herder όχι μόνον ότι η έλλειψις είναι σχήμα ευμορφότερον του τετραγώνου, αλλά και ότι αντιληπτικόν του κάλλους αυτής όργανον είναι η αφή, αφού η ούτως αποφαινομένη ουδέποτ' εγνώρισε τα σχήματα δια της οράσεως. Το κακόν όμως ε ναι - και τούτο το εξηγεί διαφόρως ο Herder - ότι η εκ γενετής τυφλή ερωτηθείσα διατί ευρίσκει τας ελλειπτικάς τράπεζας καλλίους, απήντησε: Διότι προσκρούω επ' αυτών ολιγώτερον[11]!

Συμφωνούμεν λοιπόν κατ' αρχήν μετά του Πλωτίνου, περιορίζοντος το καλόν εν μόνη τη ακοή και τη οράσει· επιφυλλασσόμεθα όμως να τροποποιήσωμεν την αυστηρότητα του εκ της καλολογίας αποκλεισμού των τριών αισθήσεων εάν πεισθώμεν, ότι η αυστηρότης αύτη είναι άδικος.

Ο υπό του Πλωτίνου καθορισμός των αντιληπτικών του αισθητού καλού οργάνων επολιτογραφήθη εν τη φιλοσοφία του καλού κυρίως διά του Hegel, όστις και απεκάλεσε την ακοήν και την όρασιν θεωρητικάς αισθήσεις. (Aesth. I. 50). Άλλά ο F. Th. Vischer, τηρήσας τας αρχάς του εαυτού διδασκάλου κατ' ουσίαν, προσθέτει μίαν επί του αντικειμένου παρατήρησιν, επανάγουσαν ημάς ευθύς αμέσως εις την περί ης είπομεν επιφύλαξιν. Ο σοφός ούτος καλολόγος παρατηρεί λίαν ορθώς, ότι προ πάντων η όσφρησις έχει λεπτήν τινα σημασίαν εν τη καλολογία: «Ευωδίαι τινές, λέγει, προκαλούσιν εις την φαντασίαν εικόνας συνδεομένας αμέσως με καθαρά εν τη μνήμη αισθήματα και πόθους, ενώ αηδής οσμή ειμπορεί εν καταλλήλω περιστάσει να επιτείνη εν είδος καλολογικής φρικιάσεως». Φέρει δε περί του τελευταίου τούτου ως αμφιβόλου αξίας παράδειγμα την πρακτικήν ζωγράφων τινών, οίτινες εν τη εξεικονίσει της εγέρσεως του Λαζάρου γράφουσι συνήθως εν πρόσωπον φράσσον διά της χειρός τους ρώθωνας[12].

Το γεγονός τούτο είλκυσεν άλλοτε και την ημετέραν προσοχήν εν τη μελέτη ημών επί της του Fra Sebastiano del Piombo «Εγέρσεως του Λαζάρου», του ανεκτιμήτου τούτου κειμηλίου της εθνικής εν Λονδίνω πινακοθήκης. Εν τη εικόνι ταύτη ο θιασώτης και φίλος του Μιχαήλ-Αγγέλου έγραψεν ουχί ένα, αλλά πέντε εκ των έγγιστα τω ανεωγμένω τάφω ισταμένων θεατών κρατούντας την άκραν των ιματίων προ της εαυτών ρινός· παρέστησε δε και την Μάρθαν αποστρέφουσαν από του αναβιώσκοντος αδελφού το πρόσωπον, μετ' αποτροπιαστικής χειρονομίας και στάσεως εκπεπληγμένης. Ζωγράφος τόσον καλώς μεμυημένος τα μυστήρια της εαυτού τέχνης και υπό τας εμπνεύσεις, ως λέγεται, του Μιχαήλ Αγγέλου εργαζόμενος, δεν κατέφυγε βεβαίως εις τα μέσα ταύτα άνευ τινός σκοπού. Σκοπός δε αυτού προφανής ήτο όχι μόνον να μας υπενθύμιση τας λέξεις της αλλοπροσάλλου Μάρθας «Κύριε, ήδη όζει, τεταρταίος γαρ εστί» αλλά και προς πάντων να συγκίνηση τον θεατήν διά της ομοιοαληθείας, προσπορίζων αυτώ τας εις αληθείς τοιαύτας θέας συμπαρομαρτούσας εντυπώσεις και αισθήματα εν όλη αυτών τη δυνάμει. Μ' όλα ταύτα μη παρεξηγώμεθα: Εάν προ του αριστουργήματος του Πιόμπου το καλολογικόν ημών αίσθημα χρωματίζεται ζωηρώς και ιδιομόρφως υπό του προφανούς εκείνου υπαινιγμού, το αποτέλεσμα χρεωστείται ουχί εις την όσφρησιν ημών, ως αισθητικόν του καλού ή του αισχρού όργανον, αλλ' εις ευνόητους ψυχολογικούς συνδυασμούς μεταξύ του δρωμένου και των εν αναμνήσει αισθημάτων, όσα εν τη ψυχή ημών συνεδέθησαν άλλοτε μετά παρομοίων παραστάσεων. Κατά τον αυτόν ακριβώς τρόπον ηδύνατό τις, θεωρών επιτυχή ζωγραφικήν εξεικόνισιν λεμονοφαγούντος, να αισθανθή το ίδιον εαυτού στόμα υπερσιελούμενον, χωρίς διά τούτο η γεύσις αυτού να ήναι και το αισθητικόν του εν όψει καλού όργανον. Περί τούτου ώφειλε να ήναι βέβαιος ο Vischer, και όχι μόνον ως κύριον παράγοντα, αλλ' ούδ' ως συνεργόν εν τη γενέσει καλολογικών αισθημάτων να μη παραδεχθή την όσφρησιν. Παραδεχόμενος όμως το τελευταίον, και χαρακτηρίζων ως προβληματικήν την καλολογικήν σημασίαν τοιούτων παραστάσεων, φαίνεται ορθώς μεν διϊδών την εν τοις τοιούτοις υποκρυπτομένην αλήθειαν, αμήχανων όμως προς ορθήν αυτής εξήγησιν.

Η καλολογική σημασία των τριών υποδεεστέρων αισθήσεων είναι μεν σμικρά, και αυτή καθ' εαυτήν άμοιρος εξόχου τίνος κύρους, είναι όμως παν άλλο ή προβληματική, και δικαιούται επομένως να ελκύση προς εαυτήν την προσοχήν του περί καλού φιλοσοφούντος, όπως ελκύει την των καλλιτεχνών, αδρώς ανταμείβουσα τους ειδότας να την εκτιμώσιν: Όσον ευτελές και αν λογισθή υπό θεωρητικήν έποψιν το εν ταις γεύσεσι, ταις οσμαίς ή ταις αφαίς ευάρεστον, εις την ειλικρινή όμως αντίληψιν παρουσιάζεται όχι ως προαγωγόν μόνον της φυσικής του άνθρωπου ευεξίας στοιχείον, αλλ' ως εμφάνισις ιδίας τινός των πραγμάτων αρετής, αδιάφορον εάν προς γνώσιν αυτής δεν υπάρχει άλλο τι όργανον εκτός του φυσικού αισθήματος. Εσκληρημένοι εκ της προς τας ανάγκας του καθημερινού βίου πάλης ημείς οι άλλοι, επαύσαμεν πλέον να εκτιμώμεν τας διά των αισθήσεων τούτων εντυπώσεις, άλλως, ή ως μέσα φυσικής μόνον ευπάθειας. Πόσον διαφόρως εχει το πράγμα παρά τοις παισίν, εν οις η ανθρωπινή φύσις είναι ακόμη συνεπής εις εαυτήν. Την αρέσκειαν τού να ψηλαφώσι λεία ή λεπτόχνοα την επιφάνειαν αντικείμενα έχουσι τα παιδία κοινήν με πολλούς εκ των πρεσβυτέρων των. Ό,τι καθ' ήμας είναι χαρακτηριστικώτατον της οιονεί προσωποποιήσεως των εν τοις πράγμασιν ιδιοτήτων, είναι το γεγονός, ότι και τα λαιμαργότερα παιδία φέρονται ευγνωμόνως τρόπον τινά και φειστικώς προς τα τέρποντα την γεύσιν αυτών αντικείμενα, προ πάντων εάν ταύτα ήναι άτεχνα της φύσεως προϊόντα. Η προς αυτά φειδώ, πιθανώς έχει πολλάκις αμφίβολον χαρακτήρα: Όταν το παιδίον αποφυλάττη το ηδύτερον των εδεσμάτων, όπως γευθή αυτό τελευταίον, αποβλέπει κυρίως εις το να προσφέρη εις τα γευστικά του νεύρα τον ηδύτερον γαργαλισμόν τελευταίον και επομένως διαρκέστερον. Όταν όμως το παιδίον θωπεύη και φιλή τον μαστόν της μητρός, ή το μήλον, ή το άπιον, και λαλή προς αυτάς επαίνους τρυφερότητος, τότε τι άλλο πράττει παρά αναγνωρίζει αντικειμενικώς εν τω καρπώ υπάρχουσαν, ως αρετήν αυτού του ιδίου, την ηδονήν, ήτις μόνον εν τω φυσικώ του παιδός αισθήματι υφίσταται; Αλλ' ίσως είπη τις, ότι επιλαμβανόμεθα τού ζητήματος ελαφρότερον ή ότι αυτός προσεδόκα από την σπουδαιότητα επιστημονικής πραγματείας. Εξετάσωμεν λοιπόν αυτό υπό αυστηρώς καλολογικήν έποψιν.

Η χωριογραφική ουδόλως μεταχειρίζεται τα χρώματα ως απλά και αδιάφορα μέσα, εκδηλωτικά μόνον των δι' ων αι εικόνες προσπίπτουσιν εις την όρασιν ημών μορφών και σχημάτων. Πολλώ μάλλον επιδρά δι' αυτού τούτου του χρωματισμού και διά πολλών άλλων εντυπώσεων, ων όμως δεν παρέχει πραγματικήν επί της εικόνος παράστασιν, αλλά διεγείρει μόνον την ανάμνησιν. Η ατμοσφαιρική, λόγου χάριν, θερμοκρασία, αι καθ' ώρας και καιρούς εις τινα αντικείμενα και χωρία ιδιάζουσαι οσμαί τυγχάνουσιν αύται καθ' εαυτάς απαράστατοι διά του χρωστήρος. Και όμως έξοχοι ζωγράφοι, οίοι ο A. Cuyp, ο Claude Lorrain, ο Ruysdael, ο Hobbema πόσον θαυμασίως ηξεύρουν να τας χρησιμοποιούν εν ταις χωριογραφίαις αυτών ταις αρίσταις! Εν τοις χρώμασι παρομοίων καλλιτεχνών αναγνωρίζει τις εκ πρώτης όψεως οχι μόνον εκ τίνος της ημέρας χρόνου τυγχάνει ειλημμένον το παράγον αυτά φως, αλλά και συναισθάνεται τρόπον τινά τον βαθμόν του θάλπους ή της κρυοσύνης, το ευώδες ή μη του ατμοσφαιρικού αέρος, δι' ου το φως εκείνο διήκει, χρωματίζον τα φυσικά και τεχνητά αντικείμενα. Όστις εγνώρισεν εξ αυτοψίας εκ μεν της Ιταλικής σχολής προς πάντων τας εικόνας του Claude Lorrain, εκ δε της Ολλανδικής τας του Albert Cuyp, αδύνατον να μη έλαβε πείραν της χωριογραφικής ταύτης αρετής, αρκεί μόνον να έτυχε φέρων μεθ' εαυτού προς κρίσιν των εικόνων και βαθμόν τινα γραφικής καλογνωσίας[13].

Βεβαίως καλλιτέχναι, οποίοι οι ανωτέρω μνημονευθέντες, δεν επιδιώκουσι τόσον επιμελώς την πρόκλησιν των υποδεεστέρων τούτων παραστάσεων προς εξάσκησιν φυσικού τίνος μόνον ερεθισμού επί των θεωμένων τας εικόνας. Επίσης είναι απίστευτον, ότι η μεν του καλού αίσθησις παράγεται εν ταις τοιαύταις είκοσι διά της τυπικής μόνον συνενώσεως των αζωγραφήτων εντυπώσεων, ενώ εκάστη εξ αυτών χωριστά εν τη πραγματικότητι τυγχάνει καλολογικώς αδιάφορος. Πολλω μάλλον πείθεται τις, ότι πάσα εντύπωσις, οιουδήποτε αισθητηρίου, εκτός της επί της φυσικής ημών ευεξίας ή καχεξίας επιρροής αυτής, κέκτηται και μίαν ιδιαιτέραν, υπό της ψυχής αείποτε σιωπηλώς αναγνωριζομένην, καλολογικήν σημασίαν. Το θάλπος, το ψύχος, αι οσμαί κτλ., πράγματα ευχάριστα ή δυσάρεστα ίσως εν τη φύσει διά τον θεατήν της εικόνος, δεν εκτιμώνται υπ' αυτού εν τη χωριογραφία υπό ταύτην την έποψιν: δηλαδή κατά το μέτρον της ωφελείας ή βλάβης, ην περιέχουσιν, ως προς αυτόν, αλλά παρουσιάζονται μάλλον ως χαρακτηριστικαί αυτού του εξωτερικού κόσμου αρεταί και χάριτες, τούτο μόνον έχουσαι το ιδιάζον, ότι κατάλληλον προς αντίληψιν, προς γνώσιν και εκτίμησιν αυτών όργανον είναι ουχί ο εξαντικειμενίζων τα πράγματα νους, αλλά μόνον το εσωτερικόν ημών αίσθημα ηδονής ή λύπης[14].

Υπάρχει λοιπόν και εν ταις διά των υποδεεστέρων αισθήσεων αντιλήψεσι, πλήν της φυσικής ευπάθειας και βαθμός τις καλού, το οποίον είναι μεν ανεπίδεκτον πάσης περαιτέρω αναλύσεως, γίνεται όμως όπως δήποτε αισθητόν τη ψυχή τη ανθρωπίνη, ως ιδία τις αποκάλυψις του εν τη φύσει επικρατούντος πνεύματος[15].

Ουδ' εμακρηγορήσαμεν ενταύθα εκτός του προκειμένου· διότι εάν ο Πλωτίνος εν τοις προηγουμένοις δεν εσυμφώνησεν ει μη μέχρι τινός μόνον προς τας ανωτέρω θεωρίας, εν οικειοτέρω τόπω (Κεφ. ΣΤ') θά ίδωμεν αυτόν υπάγοντα το καλόν εις το εσωτερικόν ημών τούτο αίσθημα, ως τον κυριώτερον περί αυτού κριτήν, ανεξαρτήτως των δι' ών εισέρχεται εις την ψυχήν αισθητηρίων.

<references>

  1. Ούτω καλεί αυτήν ο Πλάτων εν Φαίδρω σελ. 250 D.
  2. Πρβλ. F. Th. Vischer, Aesthetik, oder Wissenscaft des Schônen. Leipzig. 1864. 57. Erster Theil. S. 183. Εννοείται ότι ενταύθα πρόκειται περί της αντιλήψεως του εξωτερικού καλού και ουχί περί της εσωτερικής αυτού συνόψεως υπό της ψυχής του παράγοντος καλλιτέχνου. Διότι ο τελευταίος, είτε μουσικός είτε ποιητής είναι, πριν ή συνθέση εν χρόνω τα διάφορα του έργου του μέρη, έχει το σύνολον αύτου συγχρόνως προκείμενον προ της εαυτού ψυχής και υφίσταται την υπό του συνόλου πάθησιν και συγκίνησιν, ως εάν το έβλεπεν εν χώρω. Πρβλ. Encyclop. Brit. εν λέξει μουσική σελ. 700, ένθα τούτο μαρτυρείται υπό του Χερουβίνη περί εαυτού, ως μουσικού συνθέτου.
  3. Πρβλ. H. Lotze: Ueber den Begriff der Schönheit. Göttingen. 1845 σελ. 42.
  4. Τα χωρία ταύτα είσι: Φαίδρ. 250,D. Ιππ. μ. 298 A. B. 295 D. Γοργ. 474, D. E.
  5. Εν τούτοις και ο Πλάτων ομολογεί, ότι «το περί τας οσμάς γένος των ηδονών είναι ήττον θείον». Πρβλ. και Τιμ. 66 D. ένθα δίδε τον λόγον τούτου.
  6. Ίδ. το ΣΤ' Κεφ. της παρούσης μελέτης.
  7. Την σχετικώς μεγίστην υποκειμενικήν απάθειαν των δια της οράσεως αισθημάτων μαρτυρεί νομίζομεν και το γεγονός, ότι ουδεμία σχεδόν γλώσσα κέκτηται χαρακτηριστικά των δυσάρεστων χρωμάτων ονόματα εκ των παθήσεων αυτής ταύτης της οράσεως ειλημμένα. Όπου είναι ανάγκη τοιούτων, λαμβάνονται εκ των άλλων αισθήσεων. Ούτως η γερμανική, όπως χαρακτηρίση το δυσάρεστον εν τοις λίαν ζωηροίς χρώμασιν αποκαλεί ταύτα κραυγάζοντα χρώματα.
  8. Πρβλ. υπό την έποψιν ταύτην τα υπό του M. Carriere περί των λοιπών αισθήσεων λεγόμενα εν τη Aesthetik die Idee des Schönen τόμ. I. σελ. 250.
  9. Lotze, Geschichte der Aesthetik in Deutschland-München. 1868, σελ. 293.
  10. Ίδ. το επόμενον Κεφάλαιον.
  11. Ίδ. Gregorovius σελ. 117, και Lotze ένθα ανωτέρω σελ. 70 και εξής.
  12. F. Th. Vischer: Aesthetik, od. Wissenschaft des Schönen. Leipzig 1846-57 Erster Theil.181.
  13. Συμπεράσματα ιδίων μελετών επί ωρισμένων εικόνων δεν δύναται να τα βεβαίωση τις άλλως ει μη παραπέμπων εις αυτάς ταύτας τας εικόνας. Ουχ ήττον παράβαλε, ως προς τας υφ' ημών υπαινισσομένας χωριογραφίας και τον έξοχον τεχνοκρίτην G. F. Waagen; Kunstwerke und Künstler in England. Berlin 1837-38. Και δη περί μεν του Cuyp εν Τόμ. I. σελ. 225και 293. Τόμ. II σελ. 21, 131, 550 και 574. Ένθα όμως, ειρήσθω εν παρόδω, ανακριβώς περιγράφεται η υπ' αριθμόν 3 ζωγραφιά. Ουχί πέντε, αλλά τεσσάρας μόνον αγελάδας έγραψεν ο Cuyp ισταμένας εν τω υδατίω, ως γνωρίζομεν ημείς σπουδάσαντες και ταύτην την εικόνα έτι προ μικρού εν Λονδίνω εν τη ιδιωτική πινακοθήκη του Marquis of Bute. Ούτε ήτο δε δυνατόν να προστεθή τις άλλη άνευ βλάβης της του όλου αρμονίας. Αλλά τοιαύτας τινάς ανακριβείας ευρίσκει τις και εν άλλαις περιγραφαίς του Waagen. Περί των εικόνων του Claude Lorrain παράβαλε τον αυτόν συγγραφέα, Τόμ. I σελ. 96 ένθα ορθότατα παρατηρείται ότι ο καλλιτέχνης ούτος ήξευρε να διεγείρη το αίσθημα της θερμοκρασίας, των οσμών κτλ. και δι' αυτών ακόμη των σκιαγραφιών του, ως πας τις δύναται να πεισθή άλλως τε, μετροφυλλών το εν τη συλλογή του Δουκός του Dcvonshire ευρισκόμενον Liber veritatis του ιδίου ζωγράφου. Περαιτέρω πρβλ. σελ. 211, 225, 231 και Τόμ. II σελ. 250 και ιδία 348.
  14. H. Lotze: Geschichte der Aesthetik in Deutchland. S. 268.
  15. H. Lotze: Ueber Bedingungen der Kunstschönheit σελ. 11.