Η κερένια κούκλα/Δ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η κερένια κούκλα
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Χρηστομάνος
Αχ, βιολιά, βιολιά! γλυκά βιολιά!


. . Και δεν είδε πια τίποτ’ άλλο η Λιόλια γύρω της, ούτε τις μυρσίνες πούτανε στολισμένα τα κάδρα του Βασιλέα και της Βασίλισσας, του Διαδόχου και της Σοφίας, ούτε τις μικρές σημαίες που κρέμονταν απ’ το ταβάνι σε σκοινιά τεντωμένα, ούτε τα ζευγάρια, μασκαρεμένοι και αμασκάρευτοι μαζί, που χόρευαν την πόλκα, άλλοι στρωτή γερμανικά, άλλοι πηδηχτή γαλλικά, κι όλοι με τόσο πάθος και χτυπώντας απ' την πολυκοσμία τις πλάτες ο ένας απάνω στον άλλονα σαν ξαπολυμένες βάρκες σ’ ανεμόδαρτο λιμάνι. . . Μόνο τα μάτια του Νίκου είδε που της έφεγγαν ως μέσα στο στήθος, σάμπως του χορού ο σκοπός κ’ η γλύκα να τους είχανε ρίξει μέσα σπίθες κρυφόχαρες κι αυτές να γινήκανε φλόγες ξεπεταχτές κι αγκαλιάστρες και φέγγος απαλό — είδε το φέγγος των ματιών που την αγκάλιαζε κ’ είδε και τα δυο τα χέρια να σιγοτρέμουν ανάερα για να την αρπάξουν. . και τους συνεπήρε το ρέμα το φρενιασμένο και ψυχοπλάνο του σκοπού του χορευτή — όπως ένας άνεμος ζεστός, περνώντας απ' το λιβάδι, ξεσέρνει τις γλυκειές τις πεταλούδες. . .

Πώς χόρευ' η Λιόλια με το Νίκο! . . .

. . Σαν κάνανε εκείνα τα λίγα βήματα «φεν-ντε-σιέκλ» στις στροφές, εκεί που γώνιαζε η σάλα, έπεφταν κ’ οι δυο μπροστά μ’ όλο τους το κορμί, με τα κεφάλια κάτω, σα να θέλανε να γκρεμιστούνε χεροπιασμένοι σε μιαν άβυσσο ευτυχίας, σε μια θάλασσα, κάτω βαθιά, με κύματα γλαυκά και σαν αξύπνητα που μόνο το τραγούδι τους έφθανε ως απάνω. . . Πατ! — πατ!! πατ!!! — — χτυπούσε το πόδι του στα τρία βήματα τόνα πιο χτυπητό από άλλο, ο Νίκος, σαν το νέο το άλογο, από υπερδύναμη ζωή κι αβάσταχτη χαρά. . . κ’ έπειτα έκανε μια γλήγορη στροφή και γύριζε κατά πρόσωπο της Λιόλιας να τη δεχτή στο στήθος του. . . Κι αυτή έπεφτε απάνω του με μια κίνηση σα λυμένη, όλο πάθος και παράδοση, χυνότανε, μ’ ένα σκέρτσο αλλοιώτικο, απ' το πλάι μ’ όλο το κορμί της και το στήθος μπροστά, το απαλό και ζεστό, που έπαλλε απάνω στο δικό του, μέσα στα χέρια του . . .

Δε φορούσε σήμερα το στενό της το πολκάκι, η Λιόλια, με τη σειρά κουμπάκια: είχε βάλει τη φουστίτσα της τη σταχτιά από αλπαγά, κοντή-κοντή, μ’ ένα ποκαμισάκι κρεμ μαλακόχυτο όλο σούρες, που της άφηνε το στήθος ελεύθερο, και στη μέση μια ζώνη μουσαμαδένια κι αυτή σταχτιά· και πίσω στα μαλλιά της είχ’ ένα φιόγκο από κορδέλλλα μεταξωτή σκούρη πορτοκαλλιά, πούκανε σα μιαν απόχρωση των μαλλιών της των καστανών που χρύσιζαν . . . Χρύσιζαν τα μαλλιά της μες τα φώτα σα μάλαμα παλιό ζεστόχρωμο και τα σγουρά τους ταναφυσούσε ο απαλόθερμος αέρας όπως η αύρα αναφυσάει τα ψιλόχορτα του κάμπου. . . Τα μάτια της έλαμπαν! Ήτονε ροδοκόκκινη κ’ ιδρωμένη σα νάτρεχε στους ήλιους κ’ έτσι έμοιαζε ρόδο που ό,τι έχει ανοίξει μ’ όλα του τα φύλλα ένα μεσημέρι του Απρίλη. Μα το στόμα της έκανε μια καμπύλη σαν κλάμα και δεν καταλάβαινες πως γέλαγε παρ’ απ’ τη γλύκα που φώλιαζε σε κάτι λακκάκια και μέσα στις γωνιές των χειλιών της κι απ’ τα μαργαριτάρια που φέγγριζαν ανάμεσα στων χειλιών της τα υγρά κι ανοιγμένα ανθόφυλλα.

. . Κι ο Νίκος έσκυβε απάνω στα μαλλιά της: το πρόσωπό του ήτονε χλωμό σα να φωτιζόταν από μέσα και στη χλωμάδα αυτήν τα μάτια του ξεχώριζαν ακόμα πιο σκούρα μες τα ματόκλαδα, σα βαθύ νερό σκιασμένο από κλαριά. . .

. . Κάθε φορά που την άρπαζε τη Λιόλια σαν απ’ τον εαυτό της χαμένη στην αγκαλιά του, έσφιγγε τα χείλια του για να μην πετάξη η άχνα της ψυχής του, ξεροκατάπινε με το καρύδι πηγαινοερχάμενο από κάτι αλάλητο που τούκανε το σάλιο κόμπο και τούκλεινε το λαιμό, έρριχνε πίσω το κεφάλι, σάμπως να του ταρπάζη ο πόθος αποπίσω, στα δυο του τα χέρια, και να του το γύριζε τανάστροφα φιλιώντας του το στόμα. . .

« Παντεσπάνι! Παντεσπάνι!» — φωνάζανε μερικοί πούχανε βαρεθή πια να περιμένουν την πόλκα να τελειώση για να βρουν κι αυτοί ντάμα. Από ντάμες δα άλλο τίποτα, καθιστές γύρω στους καναπέδες, μα νά που έτυχε να χορεύουν όλες οι όμορφες κ’ οι καλύτερες χορεύτρες . . και δεν πάνε στα κουτουρού οι χορευταράδες, μόνο κάθονται να δουν πρώτα κ’ έπειτα διαλέγουνε.

— Δεν έχει παντεσπάνι! είπ' ο Δάσκαλος, μπαγιάτεψε πια κ’ έγινε παξιμάδι. — Βάλ' τη «Ρεζάν», Μηνά! — φώναξε του παιδιού που γύριζε τοργανέτο.

. . Και πάλι, χωρίς να ξαποστάσουνε μια στάλα, έσυρε ο Νίκος τη Λιόλια. . . Να βλέπατε το πόδι του το νεανικό κι αντρίκιο, το χαριτωμένο μαζί και δυνατό, που ξέχωρα φανέρωνε το πλάσμα το πλουσιόβλαστο κι ανθισμένο πούτον ώρα του τώρα να καρπίση — πώς πατούσε το σανίδι ολόσωμο, ριζώνοντας το νέο δεντρί, και σηκωνόταν πάλι ανάερο μ’ ένα τίναγμα ελαστικό και πάλι έπεφτε, στριφογυριστό στον αστράγαλο, βαστάζοντας όλο το κορμί στις μύτες του κ’ έρριχνε γοργότρεχο τη φτέρνα πίσω και γλυστροσερνότανε σα χέλι — λες κ’ είχε ζωή ολόδικιά του και χαρά — το πόδι! . . . Μα κι όλο τάλλο το κορμί: τα μπράτσα κ’ οι ώμοι, οι πλάτες, η μέση κι ο λαιμός — τι τέλεια κι αρμονικά πούχαν τα κουνήματά τους, χώρια το καθένα και τόνα μέσα στάλλο και πάλι όλα μαζί — σα να φιλιούνταν αναμεταξύ τους, σα νάνθιζαν τώρα δα, ξαναγεννημένα σ’ ένα λουτρό χρυσόρρευστο από φως και ηδονή, σε ζωή τρισμάκαρη . . .

Και η Λιόλια — το κοριτσάκι με το κοντοφούστανο τανεμιστό, με τα τρεμόχαρα στηθάκια που κρυφοζούσαν μες ταέρινο ποκαμισάκι ίδια χλωμά ροδάκινα κάτω απ’ τη φυλλωσιά στο βραδυνό ταγέρι, με τα χείλια σα στόμα λουλουδιού που σιγανοίγει να φιλήση τον ήλιο — έπεφτε απάνω του σαν ένα πράμα λευκό κι απαλό, σαν πιτσούνι άσπρο που με τα πούπουλά του τού σκέπαζε το νου. Έτσι έλυωνε του Νίκου η ψυχή κι όλο το κορμί του άνοιγε σε μύρια στόματα για μύρια το καθένα του φιλιά. . . .

Κι όχι μονάχ’ αυτοί οι δυο. Ολ' αυτά τα κορμιά που στριφογύριζαν αγκαλιαστά — το κάθε ζευγάρι σα μέσα σ’ ένα δικόν του σίφουνα μεθυσιού και φρένας — ζούσαν τώρα μιαν άλλη ζωή, τόσο βαθειά, που άγγιζε σχεδόν με πόνο την ψυχή τους, με γλυκό σφάχτη, κ’ έπαιρνε τη λάμψη της και τη φορούσε κ’ έφεγγε. . .

— Το «μαρινάτο!» το «μαρινάτο!», φωνάζανε τώρα μερικοί που δεν χόρευαν άλλο παρά βαλς (έτσι τόχε βγάλει ένας δεκανέας των Πυροσβεστών από το άχτι του, γιατί όλο αυτό κοπανούσανε στα χοροδιδασκαλεία και δεν μπαγιάτευε ποτέ του σα το μαρινάτο ψάρι) —

— Όχι! Όχι! «Τα παιδάκια»! — πολεμούσαν άλλοι να τους μουλώξουνε με τις φωνές τους — Όχι το «μαρινάτο!» Όχι! Ό — οχι! «Τα παιδάκια»! «Τα παιδάκια»! και δυο-τρεις αρχίσανε τα τραγουδάνε δυνατά, για να μην τους περάση το πείσμα εκεινών:

     Τα παιδάκια μου, γι’ ακούστε
     να σας πω μια συμβουλή! . . .

Έξαφνα χτύπησ’ ο Δάσκαλος τα χέρια κ’ έπαψε τοργανέτο κ’ έπιασαν τα βιολιά (Να λοιπόν πούτον αλήθεια όταν τόλεγε ο Μίμης!). . .

Πώς περνάει, το καλοκαιριάτικο μεσημέρι, ένα φρίκιασμα πάνω απ’ τα φύλλα του δάσους. . μ’ ένα θρόισμα μυριόφωνο βαθύ σαν από κάποια θάλασσα αλαργινή, βαρυστέναγη; — έτσι πέρασε μιαν ανατριχίλα αλάλητη πάνω απ' όλα τα κορμιά τα ολόθερμα με το πρώτο κατέβασμα των δοξαριών, πούβγαλαν κάτι τραβηγμένους ήχους βαθιούς και στριγγούς μαζί. . . Φως κάτασπρο στις αμίλητες πέτρες, γέλοια των κυμάτων στην αμμουδιά, των άγριων περιστεριών γέλοια στις δέντρινες κουφάλες, σίδερο πληγωμένο που ξεφωνίζει, ρόδα μαυροπόρφυρα του πόθου και ήσκιος σε νάρκη βαθιόμαβια με τις φτερούγες ριχμένες πάνω απ’ το κεφάλι — και σαν τι δε μοιάζουν οι λαχτάρες των χορδών! . . . Και με τη γοργάδα και το θάμπωμα της αστραπής που σχίζει μαυρόγυαλον ουρανό, έπεσαν οι ήχοι αυτοί στων ανθρώπινων κορμιών το πιο βαθύτερο «είναι» και ξέσυραν, αποσχίζοντας τις ίνες της ψυχής, κάτι ολάνθιστο, με σπαραγμό μαγευτικό . . κ’ έπειτα χύθηκαν τις πλάτες κάτω τις ζεστόχνουδες, φως ανατριχιαστό, και σιγοστάλαξαν κόμπο-κόμπο στα στήθη σαν κάποιο υπέργειο μύρο τραγουδιστό που σε λιγάκι ξεχείλισε, έγινε πέλαγος. . .

Τσιριχτές φωνές έβγαζαν τα νέα παιδιά, γιατ’ οι καρδιές τους πνίγονταν από ηδονή, Αχ, από ένα μεγάλο κύμα ηδονής. . . Κ’ εκείνοι ακόμα πούχαν αποστάσει να χορεύουν και πηγαίνανε να καθήσουν, ξαναπετάχτηκαν απάνω και ζευγαρώθηκαν πάλι στο φτερό και ριχτήκανε μες του χορού το κύμα. . .

Το σγουρό μαλλί του Νίκου που τούσκιαζε το μέτωπο, στεκόταν ανάερο. . άσπρο το μέτωπό του, λαμποκοπούσε μυστικά σαν κάποιο αρχαίο μάρμαρο που αστράφτει ηλιοφιλημένο ψηλά σ’ έναν έρημο κάβο, κυττάζοντας τη θάλασσα. . .

Η Λιόλια κάθε φορά που μες την αγκαλιά του Νίκου περνούσε κοντά απ’ τα βιολιά, της φαινόταν πως παίζανε για χάρη της πιο δυνατά, με πιότερο πόθο παίζανε, με πιότερη φρένα γλυκερή — γι’ αυτήνα μοναχά πια βαθιά και πιο επίμονα ξέσερναν τις φωνές τους, σα να θέλανε να την κάμουν κάτι να πιστέψη:

«Νέα είσαι κι όμορφη κ’ ευτυχισμένη!» — της έλεγαν. . . Μα όχι αυτό μονάχα: κάτι άλλο πιο γλυκά ακόμα κι από της ομορφιάς την ευφροσύνη και της νιότης κι απ’ το καθετί στον κόσμο, κάτι άλλο πιο αβάσταχτο θέλανε να της ειπούν — που δεν το πίστευε. . και μεθούσε απ’ την πολλή χαρά της – ενώ δεν το πίστευε! . . και της έρχονταν τα δάκρυα απ' την ευτυχία — γιατί κόντευε να το πιστέψη! . . .

Αχ, βιολιά, βιολιά! γλυκά βιολιά! — σφάχτες της ψυχής! Τι μας κάνετε εμάς των νέων!

Μαγεμένες είν' οι χορδές σας, οι βγαλμένες απ’ τα ωραία ζώα που σιγοπερπατούνε στις χορταριές τις κρυφομύριστες απ’ το χαμόμηλο και τον άγριο δυόσμο (. . τα είδατε πώς κυττούνε, θλιμμένα από της ζωής την ομορφιά;) . . . Γλυχοποτισμένες είν’ οι χορδές σας με της ζωής την όμορφη τη θλίψη. . , Όλα τα παλιά τραγούδια των νέων που έζησαν και τώρα έχουνε σβήσει για πάντα και τα δάκρυα απ’ τον παλιό καιρό, εσείς τα τραγουδάτε, βγάζοντας τα μέσ’ από το χάος της ζωής και μέσ’ απ’ την ψυχή μας. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Όταν ήρθ' η καντρίλλια, οι φίλοι του Νίκου βρήκαν ευκαιρία να ζητήσουν της Λιόλιας ο καθένας τους κι από ένα χορό. Ο Μίμης της θύμησε πως την είχε αγκαζάρει για ένα βαλς κ’ ήτον αυτό, είπε, πουρχόταν τώρα. Δεν πρόφθασε νανοίξη το στόμα της και πάλι τους χώρισε το ρέμα. . .

Τι εξαίσιο πράμα ωστόσο αυτές οι καντρίλλιες! — ίδια η ζωή! . . . Σαν κάποιος μάγος κ’ εξορκιστής ο Δάσκαλος χτυπούσε τα χέρια του ξεφωνίζοντας λόγια παράξενα που μοιάζανε γητέματα και ξόρκια: «Μπαλανσέ — βο — νταμ!» — «Σασσέ — κρουαζέ!» — και περνούσαν τα γυναικεία λουλούδια μπρος απ’ των αγοριών τα μάτια που μεγάλωναν πιο φεγγερά από πρώτα . . και σελάγιζαν, πάνω από τάνθινα κεφάλια, του αγορίσιου πόθου τάστρα, του πόθου του κυπαρισσένιου — γιατ’ ίδια νέα κυπαρίσσια ταγόρια αψηλοστέκουνε στυλωμένα σ’ ολοστρόγγυλους και δυνατούς δίδυμους κορμούς. . . «Φραππέ»! — κ’ ήτον ο θρίαμβος της Χαράς και της Ζωής: Α! να τις που περνούν κ’ οι δυο αγκαλιασμένες (τι σπάνιο πράμα!) μέσ’ από μια θάλασσα ανθρώπινη, πολύβουη απ’ τάσπρα χέρια που χτυπιούντ’ αναμεταξύ τους σαν αφρισμένες κυματοκορφές, απάνω σ’ ολόχρυσο άρμα, ζεμένο σε λευκό τέθριππο σαν από φως γενάμενο κρέας, και με την ίδια τη θεά την Ήβη πίσωθ' ορθή για Νίκη που κρατάει τα χρυσά στεφάνια. . . «Σαιν»! — και γύριζε η αλυσσίδα η ζωντανή, δεμένη και λυτή, περνούσε σαν άνθινο όνειρο που δε σβήνει, σαν άρωμα που όλο φεύγει κι όλο μένει, περνούσε — κομπολόϊ ανθρώπινο μες τα χέρια ταόρατα της συλλογισμένης Μοίρας. . . Κ’ οι κόμποι του ήταν αφροσταλίδες απ’ την ατέρμονη θάλασσα της πλάσης σαν κ’ εκείνα τα δάκρυα του Ωκεανού τα θρομπισμένα στο κεχριμπάρι που σιγοκυλούνε με μουσική στης Ζωής τον έρημο γιαλό (ώ πένθιμα φωτισμένον από ένα μεγάλον κόκκινον ήλιο!), που έχουνε μέσα τους το θλιβερό μύρο του άπατου βυθού και της αλαργινής κυματιάς την ανεμόφερτη λαχτάρα και τραγουδιστή βουή. . . Και ζούσαν αυτές οι στάλες του σάρκινου αφρού και τρεμοσάλευαν κ’ έφεγγαν η καθεμιά τους μ’ ένα φως κρυμμένο μέσα της. . . Και πότε αποτραβιούνταν οι κόμποι απάνω στο σκοινί πούτον το αίμα το άλικο, το ζεστό, γοργότρεχο από πόθο, νεροσυρμή του πόθου ακράτητη κοχλακιαστή μέσα στην ανθισμένη σάρκα, πότε μαζεύονταν όλοι μαζί μέσα στη χούφτα της Μοίρας τη φριχτή που τους έπαιζε — αλλού έχοντας το νου της. . . Κ’ έξαφνα σαν κομπολόι σκόρπισαν. . .

Κ’ έπειτα απ’ του Μάγου τα χείλη απήχησε η μαγική λέξη; «Προμενάτ»! — και δυο-δυο τα γητεμένα πλάσματα έκαναν τον κύκλο της ζωής το χορευτή, σκιρτώντας απάνω στο λιβάδι της αιώνιας νεότητος. . και περιχυμένο ήτον το λιβάδι απ’ τον απαλόφλογο ήλιο της χαράς. . κ’ ήτον αυτός η σύνθεση ενός τραγουδιού αναβρυσμένου απ’ όλα τανθρώπινα κορμιά που τώρα ζούσανε βαθιά σαν άνθη και σα ζώα. . . Έπαλλαν τα στήθη και τρεμούλιαζαν της σάρκας οι κυρτογραμμές και τα πρόσωπα έβγαζαν ένα φέγγος σαν τανοιχτά παράθυρα το καλοκαίρι όταν απέξω είναι ο χρυσός ο ήλιος και τα φύλλα τα πολλά, κόμες πράσινες ανεμιστές που αναδεύονται απαλά και μυστικά θροΐζουν, κ’ οι καρποί που γλυκοφεγγρίζουνε σ’ απόσκια γλαυκά και τα μεγάλα άσπρα νέφαλα τα στρογγυλεμένα, σαν από αέρινο μάρμαρο πελεκητό, που ασάλευτα ονειρεύονται πίσω απ’ τις πλάτες των βουνών. . . Και καθώς πηγαίνανε σκιρτώντας ρυθμικά κάτω από μιαν ανίδωτη βέργα, τα μαγεμένα πλάσματα, ανασαίνανε βαθιά κ’ η πνοή τους έλεγε: «Είμαστε νέοι, νέοι, νέοι και γεροί! και ωραίοι! και δε μας μέλλει γιατί γυρίζομε και πού πάμε . . και πού πάμε . . και δε μας μέλλει αν πέθαναν εκείνοι που μας γέννησαν και τα μικρά ταδερφάκια μας αν έσβησαν. . . Εμείς πάντα θα γυρνούμε, θα γυρνούμε, γιατ’ είμαστε όμορφοι και νέοι και δε μας μέλλει! δε μας μέλλει! δε μας μέλλει! που κ’ εμείς θε να πεθάνωμε — γιατί δεν το πιστεύομε! . . .»

Κι όχι μόνο των νέων ανθούσε και τραγούδαγε η ψυχή. Αχ, να βλέπατε κάτι γέρους σαράβαλα και κάτι χοντρές πενηντάρες που στο σπίτι τους θα βογκούσαν απ’ τη μια καρέκλα στην άλλη — πώς σήκωναν τα πόδια τους αψηλά και πηδούσανε σαν τις κατσικούλες! Μια προπάντων, χοντρή σα δέκα απ’ τις εγγόνες της που χορεύανε γύρω της, ήτονε θεός να τηνέ βλέπης: τρανταζόταν ολόσωμη σα βαρέλα ξεχαρβαλωμένη και τα προγούλια της πηγαινόρχουνταν πέρα-δώθε σα λάστιχα, μα το πρόσωπο της, κάτω από τις ζάρες και τις κρεατοελιές, άστραφτε από χαρά και νιάτα — ναι από νιάτα, γιατί εκείνην την ώρα ήτονε δεκαεννιά χρονών: σωστά δεκαεννιά χρονών — ούτε μια μέρα παραπάνω . . . Να κ’ ένα κουκλάκι μια σπιθαμή, με κάτι γαμπίτσες ψιλούλες σαν τα καλαμάκια μες τις άσπρες κάλτσες: η κόρη του δασκάλου, τεσσάρων πέντε χρονών, που τη χόρευε ένας αψηλός νέος, πρώτος χορευτής, σκυμμένος ίσαμε κάτω και κρατώντας την απ’ τα δυο τα χεράκια, όπως χορεύουν τα κορίτσια τις κούκλες τους μες τις αυλές. Όλους τους χορούς λέει τους ήξερε και δεν άφηνε χορό να μην τονέ χορέψη με τους πιο ωραίους καβαλλιέρους. Ο νέος, γερμένος απάνω στο κουκλάκι, το γλυκοκύτταζε και του χαμογελούσε, σα νάβλεπε μέσα του την όμορφη κοπέλλα που θα γινότανε μια μέρα, κ’ η μαϊμουδίτσα σήκωνε απ’ το βάθος καταπάνω του τα μάτια της, σα νάτον ο αγαπημένος της — και μόνο τα μπόγια τους που δεν ταιριάζανε. . . Αλήθεια η ψυχή τανθρώπου δεν έχει χρόνια παιδιάτικα, ούτε και γεροντάματα κάτω απ’ τα χιόνια των μαλλιών και τις ζάρες που σταφιδιάζουν τις ωραίες ρόγες: ολάνθιστη γεννιέται και νέα πάντα μένει και σβήνει, χωρίς να ξεφυλλίση, μ’ όλη της τη λάμψη σαν τη συνονόματη της, τη χρυσοφτέρουγη «Ψυχή». . .

Πνίγηκε η Λιόλια απ’ τα γέλοια σαν είδε το μικρό να χορεύη κοντά της με τόση σοβαρότητα και να κάνη ρεβερέντσα στον καβαλλιέρο του με τόνα ποδαράκι πίσωθ’ ανασηκωτό . . κ’ εκεί που γέλαγε, τέλειωσ’ ο χορός κ’ ήρθε τρέχοντας να την πάρη απ' τα χέρια του Νίκου ο Μίμης. . .

— Άσε μας ντε κ’ εμάς λιγάκι να μυρίσουμε κορίτσι! — τούπε αυτός με πίκα.

Τον κύτταξε ο Νίκος με κάποιο σοβαρό και σα λίγουλάκι άγρια, μα δεν είπε τίποτα.

— Τι με κυττάς; — ξαναείπε ο Μίμης που έβραζε μέσα του απ’ όλο το βράδυ κ’ ήτον κίτρινος σαν το φλουρί — δε σ’ αρέσουμε;

— Σα να μη στέκης αυτού καλά μου φαίνεται — είπε ο Νίκος και πήγε με τη Λιόλια στο βάθος της σάλας να την τραττάρη μια λεμονάδα στον μπουφφέ: ένα τραπέζι μακρύ που τούχανε φορέσει ένα κόκκινο φουστάνι από λαδόπαννο. . .

Σε λίγο άρχισαν πάλι τα βιολιά κι ο Μίμης πήρε τη Λιόλια να χορέψουνε. . . Δε μίλησε ο Νίκος, μα είδε τη Λιόλια να τον κυττάζη με κάτι μάτια σα να τον αρωτούσανε μ’ απορία θλιμμένη: «Γιατί αφήνεις να με πάρη αυτός από κοντά σου!;. . .»

Του ήρθε να κάμη ένα σάλτο να την ξαναρπάξη απ’ τα χέρια του Μίμη. Μα εκείνη τη στιγμή τον έπιασε κάποιος απ’ τον αγκώνα: ένας φίλος που τώρα ότι είχ’ έρθει κ’ ήτον όλο χαρά που τον εύρισκε εδώ — ο Ντίνος — ένα παιδί γλυκό με δυο μάτια σαν ελίτσες που δεν άφηναν καθόλου ασπράδι στις άκρες, ψηλούτσικος, με μια μέση τόση δα, που περπατούσε ίσιος-ίσιος σα λαμπάδα. Τον έπιασε που λες στην κουβέντα κ’ έτσι ο Νίκος, χωρίς νακούη τι τούλεγε ο Ντίνος, έβλεπε από μακριά τη Λιόλια που τη χόρευε ο Μίμης. . . Και σαν επίτηδες ο Μίμης έκανε μικρούς-μικρούς τους γύρους του κι όλο κατά την άλλη μεριά της σάλας, για να μην περνάη κοντά απ’ το Νίκο. . .

Τώρα που την έβλεπε τη Λιόλια μακριά του, σε χέρια αλλουνού κ’ εκείνονε να γέρνη αποπάνω της και να πίνη με τα μάτια του το φως της ομορφιάς της, τώρα του φάνηκε πως για πρώτη φορά την έβλεπε. . . Ως τα τώρα είχε μεθύσει με το ζεστό μύρο του κορμιού της σαν από κρασί μοσχάτο (Αχ, όχι! από βαρύ κρασί με ζάχαρη και κανέλλα), είχε γλυκαστή η ψυχή τον με τα ολόδροσά της νιάτα σαν απ’ τον πεπονιού τη δροσερή τη γλύκα, είχανε χάρη τα μάτια του τον ήλιο που ήτον πεσμένος μέσα στα μαλλιά της σα μέσα σ’ άγριο μέλι του βουνού, σκοτεινό. . το στόμα της, λιγωμένο ρόδο με βυσσινύ χαμόγελο, λουλούδι της ψυχής που έβγαζε αμίλητο τραγούδι — λαχτάρα κι αγωνία μαζί — όπως όλων των λουλουδιών τα στόματα —: πάντα το αισθανότανε να φυλλοτρέμη μέσα τον, μα τις περισσότερες φορές στα χείλη του απάνω . . και τα μάτια της με τις τζιτζιφένιες χάρες που μοιάζανε νησάκια ηλιοφίλητα σε πέλαγος γαλατένιο την αυγή, απονύχτερα άστρα σε κάποιον ουρανό χλωμό, αυτά τον παίρνανε μαζί τους κάθε φορά που ήθελε ταντικρύσει, όπως παίρνει ο ουρανός το σύννεφο κ’ η θάλασσα το καράβι — στην αγκαλιά τους. . . Όλ’ αυτά τα αισθανόταν ο Νίκος ως τα τώρα, μα τώρα μόνο κατάλαβε, ότι τα αισθανόταν — μα και πάλι τα αισθανόταν όλα μαζί, θαμπά και μπερδεμένα . . . Έβλεπε όμως τώρα αληθινά, ένα-ένα, αυτά τα χαρακτηριστικά που ήτανε γι’ αυτόν άλλες τόσες κρήνες ηδονής αλάλητης. Και συνάμα κατάλαβε βαθιά μες την ψυχή του πως ήτανε δικά του, ολόδικά του, κατάβαθα δικά του, περισσότερο από κάθε άλλο πράμα πούχε δικό του στον κόσμο, περισσότερο δικό του κι απ’ τον ίδιο τον εαυτό του. . .

Κάτι θολοπόρφυρο νεφέλωσε στα μάτια του μπροστά, σα λιβάνι πυρωμένο που τον τύφλωνε, τονέ ζάλιζε, τούρριχνε μια φλόγα σκοταδερή μέσα στο μυαλό του — —

Η Λιόλια πέρα στην άλλη άκρη της σάλας χόρευε με την καρδιά της . . .

Περνούσαν άλλα ζευγάρια μπροστά απ’ το Νίκο: ένας κοκκινοπρόσωπος μ’ ολοστρόγγυλο σαγόνι και μακρυά μουστάκια κρεμαστά, το στόμα ανοιχτό να παίρνη αέρα (ίδιος κι απαράλλαχτος μπαρμπούνι), κρατώντας στην αγκαλιά του μια γεροντοκόρη στεγνή και σουβλερή, με το πηγούνι και τη μύτη σαν τρυπάνια, που κύτταζε το μπαρμπούνι της σαν μπεκάτσα ερωτοχτυπημένη και ξεροτηγανισμένη . . . Παραπίσω ένας αψηλός νέος ξεσταχιασμένος, σα φραντζόλα μακρουλή της μπίρας, με μια μικρή κοντοστούπα που έμοιαζε μποτίλλια: απάνω στενή μ’ ένα κεφαλάκι σαν καρφίτσα και κάτω φούσκα απ’ τα κολλαριστά σαγκουλιά του φουστανιού της· και σήκωνε τα δυο της χέρια η μποτίλλια, σαν ταχυρένιο σκοινάκι της μποτίλλιας του «Κιάντι», για να πιαστή απ’ το λαιμό της φραντζόλας που χοροπηδούσε καμαρωτή, αλύγιστη κι άψητη. . . Ένας μασκαρεμένος Βεδουίνος μαυρογενάτος, με τριχιές ολόγυρα στο κεφάλι, είχε τυλιγμένη μέσα στα μπουρνούζιά του μια σα δασκάλα και σα σκουπόξυλο και με τα μαλλιά σα σκούπα — και φανταζόταν ίσως τώρα αυτή πως πετούσε απάνω σ’ ένα αραβικό άλογο, κλεμμένη από 'να «Βασιλέα της ερήμου» . . .

Τι γελοίοι που ήταν όλοι τους με την ευτυχία τους σα σορόπι πασσαλειμμένη στα μούτρα τους που αποθέωνε ακόμα και την ανοστιά τους! — Τουρχόταν του Νίκου να τους δείρη απ’ το θυμό του — —

Πέρασ’ έν' άλλο ζευγάρι: ένας σγουρομάλλης νέος, καλοκαμωμένος με τα πόδια κολώνες και τους ώμους χυτούς, ίδιος έφηβος αρχαίος. . και ταχείλι του έσταζε φως ολόγλυκο (όπως όταν σιγοπέφτη το μέλι απ’ το κουτάλι) απάνω στανθισμένο κεφάλι της ντάμας του που ήτον ξανθιά σα στάχυ ώριμο και με μάτια σκούρα μπλου σαν κύανοι. . . Κύτταξε ο Νίκος να δη τη Λιόλια: . . χόρευε πάντα στην πέρα άκρη με το Μίμη. . . Κάτι της έλεγε ο Μίμης κι αυτή γελούσε, γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι για να μην αποδειχτή πως γέλαγε, μα ο Μίμης έσκυβε και αυτός απ' το ίδιο μέρος και πιο χαμηλά για ναδράξη το γέλοιο της. . .

Η καρδιά του Νίκου μονομιάς έσφιξε σα χουφτιασμένη στα νύχια ενός όρνιου! . . κ’ οι μεγάλες του μαβιές φτερούγες τούπαιρναν την αναπνοή) — — Η Λιόλια τώρα ξέσπασε στα γέλοια: ίσως για κάτι μασκαράδες που χόρευαν κοντά τους — κ’ ήτον κι ο Περικλής ο χοντρέλης μαζί — ή επειδή είχαν κουτουλήσει ράχη με ράχη με μια παχειά, τετράπαχη, που την έσερνε ένα αδύνατο παιδί λαχανιαστό σαν το σκυλλί που γυρίζει απ’ το κυνήγι. Δες πώς γλάρωναν τα μάτια της απ’ την ευχαρίστηση. Μα και το παιδί δεν απόδειχνε καμμιά δυσαρέσκεια, μόνο που ήτον ιδρωμένο και ξεφυσούσε, γιατ’ ήτον ο χορός, ο μάγος ο χορός που ξετύλιζε τη χοντρή ψυχούλα απ’ τα πάχητα και την έκανε συλφίδα. . . Αχ, τι χαρά που χει η ζωή! . , μα τι λίγο που βαστάει! — γιατ’ είναι μοναχά ο άμμος πάνω απ’ την πέτρα που τονέ σκορπάει ο αγέρας. . .

— Τι έπαθες καλέ, φώναξε ο Ντίνος, βλέποντας το Νίκο έξαφνα να χάνεται —

Εκείνην τη στιγμή χύθηκε μες τη σάλα μια παρέα μασκαράδες με φωνές, με χοροπηδήματα, με σκουντιές, με χαλασμό κόσμου: του Κουτρούλη το πανηγύρι έγινε εκεί μέσα. Τα βιολιά που τσιρίζανε λούφαξαν. Ο χορός σταμάτησε —

Ο Νίκος τινάχτηκε απάνω κι ώρμησε μέσα στο σωρό να βρη τη Λιόλια. Ήτανε χωμένη μέσα σ’ ένα μπουλούκι μαζί με το Μίμη, που τη βαστούσε ακόμα μες την αγκαλιά του κ’ έδιωχνε τους μασκαράδες που κάνανε σαν το μελίσσι γύρω της . . .

Όταν αντίκρυσε η Λιόλια το Νίκο, έβγαλε μια φωνίτσα σαν ένα μικρό λυγμό — που δεν έδειχνε χαρά ήτον ή κλάμα; Ο Νίκος την έπιασ’ απ’ το μπράτσο και την τράβηξε καταπάνω του· έπειτα γύρισε απότομα και κρατώντας το χέρι του προφυλαχτικά πίσω απ’ την πλάτη της, άνοιγε δρόμο μεσ’ απ’ τον κόσμο με τα γόνατα και τους αγκωνές, με σκουντιές και σπρωξίδι, με τα «μπαρντόν» και «συγνώμη» και «λίγο τόπο περικαλούμε», κατά την πόρτα. . .

Ο Μίμης έμεινε κόκκαλο — — Έπειτα έκανε να τρέξη το κατόπι, μα έλα που τα είχαν ιδεαστή όλα τα τρεχούμενα οι μασκαράδες και τονέ ζώσανε στη μέση, σάμπως να θέλανε να βγάλουν απάνω του το άχτι τους για την κερήθρα πούχανε χάσει. . .

Εκεί που έβαζε ο Νίκος το παλτό του, με το Δάσκαλο κοντά που βγήκε να βοηθήση της Λιόλιας και να τους χαιρετήση, νά σου κι ο Μίμης, κίτρινος σαν το θειάφι, πούρθε να ζητήση το λόγο —:

— Βρε συ! — του λέει του Νίκου με χολόπνιχτη φωνή — πώς τραβάς το κορίτσι μέσ’ απ’ τα χέρια μου πριν να τελείωση ο χορός; —

— Άιντε από 'δώ χαζέ! δε Θα σου δώσω λόγο! — του αποκρίθηκε ο Νίκος, που κι αυτός τάραζε σύσωμος από θυμό, σαν το καπάκι του τέντζερη που αφρίζει στη φωτιά.

Πετάχτηκε στη μέση ο Δάσκαλος, γιατί μυρίστηκε την τσίκνα:

— Δεν είχε πια χορό· εγώ τον έπαψα το χορό, καθώς είδα που μπήκαν οι μασκαράδες.

— Ποιανού δε θα δώσης λόγο ρε! — φώναξε ο Μίμης αγριεμένος.

Έπιασε ο Δάσκαλος και μερικοί άλλοι εκεί δα, πούχαν ακούσει ναλογοφέρνουν, το Μίμη, γιατ’ ήτον έτοιμος να χυμήξη απάνω στο Νίκο, θεριό μονάχο, καθώς έβλεπε κιόλας πως έκανε να φύγη ο Νίκος απ’ το χορό με τη Λιόλια, να πάη έξω στα σκοτάδια με τη Λιόλια, που στεκόταν ασάλευτη, κατάχλωμη κάτω απ’ το σαλάκι της το ροζ, σαν Παναγίτσα, μέσα στη γωνιά της πόρτας —

— Τα βρίσκουμ’ άλλη ώρα! — του φώναξε του Μίμη ο Νίκος, πάνω απ’ τα κεφάλια των αντρών που τους χώριζαν, κ’ έσυρε τη Λιόλια απ’ το χέρι τις ασκάλες κάτω. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Περπατούσανε γλήγορα, ο ένας κοντά στον άλλον, απ' τα σοκάκια της Πλάκας τα έρημα. . . Κάτι μασκαράδες ερχόντουσαν τον κατήφορο, ο ένας πίσω απ' τον άλλονα στο στενό το πεζοδρόμιο ταντικρινό: ένας παλιάτσος άσπρος και δυο ντόμινα.

— Μωρέ Βλάμη! πού την πας την Κλάρα! — τους φώναξε το ένα ντόμινο καθώς προσπερνούσαν. . .

— Μ'λάρι! πού την πας την π'λάρα! — το χόντρυνε, σε λιγάκι, ο σαχλός ο παλιάτσος, με πιο μεγάλη φωνή, μόλις πήγανε πιο κάτω.

— Έλα κοντά να σε κάνω τρακόσιες οκάδες! — γύρισ’ ο Νίκος και του φώναξε με μιαν αγριοφωνάρα που τους πήγε ριπιτίδι των μασκαράδων και χάθηκαν πίσω από μιαν αγκωνή . .

Παρά 'κεί ξεπρόβαλαν τραγουδώντας μέσ’ από ‘να στενό, που ήτονε μια ταβέρνα, ένα μπουλούκι μεθυσμένοι. Ένας τους στάθηκε στη μέση του δρόμου και κατάβρεξε τη σκόνη —

Η Λιόλια στριμωγνόταν κοντά στο Νίκο — είχε βαρειά καρδιά. . . Όταν βγήκανε στου Μακρυγιάννη, τους έζωσε το πηχτό σκοτάδι κ’ η ερημιά — — — — Κρύωνε η Λιόλια, έτρεμε η ψυχή της. . πήγαιν' ένα βήμα πιο πίσω απ’ το Νίκο τώρα. . . Δε μιλούσαν ολότελα: ό,τι είχανε να πουν, τόπανε στο χορό με τα μάτια τους. . κι αυτά πούχαν ειπωμένα, τώρα τους έκλειναν το στόμα — όσο κοντεύανε σπίτι, ανάσαιναν πιο βαθιά κ’ οι δυο τους, σα λαχανιασμένοι — ίσως νάτον απ’ τον ανήφορο και το πολύ τρεχιό!

Λίγο πριν να φθάσουνε στην πόρτα τους, καθώς ήτανε βουτηγμένοι στο σκοτάδι και στη βουνίσια μοναξιά, ο Νίκος έξαφνα, γύρισε, έπιασε τη Λιόλια απ’ το κεφάλι και τη φίλησε — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —

. . Στην κάμαρη το καντήλι ήρεμο έφεγγε κ’ έρριχνε μια γλυκειά θλίψη απάνω στο γαλάζιο ατλάζένιο πάπλωμα. . .

Της Βεργινίας το πρόσωπο ήτονε γυρισμένο απ’ την άλλη μεριά. Το κορμί της μόλις ξεχώριζε, πλάκα κάτω απ’ το πάπλωμα — ακίνητο — — Κοιμόταν — — —

Η Λιόλια — η φιλημένη Λιόλια — ξεγλύστρησε σα σκιά πίσω απ’ το κρεββάτι . . τράβηξε αποκάτω απ’ τον κρεββατιού το γύρο που τάχε μπόγο απ’ την ημέρα τα ρούχα του ύπνου κ’ έστρωσε το σελτέ της. . . και, κουβαριασμένη αυτού χάμω, γλήγορα-γλήγορα γδύθηκε από μέσ’ απ’ το πάπλωμα. . και πια δε φάνηκε — —

Ο Νίκος τραβήχτηκε στην άλλη άκρη, για να μην ξυπνήση τη Βεργινία. . . Εκεί που έκανε να πέση στο στρώμα ανασηκώνοντας προσεχτικά το πάπλωμα, γύρισ’ έξαφνα η Βεργινία το κεφάλι της: κ’ είδε τότες ο Νίκος να λαμποκοπούνε στο φως του καντηλιού τα ματόκλαδα της από στάλες διαμαντένιες σαν κ’ εκείνες που βλέπεις ύστερ’ από βροχή, κάποιο ξαστερωμένο σουρούπωμα, στακρόφυλλα των δένδρων, στης ακακίας και της «Κλαίουσας» τα φύλλα που είναι βαρειές απ’ το πολύ το φέγγος κι ολόφεγγες απ‘ το θλιμμένο βάρος. . μα οι στάλες δε θέλουνε να πέσουν —

Τα προσκέφαλα ήτανε μούσκεμα πέρα ως πέρα από τα δάκρυα.

Εξαγριώθηκε μονομιάς ο Νίκος. Ο πόθος του νέου κοριτσιού, πούχε φουντώσει μέσα του, αρνιόταν της Βεργινίας την ύπαρξη — κι αυτή βρισκόταν εδώ μπροστά του, ολοένα μπροστά του, ζωντανή και ξύπνια ολοένα, ολοένα μ’ άγρυπνη την πίκρα της που της είχ' έρθει απ’ αυτόν! . . κ’ η πίκρα της αυτή περίχυνε με χολή το λαχταραστό λουλούδι της ψυχής του και το φαρμάκι στάλαζε απ’ τις ρίζες, μολύβι στην καρδιά του, θειάφι αναμμένο στα σωθικά του, που τον έπιανε λύσσα να σπαράξη τον εαυτό του — αφού απ’ αυτόν ερχόταν το κακό που υπόφερνε· μα κ’ εδώ πάλι αιτία ήτον αυτή, πούτον ολοένα ξύπνια και ζωντανή μπροστά του, που του σπάραζε το στήθος με την άγρυπνη της πίκρα τη σταλμένη απ’ αυτόν τον ίδιο —

— Δεν κοιμάσαι! — της κάνει με θυμό. Τι κλαις μωρή; γρουσούζα! Σκοτωμένο μ’ έφεραν και κάνεις έτσι δα; Δεν υποφέρνεσαι, το ξέρεις για όχι; Ζωή είν’ αυτή! Να μην το κουνήση πια κανείς από 'δώ μέσα! — σωστό νοσοκομείο το κάμαμε! — — Μηδά τόθελα εγώ που άργησα; Νά, μ’ έμπλεξαν κάτι φίλοι, δε μ’ αφήσανε να φύγω: με κοροΐδεύανε για την παντρειά μου — και με το δίκιο τους — που τα μπλάστρωσα και γίνηκα νταντός και νοσοκόμος! . . .

Μόλις άκουσε τη μιλιά του η Βεργινία, στέγνωσαν τα δάκρυα της και με μια φωνή σαν πνοή που προσπαθούσε να βάλη και λίγο γέλοιο μέσα στο παράπονό της, του είπε:

— Φοβήθηκα μήπως δεν ξανάρθης! — και πάλι τα μάτια της αρχίσανε να τρέχουν. . .

Μα ο Νίκος δεν άκουσε και δεν είδε τίποτα, μόνο έλεγε παρακάτω:

— Έπειτα ήξερα που είχες την Ευρυδίκη κοντά σου: μούπε πως θα κάτση να σου κάνη συντροφιά ίσαμε που να γυρίσουμε. . Ως που να το καταλάβωμε, πέρασε η ώρα. — Το περισσότερα έμεινα για χάρη τον κοριτσιού, που τόχομε τώρα ένα μήνα μανταλωμένο εδώ μέσα και δεν είδε μέρα Θεού: ήθελε νάκανε ένα γύρο το κορίτσι και το λυπήθηκα. — Θέλεις να σου δώσω τίποτα να πιής; — την αρώτησε βλέποντας την που ξεροκατάπινε.

Και σηκώθηκε. Δρασκέλισε το λοφάκι πούκανε το κορμάκι της Λιόλιας κάτω απ’ το πάπλωμα. . και της έδωσε να πιή λίγο γάλα.

— Θα σου φέρω αύριο πάλι το γιατρό να δούμε τι θα κάνουμε! — της είπε τελευταίο. —

Έπειτα ξανάπεσε κι αποκοιμήθηκε στο λεφτό. Η αναπνοή του σερνότανε βαρειά και βαθειά, ροχάλιζε σχεδόν — που δεν τόκανε ποτέ του. . .

Κάτω απ’ τα πάπλωμα της Λιόλιας κάτι τάραζε. . τρεμοσάλευε: η Λιόλια έκλαιγε μ’ αναφυλλητά. . Έκλαιγε για τη δυστυχισμένη τη Βεργινία, για το φιλί του Νίκου που της έκαιγε ακόμα στα χείλια κι ως μέσα στην ψυχή της, έκλαιγε για τα χορό που τέλειωσε και για τα βιολιά που έπαιζαν πιο δυνατά και πιο γλυκά μόλις πήγαινε κοντά τους και τώρα σβήσανε για πάντα — γιατί άμα σβήση κάτι και πεθάνη, για πάντα πεθαίνει! — — Μέσ’ απ’ ταναφυλλητά της άκουγε:

     Να η Μικρούλα!
     Να η Μικρούλα! να!
     Αυτή που έρχεται,
     Η παχουλή — η! —

κι ανάμεσα μπερδεμένον έναν άλλο σκοπό του Λανσιέ που της φαινόταν πως έλεγε:

     Έλα Λιόλια! έλα Λιόλια!
     Έλα πάμε στο βουνό —
     Μωρ' έλα Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!
     Έλα πάμε στο βουνό! –

     Και σα — α — ά δε θες, μην έ — ε — έρχεσαι!
     Και — αι σά — α — ά δε θες, μην έ — ε — έρχεσαι
     Πάω μονάχος, πάω μονάχος.
     Πάω μ’ άλλη στο βουνό. . .

Αχ πόσο πολύ το ήθελε! — — Και πάλι, έναν τόνο πιο ψηλά:

     Έλα Λιόλια! έλα Λιόλια!
     Έλα πάμε στο βουνό —
     Μωρ' έλα Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!
     Έλα πάμε στο βουνό! —

     Και σά — α — άν το θες, μη ντρέ — ε — έπεσαι! –
     Και — αι σάν — α — άν το θες, μην ντρέ — ε — έπεσαι! –
     Λιόλια — Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!
     Πάμε, πάμε στο βουνό . . . .

Έτσι της έλεγε ο σκοπός του Λανσιέ, μα το ίδιο της έλεγαν και του Νίκου τα μάτια, καθώς χόρευε στην αγκαλιά του, πούταν καρφωμένα απάνω της και τα αισθανότανε να λάμπουνε σαν άστρα απάνω στα μαλλιά της και μέσα της να καίη η αντιφεγγιά τους. . . Το στόμα του ήτονε μισάνοιχτο κ’ έφεγγαν τα δόντια του και στο πρόσωπό της φυσούσε η ζεστή πνοή του! Πώς την έσφιγγαν τα δάχτυλα του γλυκά κάτω απ’ τις αμασχάλες! . . .

     Λιόλια — Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!
     Πάμε, πάμε στο βουνό ί. . .

Και πήγανε στο βουνό. . κ’ εκεί την ξαναφίλησε ο Νίκος πολλές φορές στο στόμα κι αυτή τονέ φίλησε στα πράσινα του μάτια — — — — — Αποκοιμήθηκε — — — — — — — — — — — —

Στον ύπνο τον ο Νίκος παραμιλούσε: δυο-τρεις φορές φώναξε την Λιόλια . . .

Το καντήλι κουράστηκε πια να φέγγη και να θλίβεται. . άρχισε να πετάη σπίθες με κρότο, να ρίχνη τη φλόγα του με το μελανό το μάτι αψηλά και να την τραβάη πίσω: ίδιο στήθος σε θανάσιμη αγωνία που του στερεύει η ανάσα — και μ’ ένα τσιριχτό ανάλαφρο, έσβησε — — —

Πώς δεν πέθανε αυτήν τη νύχτα η Βεργινία! — — — —