Η κατάρα του τραγουδιστή

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἡ κατάρα τοῦ τραγουδιστῆ
Συγγραφέας: Λούντβιχ Ούλαντ
Μεταφραστής: Λορέντζος Μαβίλης
Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922)


Κάστρο ’ς τὰ χρόνια τὰ παληὰ ψηλό, καμαρωμένο
μακρυὰ ’ς τοὺς κάμπους φάνταζεν ὣς τ’ ἀκρογιάλι πέρα·
μὲ περιβόλια ὁλόγυρα ἦταν στεφανωμένο,
ὅπου ἄμετρ’ ἄνθη μ’ εὐωδιαὶς γιομίζαν τὸν ἀέρα,
καὶ βρύσαις τὰ δροσόβολα νερὰ τὰ ψήλου ἐρρίχναν,
ποῦ ὡς τὸ δοξάρι τ’ οὐρανοῦ λαμπρὰ χρώματα ἐδείχναν.

Καὶ βασιλέας δυνατὸς ’ς τὸ κάστρο αὐτὸ καθότουν
εἰς τὰ ῥηγάτα πλούσιος, ’ς ταὶς νίκαις ξακουσμένος·
’ς θρόνο του ἐβασίλευε κ’ ὑπερηφανευότουν,
κ’ ἦταν ἀχνὸς ’ς τὸ θῶρι του, ’ς τὴν ὄψι ἀσβολωμένος·
γιατ’ εἶναι φρίκ’ ἡ σκέψι του καὶ λύσσα εἶναι τὸ βλέμμα,
τὰ λόγια του εἶναι φραγγελιαίς, τὸ γράψιμό του εἶν’ αἷμα.

Κατὰ τὸ κάστρο μιὰ φορὰ τραβοῦσ’ ἴσια τὸ δρόμο
τραγουδιστάδων θαυμαστῶν τρισεύγενο ζευγάρι·
ἀσπρίζαν τὰ μαλιὰ τοῦ ἑνός, καὶ τ’ ἀλλουνοῦ ’ς τὸν ὦμο
ὁλόξανθα χρυσὰ σγουρὰ κυμάτιζαν μὲ χάρι·
ὁ γέρος μὲ τὴν ἄρπα του καθότουν ’ς ἄτι ὡραῖο,
κ’ εἶχε ’ς τὸ πλάγι του πεζὸ τὸν ἀνθισμένο νέο.

Κι’ ὁ γέρος μίλησε τοῦ νιοῦ· «Γυιέ μου καλέ, ’τοιμάσου!
τὰ πλειὸ βαθυὰ τραγούδια μας νὰ θυμηθῇς εἶν’ ὥρα·
τὴν πλειὸ γεμάτη σου φωνὴ βγάλε· τὰ δυνατά σου
κάμε γιὰ νὰ ζευγαρωθοῦν γλύκα καὶ πίκρα τώρα,
μὲς τὸ γλυκύτατο σκοπό, γιατί σήμερα μία
ῥηγὸς πρέπει νὰ ’γγίξουμε μαρμάρινη καρδία.»

Εἰς τὸ ψηλὸ πολύστυλο κιόλης ἐφθάσαν δῶμα,
ποὺ ’ταν ’ς τὸ θρόν’ ὁ βασιλιᾶς μὲ τὴ βασίλισσά του·
καθὼς ’ς τοὺς πάγους τοῦ βοριᾶ μ’ αἱματωμένο χρῶμα
ὁ οὐρανὸς λαμποκοπᾷ, παρόμοια ’ναι ἡ θωριά του
’ς τὸ μεγαλεῖο της φοβερή· γεμάτ’ ὅμως γλυκάδα
τὸ θῶρι τῆς βασίλισσας σὰν φεγγαριοῦ λαμπράδα.

Ἀρχίζει τότε ὁ γέροντας τὴν ἅρπα του νὰ κροῦῃ,
κι’ ὁ ἦχος ὅλο φουσκόνοντας ’ς τὴν ἀκοὴ πληθαίνει
γεμάτος, ποὺ ’ναι θαυμαστὸ κανεὶς νὰ τὸν ἀκούῃ·
τοῦ νέου ῥέοντας κ’ ἡ φωνὴ ξάστερη, οὐράνια βγαίνει,
καὶ ἀνάμεσα ’ς τοὺς ἤχους της τοῦ γέροντα βοΐζουν
βαθυὰ ᾑ φωναίς, ὡσὰν στοιχειὰ νὰ σιγομουρμουρίζουν.

Ὑμνολογοῦν τῆς ἐρωτιᾶς, τῆς ἄνοιξης τὰ μάγια,
καιροὺς χρυσούς, καλότυχους, ἀντρειὰ κ’ ἐλευθερία,
τὴν πίστη ψάλλουν κ’ εὐλογοῦν καὶ κάθε πρᾶξιν ἅγια,
καὶ μελετοῦν κάθε καλό, ποῦ ὑψόνει τὴν καρδία,
καὶ κάθε χάρι κι’ ὀμορφιά, ποῦ τὴ ζωὴ στολίζει,
στενεύοντας τ’ ἀνθρώπινο στῆθος νὰ λαχταρίζῃ.

Τ’ ἀρχοντολόϊ νὰ περγελᾷ τριγύρω ξεμαθαίνει,
κ’ οἱ ἀπόκοτοι πολέμαρχοι γύρω ’ς τὸ βασιλέα
τὸν Θεὸν ὅλοι προσκυνοῦν· καὶ ἡ ῥήγισσα λυωμένη
ἀπ’ τὸ τραγούδημα, ποὺ ἠχᾷ τόσο τερπνά κι’ ὡραῖα,
πίκρα γροικῶντας ’ς τὴν καρδιὰ σμιγμένη μὲ γλυκάδαις
ῥόδο ἀπ’ τὸν κόρφο της πετᾷ πρὸς τοὺς τραγουδιστάδαις.

«Μοῦ ἐξελογιάστε τοὺς πιστοὺς στρατιώται μου, δὲ φτάνει;
θέλετε καὶ τὴ ῤήγισσα νὰ ξεπλανέστε ἀκόμα;»
Τέτοια φωνὴ μανίζοντας ὁ βασιλέας βγάνει,
κ’ ἐκεῖ ποῦ φώναζ’, ἔτρεμεν εἰς ὅλο του τὸ σῶμα·
τ’ ἀστραφτερὸ ῤίχνει σπαθὶ μέσα ’ς τοῦ νιοῦ τὰ στήθη,
κι’ ὅθ’ ἔβγαιναν χρυσαὶς φωναίς, ἀχτῖδ’ ἀπὸ αἷμα ἐχύθη.

Κι’ ὅλο μακρυὰ σκορπίστηκε σὰν ἀπ’ ἀνεμοζάλη
τὸ πλῆθος, ποῦ τοὺς ἄκουε, κ’ ἐρρίχτηκε νὰ φύγῃ·
ὁ νέος ἐξεψύχισε ’ς τοῦ γέρου τὴν ἀγκάλη,
κ’ ἐκεῖνος μέσα ’ς τὸ μαντὺ τὸ λείψανο τυλίγει·
τ’ ἀνασηκόνει ἀπὸ τὴ γῆς, ὣς τ’ ἄλογο τὸ φέρνει,
τὸ δένει καθιστὸ σφιχτὰ κ’ ἐκεῖθ’ ἔξω τὸ παίρνει.

Ὅμως ἐκοντοστάθηκε πρὶν ἀπ’ αὐτοῦ μακρύνῃ
ὁ προεστὸς τραγουδιστὴς εἰς τὴ μεγάλη πύλη·
ἄδραξ’ ἐκεῖ τὴν ἅρπα του, τὴν δοξαστὴν ἐκείνη,
τὴν ἔσπασε χτυπῶντας την εἰς μαρμαρένια στήλη·
ἔπειτα ἐβάλθη κ’ ἔσκουξε μὲ τὴ φωνή του ὅλη,
ποῦ ἐβούϊξαν τρομαχτικὰ κάστρο καὶ περιβόλι·

«Ἀλλοιὰ ’πὸ σᾶς, περήφανα ξώστεγ’, ἀνάθεμά σας!
ποτέ σας πλειὰ γλυκὸς ἠχὸς ἐδῶ νὰ μὴν ἠχήσῃ,
οὔτε τραγοῦδι, οὔτ’ ὄργανο· μονάχ’ ἀνάμεσά σας
ν’ ἀκούωντ’ ἔρμα κλάϋματα καὶ στεναγμοὶ περίσσοι,
καὶ τρομασμένα βήματα σκλάβων, ὣς ποὺ νὰ φτάσῃ
ἡ ὀργὴ τοῦ ἐκδικητῆ Θεοῦ κι’ ὅλα νὰ σᾶς σωριάσῃ!

«Ἀλλοιὰ σας, μοσκομύριστα δροσάτα περιβόλια,
μ’ ὅλαις ταῖς χάραις τοῦ Μαγιοῦ σεῖς μυριοπλουμισμένα,
ἐδῶ σᾶς δείχνω τοῦ νεκροῦ παλληκαριοῦ τὰ δόλια
κι’ ἀγνώριστα πιθέματα, σκληρά, χαροσβυσμένα,
γιὰ νὰ στερφέψουν τὰ νερὰ καὶ σεῖς νὰ μαραθῆτε
καὶ γλήγορα πετρόνοντας νὰ κατερημαχτῆτε!

«Ἀνάθεμά σ’, αἰσχρὲ φονιᾶ, καὶ τρισανάθεμά σε!
ὅλοι ὅσοι γλυκοτραγουδοῦν μ’ ἐμὲ σὲ καταριῶνται·
τοῦ κάκου πάντ’ ἀχόρταγος σὺ γιὰ στεφάνια νὰ ’σαι,
γιὰ μεγαλεῖα, γιὰ τιμαίς, ποῦ μ’ αἵματ’ ἀποχτιῶνται·
’ς αἰώνια νύχτα λησμονιᾶς ἡ φήμη σου ἂς βουλήσῃ,
σὰν ψυχομάχημα στερνὸ ’ς ἄδειον ἀέρ’ ἂς σβύσῃ!»

Τὰ λόγια τοῦτ’ ἀπ’ τὸ Θεὸ ψηλὰ συνακουστῆκαν,
καὶ νά! ποῦ οἱ πύργοι κατὰ γῆς εἶν’ ὅλοι γκρεμισμένοι·
νά! τὰ ὑπερήφανα ἡλιακὰ σωρὸς ὅλα γινῆκαν
ἔξω ἀπὸ μιὰ στήλη ψηλή, ποὺ ἀκόμα ὁλόρθη μένει·
ἔρμη, ῥαϊσμένη ἀναθυμᾷ παληὰ μεγαλοπρέπεια,
ὅμως ’ς ὀλίγο πέφτοντας καὶ αὐτὴ θὰ γένῃ ῥέπια.

Καὶ γύρω ἀντὶ περιβολιῶν λουλούδια νὰ τριοντίζουν
παντέρμα εἶν’ ὅλα κι’ ἄκαρπα· τὸν ἴσκιο δὲ σκορπάει
δεντρὸ κἀνένα, καὶ νερὰ τὸν ἄμμο δὲ δροσίζουν·
οὔτε τραγοῦδι, οὔτε χαρτὶ τὸ ῥῆγα μελετάει·
λησμονησιὰ παντοῦ, παντοῦ καταστροφῆς τρομάρα·
αὐτὰ ’κάμε τοῦ γέροντα τραγουδιστῆ ἡ κατάρα.