Η ζωή του Χριστού/Κεφάλαιο ΜΒ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η ζωή του Χριστού
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
ΜΒ'. Λάζαρος


Στην Περαία όπου έμεινε ο Ιησούς, του ήλθε ένα μήνυμα από τη Βηθανία. Ο Λάζαρος ήταν βαριά άρρωστος, και οι αδελφές του μηνούσαν του Ιησού:

— Κύριε, εκείνος που αγαπάς είναι άρρωστος.

Δεν ήταν επιτακτικό κάλεσμα να έλθει, μα το μήνυμα αυτό έλεγε διάφανα το φόβο μην πάθει τίποτα ο Λάζαρος, και την ελπίδα πως θα τρέξει ο Ιησούς να σώσει το φίλο του.

Ο Ιησούς όμως σαν το άκουσε δεν ταράχθηκε, αν και αγαπούσε πολύ τον Λάζαρο και τις αδελφές του, τη Μάρθα και τη Μαρία. Αποκρίθηκε και είπε:

— Αυτή η αρρώστια δεν είναι για θάνατο, αλλά για τη δόξα του Θεού, για να δοξαστεί μέσον της ο υιός του Θεού.

Έστειλε το μήνυμα αυτό, και έμεινε άλλες δυο μέρες στην Περαία, τελειώνοντας την εκεί αρχισμένη του εργασία. Ύστερα από τις δυο αυτές μέρες, λέγει στους μαθητές του:

— Πάμε πάλι στην Ιουδαία.

Τρόμος έπιασε τους μαθητές.

— Δάσκαλε, του είπαν, τώρα ακόμα γύρευαν να σε λιθοβολήσουν οι Ιουδαίοι, και πάλι πηγαίνεις εκεί;

Γαλήνια τους αποκρίθηκε ο Ιησούς:

— Δώδεκα δεν είναι οι ώρες της ημέρας; Ένας που περπατά μέρα δε σκοντάφτει, γιατί βλέπει το φως τούτου του κόσμου ένας όμως που περπατά νύχτα σκοντάφτει γιατί το φως δεν είναι μέσα του.

Δηλ. ένας, που περπατά ίσια και κάνει το καθήκον του, δε φοβάται τίποτα εκείνος που παίρνει στραβό δρόμο φοβάται, γιατί δεν έχει το φως της συνειδήσεως μέσα του να τον οδηγεί.

Και ύστερα τους είπε ο Ιησούς:

— Ο Λάζαρος ο φίλος μου αποκοιμήθηκε αλλά πηγαίνω να τον ξυπνήσω.

Με την ελπίδα ίσως να τον αποτρέψουν από το ταξίδι στην Ιουδαία, και χωρίς καθόλου να καταλάβουν τα λόγια του, του είπαν οι μαθητές του:

— Κύριε, αν κοιμάται θα πει πως θα σωθεί.

Τότε φανερά τους είπε ο Ιησούς:

— Ο Λάζαρος απέθανε, και χαίρομαι για σας και για την πίστη σας, που δεν ήμουν εκεί. Μα πάμε τώρα κοντά του.

Στην απελπισία του, βλέποντας τον Ιησού αποφασισμένο, είπε τότε ο Θωμάς ο Δίδυμος στους συμμαθητές του:

— Πάμε λοπόν κι εμείς για να πεθάνομε μαζί του.

Και όλη η συντροφιά, ακολουθώντας τον Ιησού, πέρασε τον Ιορδάνη και τράβηξε για τη Βηθανία.

Ο Λάζαρος είχε πεθάνει την ίδια μέρα που έλαβε ο Ιησούς το μήνυμα, ώστε, με τις δυο μέρες που πέρασε ακόμα στην Περαία και με το ταξίδι, ήταν τέσσερις μέρες στο μνήμα, όταν έφθασε ο Ιησούς απέξω από το χωριό.

Η Ιερουσαλήμ ήταν μόνο δεκαπέντε στάδια από τη Βηθανία. Όταν μαθεύτηκε λοιπόν εκεί πως ο θάνατος μαύρισε το αρχοντόσπιτο της Βηθανίας, όλοι οι φίλοι και γνωστοί Ιουδαίοι έτρεξαν στο γειτονικό χωριό, να παρηγορήσουν τις δυο αδελφές και να μοιρολογήσουν μαζί τους.

Ανάμεσα στα μοιρολόγια, στις νεκρικές μουσικές, στους ύμνους και στους θρήνους, έμαθε η Μάρθα τον ερχομό του Ιησού, και, αφήνοντας τη Μαρία στο σπίτι, έτρεξε να τον προαπαντήσει.

Και του είπε η Μάρθα κλαίγοντας:

— Κύριε, αν ήσουν εδώ, ο αδελφός μου δε θα πέθαινε.

Και με όλη της τη λύπη, και, σα να ξύπνησε μέσα της κάποια αόριστη ελπίδα, μόνο που έβλεπε πάλι τον Ιησού, πρόσθεσε:

— Μα ακόμα και τώρα, ξέρω πως ό,τι αν ζητήσεις του Θεού, θα σου το δώσει ο Θεός.

Ο Ιησούς της αποκρίθηκε:

— Θ' αναστηθεί ο αδελφός σου.

Οι περισσότεροι Εβραίοι, και προπάντων οι Φαρισαίοι, πίστευαν πως όταν θ' άρχιζε η Βασιλεία του Μεσσία, θ' αναστήνουνταν οι θεοφοβούμενοι και οι αγαθοί. Αυτή την ανάσταση έχοντας στο νου της, αποκρίθηκε η Μάρθα:

— Το ξέρω πως θ' αναστηθεί στην ανάσταση της τελευταίας μέρας.

Και της είπε ο Ιησούς:

— Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή.

Και τη ρώτησε:

— Το πιστεύεις αυτό;

Του αποκρίθηκε η Μάρθα:

— Ναι, Κύριε, πιστεύω πως είσαι ο Χριστός, ο υιός του Θεού που είναι να έλθει στον κόσμο.

Τότε την έστειλε ο Ιησούς να φωνάξει τη Μαρία. Και έφυγε η Μάρθα και γύρισε στο σπίτι, όπου φώναξε την αδελφή της κρυφά, μη και ακούσουν οι Ιουδαίοι συγγενείς και φίλοι μαζεμένοι εκεί. Και της είπε:

— Ήλθε ο Δάσκαλος και σε ζητά.

Εκείνη, καθώς το άκουσε, σηκώθηκε βιαστικά και πήγε να τον βρει.

Ο Ιησούς δεν είχε μπει στο χωριό, μόνο περίμενε στο μέρος όπου τον είχε απαντήσει η Μάρθα.

Οι φίλοι όμως και οι γνωστοί, που μοιρολογούσαν με τη Μαρία, βλέποντάς τη να φεύγει, είπαν πως πηγαίνει στον τάφο να κλάψει, και την ακολούθησαν.

Η Μαρία λοιπόν, σαν έφθασε στο μέρος όπου ήταν ο Ιησούς, καθως τον είδε, ρίχθηκε στα πόδια του και, ξεσπάζοντας στα κλάματα, του φώναξε:

— Κύριε, αν ήσουν εδώ, δε θα μου πέθαινε ο αδελφός μου.

Όλοι γύρω έκλαιγαν.

Ο Ιησούς, βλέποντας τη Μαρία να κλαίγει, καθώς και τους φίλους της Ιουδαίους, συγκινήθηκε βαθιά, και η ψυχή του ταράχθηκε.

Και τους ρώτησε:

— Πού τον εβάλατε;

Του αποκρίθηκαν:

— Κύριε, έλα να δεις.

Εδάκρυσε ο Ιησούς. Και, βλέποντάς τον που έκλαιγε, έλεγαν οι Ιουδαίοι αναμεταξύ τους:

— Για δες πως τον αγαπούσε!

Μερικοί απ' αυτούς είπαν:

— Δεν μπορούσε τούτος, που άνοιξε τα μάτια του τυφλού, να κάμει και τούτον να μην πεθάνει;

Ο Ιησούς, ταραγμένος πολύ, έφθασε εμπρός στον τάφο. Ήταν σαν τους περισσότερους τάφους των πλουσίων Εβραίων, ένας όρθιος βράχος με φαρδύ χαμηλό άνοιγμα σκαμμένο μες στο βράχο, και κλεισμένο με μια βαριά πέτρα.

Λέγει ο Ιησούς:

— Σηκώσετε την πέτρα.

Ταραγμένη λέγει η Μάρθα:

— Κύριε, μυρίζει πια, γιατί είναι τέταρτη μέρα σήμερα!

Της λέγει ο Ιησούς:

— Δε σου είπα πως αν πιστέψεις θα δεις τη δόξα του Θεού;

Κύλησαν λοιπόν την πέτρα, και όλοι τραβήχθηκαν πίσω ανατριχιάζοντας. Μέσα φάνηκε ο νεκρός ξαπλωμένος, τυλιγμένος στα σάβανά του.

Ο Ιησούς, όρθιος εμπρός στον ανοιχτό τάφο, σήκωσε τα μάτια του ψηλά και είπε:

— Πατέρα, σ' ευχαριστώ που με άκουσες. Εγώ όμως το ήξερα πως πάντοτε με ακούς. Αλλά το λέγω για το λαό τριγύρω, για να πιστέψει πως εσύ μ' έστειλες. Και αφού είπε αυτά, με φωνή μεγάλη φώναξε:

— Λάζαρε, έλα έξω!

Στο βάθος του σκοτεινού τάφου, είδαν τότε τον πεθαμένο να σαλεύει, ν' ανασηκώνεται, και σα φάντασμα να προβάλλει, τυλιγμένος στο σάβανο του, χέρια και πόδια φασκιωμένα, το πρόσωπο δεμένο με το προσόψι που βαστούσε κλειστό το στόμα του νεκρού σηκώθηκε ο Λάζαρος και βγήκε από τον τάφο, και στάθηκε εμπρός σε όλους που φρικιασμένοι τον κοίταζαν.

Τους είπε ο Ιησούς:

— Λύσετέ τον, και αφήσετέ τον να πάγει.

Και ενώ με τρεμάμενα χέρια του έλυναν τις φασκιές, μερικοί Ιουδαίοι, που ως εκείνη την ώρα θεωρούσαν τον Ιησού ψευτοπροφήτη και λαοπλάνο, έπεσαν στα πόδια του και τον προσκύνησαν. Άλλοι όμως, πεισμωμένοι στην απιστία τους, βλέποντας τις αδελφές του Λαζάρου παραζαλισμένες από την ανέλπιστη χαρά τους, επωφελήθηκαν από τη γενική σύγχιση και έφυγαν απαρατήρητοι.

Έτρεξαν στην Ιερουσαλήμ, βρήκαν τους αρχιερείς και άλλους άρχοντες, και διηγήθηκαν τι είχε κάνει ο Ιησούς.

Φαρισαίοι και αρχιερείς μαζεύθηκαν αμέσως σε συμβούλιο. Ν' αρνηθούν το θαύμα ήταν αδύνατο· και όμως δεν ήθελαν να παραδεχθούν τον Ιησού ως Χριστό υιό του Θεού. — Πρέπει κάτι να γίνει, έλεγαν ανήσυχοι, γιατί ο άνθρωπος αυτός πολλά σημεία κάνει. Αν το αφήσομε έτσι, όλοι θα πιστέψουν σ' εκείνον και τότε θα έλθουν οι Ρωμαίοι να μας καταστρέψουν και την πατρίδα και το έθνος.

Ο μεγάλος φόβος των αρχιερέων και μεγαλουσιάνων ήταν μην πιστέψει ο λαός πως ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας που περίμεναν, και μη θελήσει να τον κάνει βασιλέα. Ο Μεσσίας έλεγε η παράδοση, θα κατάγεται από τον Δαυίδ, και θα παρουσιαστεί με μεγαλεία και δόξες ανήκουστες ως τότε· θα έχει εξουσία θεϊκή ν' ανασταίνει νεκρούς και να γιατρεύει αρρώστους· θα διώξει τους Ρωμαίους, και θα ελευθερώσει το διαλεχτό λαό του Θεού, μοιράζοντας σε όλους πλούτη και εξουσία σε τούτη τη ζωή και στην άλλη.

Μα ο Ιησούς είχε παρουσιαστεί φτωχός, χωρίς καμιά από τις εξωτερικές δόξες και τα υλικά μεγαλεία που είχε δημιουργήσει η φαντασία τους και η εβραίικη αντίληψη της μεσσιακής εξουσίας. Πως λοιπόν να παραδεχθούν, αυτοί οι πιο φωτισμένοι άρχοντες του Ισραήλ, πως ο μικρογεννημένος αυτοδίδακτος Γαλιλαίος, βγαλμένος από τα φτωχά στρώματα του λαού, ήταν ο πολυπόθητος Μεσσίας, που θα τους έσωζε από τους Ρωμαίους και θα ελευθέρωνε το έθνος; Μόνο καταστροφές μπορούσε να φέρει στο λαό τους ο επαναστάτης Ιησούς, όπως το είχαν κάνει διάφοροι άλλοι ψευτοπροφήτες λαοπλάνοι, με τ' αδιάκοπα ξεσηκώματά τους, που έδιναν αφορμή στους Ρωμαίους να πνίγουν τον τόπο στο αίμα.

Αυτά έλεγαν αναμεταξύ τους τα συναθροισμένα μέλη του Συνεδρίου.

Πρόεδρος του συμβουλίου ήταν ένας Ιωσήφ Καϊάφας, από σημαντική οικογένεια των Σαδδουκαίων. Τον είχε διορίσει αρχιερέα ο Ρωμαίος διοικητής της Συρίας, Βαλέριος Γράτος, και είχε στεφανωθεί την κόρη του Άννα, του άλλοτε αρχιερέα, που συνεδρίαζε και αυτός στο Σανχεδρίν. Ο γάμος αυτός του έδινε ακόμη περισσότερη δύναμη και σημασία ανάμεσα στους Εβραίους.

Καθώς άκουσε τη συζήτηση κι ένιωσε δισταγμό, σαν κάποιο φόβο στο συμβούλιο, θύμωσε ο Καϊάφας, και παίρνοντας το λόγο τους είπε:

— Εσείς δεν ξέρετε τίποτα, ούτε συλλογίζεστε πως μας συμφέρει καλύτερα ένας άνθρωπος να πεθάνει για το καλό του λαού, παρά να χαθεί ολόκληρο το έθνος.

Οι Εβραίοι θεωρούσαν πως τη στιγμή που ένας γίνουνταν αρχιερέας, αποκτούσε και το δώρο της προφητείας. Και ήταν, αλήθεια, σαν προφητεία τα λόγια του Καϊάφα, γιατί ο θάνατος του Ιησού έμελλε να σώσει όχι μόνο τους Εβραίους, αλλά και όλη την ανθρωπότητα.

Ευθύς παραδέχθηκε το Συμβούλιο τα λόγια του Καϊάφα, και αποφάσισε το θάνατο του Ιησού.

Η διαταγή ήταν να μείνει μυστική, αλλ' είτε ειδοποιήθηκε ο Ιησούς μυστικά από τον Νικόδημο, που ήταν και αυτός μέλος του Συνέδριου, είτε βγήκε το μυστικό από αλλού, το έμαθε ο Ιησούς και έφυγε, και πήγε στην Εφραΐμ, μικρή ασήμαντη χώρα, σ' ένα ύψωμα στην έρημο, μερικά στάδια βόρεια της Ιερουσαλήμ.

Εκεί, έμεινε μόνος με τους δώδεκα, διδάσκοντάς τους τις τελευταίες μεγάλες διδαχές του. Τους ετοίμαζε για τη μεγάλη τους αποστολή ανάμεσα στους ανθρώπους, όπου έμελλαν να σκορπιστούν, Απόστολοι της νέας θρησκείας που άφηνε ο Ιησούς σαν ευλογία στην ανθρωπότητα.

Πλησίαζε πάλι το Πάσχα των Εβραίων, και, όπως κάθε χρόνο, πολλοί ανέβηκαν στα Ιεροσόλυμα από τα περίχωρα, για να εκτελέσουν τα ιερά τους καθήκοντα και να ξεπλυθούν από τις αμαρτίες τους.

Ζητούσαν λοιπόν οι προσκυνητές τον Ιησού, στα πλήθη και στη χώρα, και δεν τον έβρισκαν. Και στο ναό μέσα μαζεμένοι, ρωτούσαν ο ένας τον άλλο:

— Τι νομίζετε; Δε θα έλθει στην εορτή;

Οι Ιουδαίοι τον ζητούσαν και αυτοί παντού, μα δεν τον έβρισκαν λίγοι πιστοί ίσως να γνώριζαν το μέρος όπου βρίσκουνταν ο Ιησούς· και όμως, όταν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι, βλέποντας πως τους ξέφυγε, έβγαλαν μια διαταγή προστάζοντας όποιον ξέρει πού βρίσκεται, να έλθει να το πει και να πάρει αμοιβή, δε βρέθηκε κανένας να τον προδώσει.