Η ζωή του Χριστού/Κεφάλαιο ΙΕ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η ζωή του Χριστού
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
ΙΕ'. Η Αμαρτωλή


Μια μέρα, πήγε στον Ιησού ένας Φαρισαίος που λέγουνταν Σίμων, και τον κάλεσε σε γεύμα. Ο Ιησούς δέχτηκε. Ήταν συνήθεια των Εβραίων, όταν ήθελαν να τιμήσουν έναν καλεσμένο, να τον δέχουνται με το φιλί της φιλοξενίας, να του προσφέρουν νερό για να πλύνει τα σκονισμένα από το δρόμο πόδια του, και να του αλείφουν τα μαλλιά με λάδι.

Τέτοιες ιδιαίτερες τιμές ο Σίμων ο Φαρισαίος δε συλλογίστηκε να κάνει του Ιησού· παρά αφού, ατά τη συνήθεια, οι καλεσμένοι άφησαν έξω τα σκονισμένα τους σανδάλια, μπήκαν μέσα, κι έπεσαν όλοι στα τρίκλινα που ήταν αραδιασμένα γύρω στο τραπέζι.

Στα ζεστά εκείνα φιλόξενα μέρη, οι πόρτες έμεναν ανοιχτές συνήθως, και οι περαστικοί έμπαιναν στα σπίτια ό,τι ώρα ήθελαν, κι έβγαιναν ελεύθερα, ή και στέκουνταν μέσα, αν τους διασκέδαζε να βλέπουν και ν' ακούουν.

Μια γυναίκα αμαρτωλή είχε ακούσει το κήρυγμα του Ιησού, και η διδαχή του της είχε κάνει βαθιά εντύπωση. Έμαθε πως πήγαινε να φάγει στου Σίμωνα του Φαρισαίου· πήρε λοιπόν ένα δοχείο με μύρο, τον ακολούθησε, και, μπαίνοντας στο δωμάτιο όπου έτρωγαν, πήγε ντροπαλή και στάθηκε πίσω του. Μιλούσε ο Ιησούς και άκουε εκείνη, και μέσα της ολοένα μεγάλωνε και ξεχειλούσε η αγάπη της για κείνον που σπλαχνίζουνταν την ανθρώπινη αδυναμία, και δίδασκε την ακούραστη συγχώρεση. Άκουε τα λόγια του τα ήμερα, και θυμούνταν τη δική της άτακτη αμαρτωλή ζωή. Και ντράπηκε, και λυπήθηκε για τις περασμένες πολλές της αμαρτίες· και η καρδιά της φούσκωσε, φούσκωσε, ώσπου ξεχείλισε, και, σκύβοντας το κεφάλι, άρχισε να κλαίει.

Έκλαιγε, και τα δάκρυά της στάλαζαν στα πόδια του Ιησού· κι εκείνη, ντροπιασμένη, συντριμμένη, τα σφούγγιζε με τα ξέπλεκα μαλλιά της, καταφιλούσε τα πόδια του και τ' άλειφε με το πολύτιμο μύρο της.

Ο Φαρισαίος, που θα ξετινάζουνταν αν τολμούσε η αμαρτωλή να τον μολύνει με το άγγιγμά της, κοίταζε την ηρεμία του Ιησού, και μέσα του έλεγε:

— Τούτος, αν ήταν προφήτης, θα ήξερε τι είναι αυτή η γυναίκα που τον αγγίζει, πως είναι αμαρτωλή.

Ο Ιησούς κατάλαβε τη σκέψη του. Χωρίς ν' αποδείξει τίποτε, του είπε:

— Σίμων, έχω κάτι να σου πω.

— Λέγε, δάσκαλε, αποκρίθηκε ο Φαρισαίος.

Και του είπε ο Ιησούς:

— Ένας δανειστής είχε δυο χρεώστες· ο ένας χρεωστούσε πεντακόσια δηνάρια, και ο άλλος πενήντα. Κι επειδή δεν είχαν να πληρώσουν, τους τα χάρισε και των δύο. Ποιος από τους δυο, πες μου, θα τον αγαπήσει περισσότερο;

Αποκρίθηκε ο Σίμων:

— Υποθέτω, εκείνος στον οποίο χάρισε τα περισσότερα.

Και του είπε ο Ιησούς:

— Σωστά αποκρίθηκες.

Και, δείχνοντάς του την αμαρτωλή που έκλαιγε, γερμένη στα πόδια του, είπε:

— βλέπεις τούτη τη γυναίκα; Μπήκα στο σπίτι σου, και νερό στα πόδια μου δεν έχυσες· αυτή όμως με τα δάκρυά της μου τα έβρεξε και με τα μαλλιά της μου τα σφούγγισε. Φίλημα εσύ δε μου έδωσες αυτή όμως, αφότου μπήκε, δεν έπαυσε να μου καταφιλεί τα πόδια. Το κεφάλι μου με λάδι δεν το άλειψες· αυτή όμως με μύρο μου άλειψε τα πόδια. Για τούτο σου λέγω, συγχωρημένες οι αμαρτίες της οι πολλές, γιατί αγάπησε πολύ.

Και, στη γυναίκα γυρνώντας, είπε:

— Συγχωρημένες οι αμαρτίες σου· η πίστη σου σ' έσωσε. Σύρε στο καλό.

Άκουσαν και απόρησαν οι καλεσμένοι Φαρισαίοι, φίλοι του Σίμωνα, και μέσα τους διαλογίζουνταν κι έλεγαν:

— Ποιος είναι τούτος που και αμαρτίες συγχωρεί;

Η μεγαλόκαρδη αυτή επιείκεια του Ιησού δε συγκίνησε τόσο την ξερή τους καρδιά, όσο τους σκανδάλισαν τα τελευταία του λόγια. Με απορία και δυσαρέσκεια τ' άκουσαν, και, αν κι εκείνη την ώρα δεν του το είπαν, μέσα τους όμως, λίγο λίγο ξυπνούσε μια εχθρική διάθεση εναντίον του νέου, του δεν ήταν καν Ραββίνος, που δεν ανήκε σε καμιά γνωστή σχολή τους, και που έπαιρνε το θείο δικαίωμα να συγχωρεί αμαρτίες.

Γιατί τη θεία υπόσταση του Ιησού δε θέλησαν να την αναγνωρίσουν οι διαβασμένοι και οι Φαρισαίοι, ούτε τότε ούτε ποτέ.