Μετάβαση στο περιεχόμενο

Η Νεφέλη

Από Βικιθήκη
Ἀτθίδες Αὖραι
Συγγραφέας:
Η ΝΕΦΕΛΗ.


Ὅταν βαρεθῇ ἡ νεφέλη
καὶ στεριά κι’ ὠκεανό,
νὰ μισέψῃ τότε θέλει
ν’ ἀναβῇ στὸν οὐρανό.

Ἀπ’ τῆς γῆς λοιπόν τὴν σφαῖρα
λίγο λίγο ξεκολλᾷ
καὶ τραβᾷ μὲ τὸν ἀγιέρα
κι’ ἀναβαίνει στ’ ἁψηλά.

Μὰ ἐκεῖ ’ψηλὰ θυμᾶται
μ’ εὐσπλαχνία καὶ στοργὴ
ὅλ’ αὐτά, ποῦ δὲν λυπᾶται
ὅταν φεύγ’ ἀπὸ τὴν γῆ.

Βλέπει τὰ φυτὰ πῶς κλίνουν
τὸ κεφάλι θλιβερό,
καὶ δὲν ξεύρουν τὶ νὰ γείνουν
τὰ φτωχὰ χωρὶς νερό.

Βλέπει τ’ ἄνθη ποῦ χλωμιάζουν,
ποῦ, χωρὶς καλὴ δροσιά,

τὰ μικρὰ παιδάκια μοιάζουν,
ποῦ τὰ πιαν’ ἡ θερμασιά.

Βρύσαις βλέπει, ῥυάκια τόσα,
π’ ἀπ’ τῆς δίψας τὸν καϋμό,
τοὺς ἐκόλλησεν ἡ γλῶσσα
στὸν ξερό τους τὸν λαιμό.

Καὶ τὴν παίρνει μία θλίψη,
ἕνας πόνος στὴν καρδιά:
πῶς νὰ πῇ νὰ ’γκαταλείψῃ
καὶ τὰ ἴδια της παιδιά!

Λίγο λίγο μετανοιόνει,
νὰ βαστάξῃ δὲν ’μπορεῖ
ἀπ’ τὴν λύπη της φουσκόνει
κ’ εἴν’ τὸ στῆθός της βαρύ.

Καὶ τὰ δάκρυα, ποῦ χύνει
ἠ θλιμμένη της ψυχή
περισσεύουν, ὡς νὰ γείνῃ
μιὰ καλὴ καλὴ βροχὴ.

Καὶ με ’κείνην καταβαίνει
κ’ ἡ νεφέλη στὰ βουνά,
καὶ μὲ τὰ παιδιά της μένει,
ὠς νὰ βαρεθῇ ξανά.