Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1887/Εκείνος και εκείνη

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1887
Συγγραφέας:
Ἐκεῖνος καὶ ἐκείνη


ΕΚΕΙΝΟΣ και ΕΚΕΙΝΗ

I

Εἴς τι θεωρεῖον τῆς Β′ σειρᾶς τοῦ θεάτρου Ἀθηνῶν, ἑσπέραν τινὰ τοῦ χειμῶνος τοῦ ἔτους 187… ἐν ᾧ ἀπὸ τῆς σκηνῆς ἐδιδάσκετο ὁ Ἁμλέτος τοῦ Σαίξπηρ, νέος τις, διοπτροφόρος, προσηνοῦς φυσιογνωμίας καὶ καλῶς ἐνδεδυμένος, ἐκάθητο, ἔχων ἐστραμμένα τὰ νῶτα πρὸς τὴν σκηνήν, τὸ δὲ βλέμμα εἰς τὸ ἀμέσως ἑπόμενον θεωρεῖον, ὅπου ἦτο μετά τινος γέροντος κομψὴ δεσποινίς, ἀντιμέτωπος, προσηλωμένη εἰς τὸ δρᾶμα.

Ὅστις ἤθελεν ἴδει τὸν διοπτροφόρον ἐκεῖνον νέον ἐν τοιαύτῃ στάσει ἠδύνατο νὰ ὑποθέσῃ πολλά, ἀλλὰ δυσκόλως καὶ νὰ φαντασθῇ, ὅτι οὔτε ἐγνωρίζοντο, οὔτε εἶχον ἴδει ποτὲ ἀλλήλους. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐν τούτοις ἡ νεᾶνις, ἐν τῇ φιλαρέσκῳ ὀξυδερκείᾳ της, εἶχεν ἀντιληφθῆ τὴν ἐπίθεσιν τοῦ γείτονος, ἦν, παρατεινομένην, ἐχαρακτήρισεν ὡς ἠλιθιότητα, εἶτα ἀναίδειαν καὶ τέλος ἀποτύφλωσιν πρωτοπείρου ἔρωτος, χωρὶς ἐννοεῖται καὶ νὰ δείξῃ, ὅτι τὴν δυσαρεστεῖ.

Ἐτελείωσαν τέσσαρες πράξεις τοῦ δράματος καὶ ὁ νέος ἔμενεν ἐκεῖ ἀκίνητος πρὸς ἔκπληξιν τῆς νεάνιδος. Τότε δὲ μόλις ἐξῆλθεν εἰς τὸν διάδρομον καὶ πρὸς ἐκείνης, ἐξελθούσης ὡσαύτως, παρήρχετο, σιωπῶν καὶ ἀρρύθμως βηματίζων. Ἐκείνη ἐν τούτοις, τολμηροτέρα, προσεγγίσασα, τῷ ψιθυρίζει πολὺ σοβαρῶς, ὅπως ὁμιλοῦν αἱ γυναῖκες εἰς τὴν πρώτην ἔφοδον τῶν ἐρωτικῶν των κατακτήσεων:

— Μά, κύριε, καὶ ἂν ἧσθε ἀρχηγὸς τοῦ μεταβατικοῦ, ἐγὼ δὲ ὁ μᾶλλον διαβόητος τῶν λῃστῶν, δὲν θὰ μὲ κατεδιώκετε πάλιν τόσον! καὶ ἔφυγεν εὐθύς, μὴ ἀναμείνασα ἀπάντησιν.

Ἐπανῆλθον εἰς τὰ θεωρεῖά των. Ἀλλ’ ἐκεῖνος τότε μετέβαλε στάσιν καὶ ἐκάθησε, βλέπων πρὸς τὴν σκηνὴν καθ’ ὅλην τὴν πέμπτην πρᾶξιν τοῦ δράματος.

Τοῦτο ἐκείνη ἐξήγησεν ὡς θρίαμβόν της· ἐπειδὴ ὅμως ἐσκέφθη, ὅτι ἐνδεχόμενον καὶ νὰ δυσηρέστησε τὸ θῦμά της ἢ νὰ παρεξηγήθη ἡ τρυφερότης τοῦ παραπόνου της ἢ ἡ χάρις τῆς εὐτραπέλου προκλήσεως, ἐνόμισε καλὸν νὰ διορθώσῃ κᾄπως τὸ πρᾶγμα. Καί, ὅτε ἐξήρχοντο, πλησιάσασα ἐπιτηδείως, τῷ ἐψιθύρισε πάλιν:

— Κύριε, νὰ μὲ συγχωρῆτε, παρακαλῶ, ἂν σᾶς ἐπείραξα… Ἀλλὰ…

— Τίποτε, κυρία, διέκοψεν ἐκεῖνος ἀφελῶς. Τοὐναντίον μὲ ὑπεχρεώσατε, διότι μ’ ἐκάματε καὶ εἶδα τὴν τελευταίαν πρᾶξιν τοῦ δράματος.

Ἡ ἀπάντησις, παραδόξως ἀπροσδόκητος, δὲν ἐπεδέχετο ἀνταπάντησιν καὶ ἀπεχαιρετίσθησαν.

II

Τὴν νύκτα ἐκείνην εἶχε μικρὰν ἀγρυπνίαν, ἀναπολοῦσα τὸν ἐν τῷ θεάτρῳ ἄγνωστον διώκτην της καὶ πολλὰ μονολογοῦσα.

— Τὸν εἶδες ἐκεῖ τὸν κύριον! ἔλεγεν. Ἐκάρφωσεν ἐπ’ ἐμοῦ τὸ βλέμμα του τόσας ὥρας αὐθαδῶς καὶ εἰς τὸν ἐλάχιστον χαριεντισμόν μου συνεστάλη, ὡς γάτα, ὁ ἠλίθιος!

— Μὰ πάλιν εἰμπορεῖ καὶ νὰ μὴ ᾖνε βλάξ. Αὐτὴ ἡ ἀπάντησίς του ἦτο πολὺ περιφρονητική. Δὲν θὰ τοῦ ἤρεσα ἴσως τοῦ φίλου!

— Δὲν τοῦ ἤρεσα ἐγώ; ἐξηκολούθει, κατοπτριζομένη. Νὰ ἦτο καὶ ὡραῖος, κακὴ ὑπομονή! Ἔπειτα ἐγὼ εἶμαι δὰ ἀκόμη νέα, 27 ἐτῶν μόλις, καὶ ἂν δὲν εἴμην ὡραία, δὲν θὰ μ’ ἐτρελλαίνοντο δύο ἀνθυπασπισταὶ καὶ τέσσαρες φοιτηταί. Καὶ ἐπὶ τέλους ἔχω chic, ὅπως τὸ λέγουν ὅλαι αἱ φίλαι μου, εἶμαι δὲ καὶ ἀπὸ οἰκογένειαν καὶ αὔριον-μεθαύριον μὲ περιμένει ἡ κληρονομία τοῦ θείου μου καὶ θὰ κερδήσωμεν καὶ τὴν δίκην τοῦ δημοσίου. Ὤ, νἄξευρεν ὁ κύριος!

— Ἀλλά, τί μωρολογῶ; Αὐτὸς ἐτρελλάθη ἤδη μαζῆ μου. Ποῖος κυττάζει μίαν γυναῖκα, ποῦ δὲν τοῦ ἀρέσει, τρεῖς ὥρας; Μὲ κατέτρωγε διὰ τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἐνόμιζον, ὅτι θ’ ἀπέθνησκεν ἐκεῖ ἐξ ἔρωτος. Ὅτι μ’ ἀγαπᾷ καὶ ἐτρελλάθη δι’ ἐμὲ εἶνε ἀναντίρρητον. Νὰ ἴδωμεν μόνον, πῶς θὰ τελειώσῃ ἡ ἱστορία… Τὸν καϋμένον! ποῦ νὰ ᾖνε; τί νὰ κάμνῃ;… Δὲν ἐφέρθην κ’ ἐγὼ καλά. Πολὺ τὸν ἐπείραξα. Ἀπόψε χωρὶς ἄλλο δὲν θὰ κλείσῃ ’μάτι καὶ τὸ πρωῒ δέξου τον ἀπὸ τὸν δρόμον μας!…

Μ’ αὐτὰ καὶ ἄλλα ἀπεκοιμήθη ἐπὶ τέλους, ηὐχαριστημένη καὶ προσδοκῶσα.

III

Ἀνέτειλε καὶ παρῆλθεν ἡ αὔριον, ἀλλ’ ἐκεῖνος δὲν ἐφάνη πρὸς μεγάλην ἔκπληξίν της. Ἐφαντάζετο τὴν στενοχωρίαν του, διότι βέβαια δὲν ἐγνώριζε τὴν κατοικίαν τῆς, καὶ τὸν ἐλυπεῖτο. Μετὰ δύο ἡμέρας ὅμως συνήντησεν αὐτὸν εἰς τὴν μουσικήν· ἀλλ’ ἐν ᾧ αὐτή, ὑπομειδιῶσα καὶ πάλλουσα, τὸν κατεδίωκε διὰ τοῦ βλέμματος, ἐκεῖνος ἐφαίνετο ἀδιάφορος καὶ ἀλλαχοῦ προσέχων.

— Ἆ, τὸν κατεργάρην! ἐσκέφθη ἐκείνη· πονηρὸς ποῦ εἷνε! Εἶνε τόσον συγκεκινημένος, ποῦ μὲ εἶδε, καὶ προσποιεῖται τάχα, πῶς δὲν μὲ βλέπει!

Τὴν ἑσπέραν μετέβη εἰς τὸ θέατρον. Εἰς τὸ παρακείμενον θεωρεῖον εὑρέθη πάλιν ἐκεῖνος, ὄχι ὅμως ὅπως εἰς τὴν πρώτην των συνάντησιν. Ἐκάθητο ἀξιοπρεπῶς, μηδόλως παρατηρῶν τὴν γείτονα. Κατά τι διάλειμμα ἐκείνη παρετήρησεν εἰς τὴν κομβιοδόχην του ὡραῖον ἄνθος, ὅπερ ἐνόμισε προωρισμένον δι’ αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ παράστασις ἐτελείωσε καὶ τὸ ἄνθος δὲν ἐδόθη, οὐδ’ ἀντηλλάγη κᾄν ἁπλοῦς χαιρετισμός.

— Παναγία μου, δειλὸς ποῦ εἶνε! ἔλεγε καθ’ ἑαυτὴν ἐκείνη. Νὰ μὴ ἔχῃ τόσον ὀλίγον θάρρος νὰ μοὶ ὁμιλήσῃ μίαν λέξιν, νὰ μοὶ δώσῃ ἓν ἄνθος! Μά, εἶσαι ζῶον, ἀγγελοῦδί μου, καὶ ἀρχίζω νὰ σὲ βαρύνωμαι.

— Καλὲ, δὲν ἤρχισα καλά, ἐξηκολούθει. Πολὺ θάρρος τοῦ ἔδωκα. Εἶχε δίκαιον ἡ Λίτσα, ποῦ μ’ ἔλεγε, νὰ κρατῶ πάντοτε τὴν θέσιν μου. Αὐτοὶ οἵ ἄνδρες εἷνε θηρία, ὅταν μία κόρη τοὺς ἀγαπᾷ καὶ τοὺς καταδιώκῃ. Τὴν μίαν ὥραν σοὶ λέγουν περιπαθῶς, «ἄγγελέ μου! ἄστρον μου! λατρεία μου! ψυχὴ τῆς ψυχῆς μου!» καὶ τὴν ἄλλην σὲ περιφρονοῦν οἱ σικχαμένοι. Νὰ τὸν ἰδῶ καὶ τὸν εἶδα!

Συνέπεσε τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν νὰ τὸν συναντήσῃ εἰς τὸν περίπατον καὶ παρῆλθε πρὸ αὐτοῦ ἀγέρωχος. Παρετήρησεν ὅμως, ὅτι ὁ τρόπος της αὐτὸς δὲν ἐπήνεγκε τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα, διότι καὶ ἐκεῖνος ἀντιπαρῆλθεν ἀδιάφορος.

Ἐκείνη ἐσκέπτετο·

— Πρέπει ν’ ἀλλάξω τακτικήν. Δὲν ὠφελεῖ πάντοτε δι’ ὅλους ἡ σοβαρότης. Εἷνε μερικοὶ ἄνδρες τόσον νευρικοὶ καὶ ἰδιόρρυθμοι, ὥστε ἡ ψυχρότης τῶν γυναικῶν τοῖς ἐμπνέει ἀδιαφορίαν ἢ ἀποστροφήν.

IV

Ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὴν ζηλοτυπίαν.

Μετὰ δύο ἡμέρας μίαν ὡραίαν δροσερὰν δείλην συνήντησεν αὐτὸν εἰς τὸν ἐν Πειραιεῖ Τινάνειον κῆπον. Συνωδεύετο ὑπὸ εὐειδοῦς νέου ἐξαδέλφου της, ὃν καὶ ἐφαίνετο περιποιουμένη λίαν συμπαθῶς. Ἐκεῖνος ὅμως παρετήρησεν αὐτοὺς δίς, ἀντιπαρῆλθεν, ἐχαιρέτισε καὶ ἀπεμακρύνθη.

Ὁ χαιρετισμὸς ὑπῆρξε δι’ αὐτὴν ὁ μίτος τῆς Ἀριάδνης, ὃν πρὸ ἡμερῶν ἀνεζήτει ἀμήχανος. Καὶ χωρὶς νὰ χάσῃ καιρόν:

— Τὸν γνωρίζεις, Ἀλέκο, αὐτὸν τὸν κύριον, ποῦ μᾶς ἐχαιρέτισεν; ἠρώτησε τὸν ἐξάδελφόν της.

— Τὸν γνωρίζω ὀλίγον.

— Τί ἄνθρωπος εἷνε;

— Καθηγητὴς γυμνασίου.

— Ὀνομάζεται;

— Ξ.....

— Καὶ ἡ πατρίς του;

— Ἐπαρχιώτης εἷνε, μοὶ ἔλεγε προχθὲς ὁ Ἰάκωβος. Ἀλλὰ πόθεν, δὲν γνωρίζω.

— Εἷνε ἄγαμος;

— Νομίζω, δὲν ἠξεύρω καλά.

— Ἔτσι φαίνεται.

— Καὶ τί μᾶς μέλει, παρακαλῶ, τί εἷνε;

— Τίποτε βέβαια! ἀπεκρίθη ἐκείνη. Ἐκ περιεργείας ἁπλῶς καὶ ἀσκόπως ἠρώτησα.

Μετά τινας δὲ στιγμάς:

— Ξεύρεις, ἀλήθεια; ἐξηκολούθησεν. Ἐὰν τὸν συναντήσωμεν καὶ πάλιν, ἡ εὐγένεια ἀπαιτεῖ νὰ τὸν χαιρετίσῃς ἐγγύτερον καὶ μοὶ τὸν γνωρίσῃς.

— Τὸ μόνον εὔκολον, ἐξαδέλφη μου. Θὰ περάσωμεν καλούτσικα τὴν ὥραν μας μὲ τὸν καϋμένον τὸν δασκαλάκον!…

— Σιωπή, ἀνόητε, διέκοψεν ἐκείνη, μὴ σ’ ἀκούσῃ κανείς! καί.....

— Ἆ, διενοεῖτο, δυσφοροῦσα ὁπωσοῦν. Εἰς μάτην καὶ ἡ ζηλοτυπία. Πολὺ ἐκκεντρικὸς φαίνεται ὁ σχολαστικός μας. Ἂς ἁπλοποιήσωμεν τὴν στρατηγικήν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ποῦ τρέχομεν.

V

Ἐκεῖνος ἀνεφάνη καὶ πάλιν ἐγγύς των. Ὁ Ἀλέκος τὸν ἐχαιρέτισεν, ἔκαμε τὴν σύστασιν καὶ οἱ τρεῖς ὁμοῦ ἐκάθησαν ἐκεῖ που πλησίον.

Μετά τινας ἀσημάντους ἐρωτήσεις, ἡ κυρία ἠρώτησεν ἐκεῖνον, ἂν τῷ ἀρέσουν αἱ Ἀθῆναι.

— Ὄχι τόσον, κυρία μου, ἀπήντησεν ἐκεῖνος. Αἱ Ἀθῆναι εἶνε ὡραιοτάτη πόλις τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλ’ ὄχι δι’ ὅλον τὸν κόσμον.

— Ἐκτὸς ὑμῶν ὑπέθετον.

— Δὲν ἔχω λόγους νὰ τὸ πιστεύω, κυρία.

— Καὶ διατὶ ὄχι, παρακαλῶ; Νέος κύριος, ὡς σεῖς, ἀνεπτυγμένος, φιλόκαλος, ἄνθρωπος τοῦ κόσμου, εἷνε δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι δὲν εὑρίσκει ὡραίαν πόλιν τὰς Ἀθήνας μας;

— Εὐχαριστῶ ἀπείρως διὰ τὰς εὐγενεῖς φιλοφροσύνας.

— Λέγω πάντοτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι, διέκοψεν ἐκείνη ὑπομειδιῶσα.

— Ἀλλά, μοὶ φαίνεται, δὲν ἐξηγούμεθα, προσέθηκεν ἐκεῖνος. Αἱ Ἀθῆναι τῳόντι εἶνε ὡραιοτάτη πόλις πλήρης καλλονῶν καὶ τέρψεων. Δὲν εἷνε ὅμως εἰς πάντας εὔκολον νὰ ζῶσιν ἐν αὐταῖς διαρκῶς, ἕνεκα τῶν βιωτικῶν ἀναγκῶν· ἐγὼ δὲ σᾶς ὡμίλησα, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τοῦτο. Εἷνε, νομίζω, κομμάτι δύσκολος ἡ ζωὴ τόρα εἰς τὰς Ἀθήνας.

Ἐλαφρόν, ἀόριστον νέφος διῆλθε τὴν ψυχὴν ἐκείνης.

— Αὐτὸ διαφέρει πολύ, κύριε Ξ., ἀπήντησε. Πρόφασις ἄδικος κατὰ τῶν Ἀθηνῶν εἷνε τὸ ζήτημα τῶν βιωτικῶν ἀναγκῶν. Ὅλα οἰκονομοῦνται, ὅταν ἔχῃ τις τάξιν ἓν τῷ βίῳ του. Ἄλλως τε ἕκαστος ζῇ, ὅπως δύναται καὶ ὅπως θέλῃ.

— Καὶ ὅταν ἔχῃ οἰκογένειαν;

— Μάλιστα καὶ τότε.

— Ἂς ᾖνε· ἴσως ἔχετε δίκαιον! εἶπεν ἐκεῖνος, οἱονεὶ πειθόμενος, κυρίως ὅμως, διότι εὕρισκε πρέπον νὰ ὑποχωρήσῃ ἀπέναντι κυρίας καὶ νὰ μὴ παρατείνῃ ἄσκοπον συζήτησιν.

— Καὶ πολὺ μάλιστα! ἐφώνησεν ἐκείνη, περιπαθῶς ἀτενίζουσα αὐτόν.

Ἐπῆλθον στιγμαὶ σιωπῆς. Μετ’ ὀλίγον δὲ ἤρξατο διάλογος μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ἀλέκου, εἰς ὃν ἐκείνη δὲν ἀνεμίχθη, οὐδ’ ἐπρόσεξε κᾄν, ἐντρυφῶσα εἰς τὴν μαγγανείαν τῶν ῥεμβασμῶν καὶ χιμαιρῶν της καὶ εὔχαρις, ὡσεὶ θριαμβεύουσα τέλος πάντων.

— Πόσον καλὸς καὶ εὐγενὴς εἷνε! διενοεῖτο. Δὲν εἷνε φίλερις καὶ πείσμων εἰς τὰς συνδιαλέξεις. Ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ὀλίγον τραχύς, ἀλλ’ εἷνε ἄκακος ἀμνὸς καὶ ἐπὶ τέλους πείθεται. Σοβαρὸς ἄνθρωπος, ὁ δὲ ξανθὸς ὡραῖος πώγων του καὶ τὰ δίοπτρά του τὸν κάμνουν σοβαρώτερον. Τόσῳ τὸ καλλίτερον! Ἄμ’ τί, νὰ ἦτο κανὲν παιδαρέλι; Εἶνε δὰ καὶ ἀρκετὰ νόστιμος. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἀνατροφήν, αἱ δὲ λευκαὶ καὶ ἁβραὶ χεῖρές του μαρτυροῦν, ὅτι εἷνε καὶ ἀπὸ καλὴν οἰκογένειαν. Πρέπει νὰ ᾗνε εὔπορος, ἀφοῦ πέρνῃ θεωρεῖον εἰς τὸ θέατρον, καὶ θὰ διακρίνεται καὶ εἰς τὸ ἐπάγγελμά του καὶ ἐπὶ τέλους θὰ ἔχῃ καρδίαν χρυσῆν. Κρῖμα, νὰ μὴ τὸν γνωρίσω πρὸ δέκα ἐτῶν. Ἀλλὰ κάλλιον ἀργά, παρὰ ποτέ, λέγει ἡ παροιμία. Εὐλογημένη ἡ στιγμή, ποῦ τὸν ἐγνώρισα. Αἰσθάνομαι καλῶς, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν μᾶς προσσήγγισεν εἰς μάτην. Αὐτὸς μοῦ πρέπει. Αὐτὸς εἷνε δι’ ἐμὲ. Τὸν ἀγαπῶ ἤδη καὶ μ’ ἀγαπᾷ. Τί τύχη! Κάλλιον τύχης σταλαγμὸς ἢ πίθος φρενῶν....
VI

Αἴφνης ὁ Ἀλέκος διακόπτει τοὺς ῥεμβασμοὺς της, λέγων πρὸς αὐτήν·

— Εἶδες, ποῦ ἐλησμόνησα καὶ ἀκόμη δὲν ἐπῆγα εἰς τὸ τελωνεῖον διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ θείου;

— Bravo σου! ἀπήντησε σοβαρῶς ἐκείνη, συστέλλουσα αἰφνιδίαν τινὰ ἐνδόμυχον χαράν της.

— Νὰ τρέξω τόρα; εἰς 5-10 λεπτὰ ἐπιστρέφω.

Ἡ ἐρώτησις τοῦ Ἀλέκου ἦτον ἀπρόσεκτος, διότι καὶ εἰς τὸν καθηγητὴν ἐπέβαλλε τὴν εὐγένειαν νὰ μὴ ἀπομακρυνθῇ καὶ εἰς ἐκείνην νὰ μὴ δείξῃ τάχα σεμνοτυφίαν καὶ δυσκολευθῇ νὰ μείνῃ ἐκεῖ ὀλίγας στιγμάς. Κατὰ βάθος ὅμως ἐκείνη εὕρισκεν εἰς τὴν σύμπτωσιν τὴν μεγίστην τῶν εὐτυχιῶν.

Καὶ μετὰ μικρὰν σκέψιν, ἀπεκρίθη·

— Πήγαινε, τέλος πάντων, διὰ νὰ μὴ μαλλόνῃ ὁ θεῖός σου, ἂν καὶ ἡ ὥρα δὲν εἶνε κατάλληλος. Ἀλλὰ τρέξε, παρακαλῶ, καὶ γρήγορα-γρήγορα. Νὰ ἐπιστρέψῃς ἀμέσως, διότι εἷνε καιρὸς ν’ ἀνέλθωμεν εἰς τὰς Ἀθήνας. Ὁ κύριος, πιστεύω — προσέθηκε, στρέφουσα χαριέντως πρὸς τὸν καθηγητὴν — θὰ μᾶς συγχωρήσῃ νὰ τὸν ἐνοχλήσωμεν νὰ παραμείνῃ, ἕως οὗ ἐπανέλθῃς.

— Ἆ, κυρία μου, εἶπεν ὑπομειδιῶν ὁ καθηγητὴς. Μὴ παίζετε, παρακαλῶ, μὲ τὰς λέξεις. Ὁμιλεῖτε περὶ ἐνοχλήσεως, διὰ πρᾶγμα, δι’ ὃ σᾶς εἶμαι ἀπείρως ὑπόχρεως διὰ τὴν τιμὴν καὶ εὐχαρίστησιν, ἣν μοὶ κάμνετε.

Ὁ Ἀλέκος ἔφυγεν ἐν σπουδῇ. Ἐκείνη δ’ εὐχομένη νὰ βραδύνῃ ὅσον πλειότερον, ἐσκέφθη νὰ σφυρηλατήσῃ τὸν σίδηρον, ἐν ὅσῳ ἦτο θερμός.

— Μ’ ἐνθυμεῖσθε ὀλίγον κἄποτε, εἶπε, κύριε Ξ., δὲν ἀμφιβάλλω, ἀφ’ ἧς ἑσπέρας ἐγνωρίσθημεν.

Ὁ καθηγητὴς τὴν ἠτένισεν, ἀπορῶν, καὶ ἀπεκρίθη·

— Ἀλλά, κυρία μου, πρὸ ὀλίγου ἐδῶ πρῶτον ἔλαβον τὴν εὐτυχίαν νὰ σᾶς γνωρίσω.

Ἐκείνη ἐμειδίασε διὰ τὴν προσποίησιν.

— Καὶ πῶς! εἶπε· δὲν μὲ ἴδετε ἄλλοτε;

— Ὄχι, κυρία.

— Ἀστειεύεσθε, κύριε Ξ.

— Σᾶς βεβαιῶ.

— Ἐλᾶτε δὰ τόρα καὶ σεῖς! εἶπεν ἐκείνη, παίζουσα μὲ τὴν ἅλυσιν τοῦ ὡρολογίου της. Ἀλλ’ ἄν, προσέθηκε χαριέντως, ἔχετε τόσον ἀχάριστον τὴν μνήμην, θὰ τὴν ὑποβοηθήσω εὐχαρίστως.

— Θὰ σᾶς εἶμαι πολὺ ὑπόχρεως! εἶπεν ὁ κύριος Ξ., ἀμηχανῶν.

— Πηγαίνετε, κύριε, εἰς τὸ θέατρον βεβαίως.

— Πηγαίνω κἄποτε.

— Εἷσθε καμμίαν ἑσπέραν κατ’ αὐτὰς εἰς τὴν παράστασιν τοῦ Ἁμλέτου;

Ὁ καθηγητὴς ἔφερεν εἰς τὸ μέτωπον τὴν παλάμην, συγκεντρῶν τὰς ἀναμνήσεις του, καὶ ἀπεκρίθη:

— Μάλιστα.

— Εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ… θεωρεῖον τῆς Β′ σειρᾶς;

— Ἂν δὲν ἀπατῶμαι.

— Σᾶς συνέβη τίποτε μέ τινα κυρίαν γείτονος θεωρείου;

— Ἆ, ναί, ἓν κωμικόν, νοστιμώτατον! εἶπε γελῶν ὁ καθηγητὴς. Τόρα ἐνθυμοῦμαι καλῶς. Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, μόλις εἶχον φθάσει εἰς τὸ θέατρον, μοῦ εἶχε καρφωθῆ, ὡς τρύπανον, τυραννικώτατα, εἰς τὸν νοῦν καὶ οὐδὲ στιγμὴν μὲ ἄφινε μία σκέψις: νὰ ἐνθυμηθῶ ἓν πρόβλημα ἀλγεβρικὸν. Εἶχον στρέψει τὰ νῶτα πρὸς τὴν σκηνήν, ἀφῃρημένος, καὶ διὰ νὰ μὴ περισπᾶται ἡ σκέψις μου. Τὸ βλέμμα μου εἶχον προσηλώσει εἰς πρᾶγμά τι, ἀσήμαντον, νομίζω εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦ γείτονος θεωρείου. Ἀφῃρημένος, ὅπως εἵμην, οὐδὲν ἔβλεπον, οὐδὲν ἤκουον. Τόσον εἷνε πάντοτε ἀληθές, κυρία μου, ὅτι νοῦς ὁρᾷ καὶ νοῦς ἀκούει. Μετὰ τὴν τετάρτην ὅμως πρᾶξιν τοῦ δράματος, μία κυρία, γείτων μου, μ’ ἐξήγαγε τῆς ἀφαιρέσεως δι’ εὐφυοῦς χαριεντισμοῦ, ὅστις μ’ ἔθηκεν εἰς τὴν θέσιν μου κατὰ τὴν τελευταίαν πρᾶξιν.

Ἐκείνη, ἥτις εἰς τὴν παράδοξον αὐτὴν ἱστορίαν ᾐσθάνετο οἶκτον καὶ ἐξεπλήσσετο, εὐλόγως δυσπιστοῦσα, ἀπήντησεν ἀφελῶς, ἀλλὰ κινοῦσα τὴν κεφαλὴν καὶ μειδιῶσα:

— Ἡ κυρία αὐτὴ εἵμην ἐγώ, κύριε Ξ!

— Περίεργον! εἶπεν ὁ καθηγητὴς, ἀπορῶν καὶ συνοφρυούμενος· δὲν σᾶς ἀντελήφθην ποσῶς καὶ σᾶς ζητῶ συγγνώμην!

— Εὐεξῄγητον εἷνε, κύριε. Ἀλλ’ ἐλύσατε τοὐλάχιστον τὸ πρόβλημα, ἐλπίζω, προσέθηκε, πειραχθεῖσα ἐκ τῆς ἀπαντήσεως.

— Μόλις τὴν ἐπιοῦσαν! ἀπήντησε χαιρεκάκως ὁ κύριος Ξ.

— Καὶ δὲν μὲ συνηντήσατε ἔκτοτε ἀλλαχοῦ;

— Δὲν ἐνθυμοῦμαι· νομίζω, ὄχι.

— Καὶ αὐτὸ δὲν εἶνε πολὺ δυσνόητον, κύριε Ξ! εἶπεν ἐκείνη μετὰ τόνου καὶ μικροῦ τινος ὑπόπτου μορφασμοῦ.

— Μὲ ἀδικεῖτε, βλέπω. Μίαν τόσῳ ὡραίαν καὶ καλὴν κυρίαν, ὡς ὑμεῖς, δὲν εἷνε δυνατὸν κανεὶς νὰ γνωρίσῃ καὶ νὰ λησμονήσῃ.

— Εὐχαριστῶ πολὺ, κύριε καθηγητά· ἐκτὸς ὅμως βεβαίως, ἂν ἡ ὡραία καὶ καλὴ αὐτὴ κυρία ἔχῃ ἀντίζηλον κανὲν ἀλγεβρικὸν πρόβλημα!

— Μὴ ἧσθε τόσον ἐκδικητική! ἀπήντησε μειδιῶν ὁ καθηγητὴς. Εἶσθε τόσον εὐγενὴς καὶ ὡραία καὶ δὲν σᾶς πηγαίνει.

Ἐκείνη εἶδε προφανῆ τὴν ὑποχώρησιν καὶ ὠφελήθη τῆς στιγμῆς ν’ ἀνακρούσῃ πρύμνην, ὅπως εὐπλοήσῃ πρὸς τὸν λιμένα τῶν πόθων της. Διὰ τοῦτο ἀπήντησεν, εὔχαρις:

— Ὅσον καὶ σεῖς καλὸς καὶ ἀγαπητὸς μὲ ὅλον τὸν ὑπερήφανον χαρακτῆρά σας.

Ἐτόνισεν ἰδιαζόντως τὴν φράσιν, ὑποδηλοῦσα, τίς οἶδε τί, ὑπὸ τὴν ὑπερηφάνειαν τοῦ χαρακτῆρος.

Ὁ κ. Ξ. ἠθέλησε νὰ ἐξακολουθήσῃ· ἀλλ’ ἐκείνη τῷ ἔνευσε σιωπήν, διότι ἐπανῆλθεν ὁ Ἀλέκος.

Μετ’ ὀλίγον ἀπεχωρίσθησαν, σφίγξαντες ἀλλήλων τὰς χεῖρας καὶ ἀποκαλούμενοι ἀμοιβαίως εὐτυχεῖς διὰ τὴν γνωριμίαν των.

VII

Ὁ Ἀλέκος μετὰ τῆς ἐξαδέλφης του ἀπῆλθον νὰ περιδιαβάσωσιν ὀλίγον εἰς τὴν παραλίαν. Ὁ χρυσοκόμης ἥλιος ἔδυε, γλυκύτατος ὑπὸ οὐρανὸν ἀνέφελον, καὶ ἔστιλβε γαλήνιος ὁ Σαρωνικὸς.

Περιεπάτουν σιγηλοί, διότι ἐκείνη ἐρρέμβαζεν. Ἀνεπόλει τὸ βραχὺ παρελθὸν καὶ ἐσκέπτετο καὶ ὠνειροπόλει.

— Ὤ, ἔλεγε καθ’ ἑαυτήν, ἡ ὑπόθεσις βαίνει κάλλιστα. Ἀπὸ σήμερον τοὐλάχιστον μ’ ἀγαπᾷ. Προσεποιεῖτο τάχα, ὅτι δὲν μ’ ἐγνώριζεν, οὔτε μ’ ἐνεθυμεῖτο. Πονηρίαι, Θεέ μου, πονηρίαι! Ὁ Θεὸς νὰ σὲ φυλάττῃ ἀπὸ τὰ σιγαλὰ ποτάμια! Καὶ τί ἐσυλλογίσθη ὁ ὑποκριτής! Προβλήματα καὶ ἄλγεβραις! Πόσον ἀφυῶς ἐδοκίμασες νὰ μᾶς κάμῃς τὸν ὑπερήφανον, κύριε Ξ!… Μ’ ἀγαπᾷ καὶ δὲν εἴξευρε, πῶς νὰ κρυφθῇ… Καλὰ τὸν ἔχω ὅμως. Δύο-τρεῖς ἐπισκέψεις καὶ τὸν τρελλαίνω ἐγώ… Τί καλά μου! Ἂν τοὐλάχιστον μ’ ἀρραβωνίσῃ, δὲν μοῦ γλυτόνει. Ὁπωσδήποτε ἡ ὑπόθεσις εἷνε μισοτελειωμένη. Τυχηρὰ πράγματα! Ἂν ἦτο πεπρωμένον νὰ μὲ πάρῃ ὁ ἰατρὸς καὶ ὁ ἀνθυπασπιστής. Οὔ, καὶ αὐτοὶ οἱ ἰατροί! Ὅλο ἰδιοτροπίας εἷνε καὶ, Κύριος οἶδε, πότε θὰ ἔπερνε τὸ δίπλωμά του. Οἱ δὲ στρατιωτικοὶ δὲν ἔχουν τόρα μέλλον καὶ περίμενε γαλόνι στὴν ἄλλη ζωή! Ὁ κ. Ξ. ὅμως ἔχει ἐξησφαλισμένην τὴν θέσιν του. Τοὐλάχιστον θὰ ζῶμεν εἰς πρωτευούσας νομῶν, μὲ καλὴν πάντοτε κοινωνίαν, χρυσῆν καὶ τρισευδαίμονα ζωήν. Καλὰ τὸ λέγει ἡ παροιμία, «ὅποιος ξεύρει νὰ διαλέξῃ εὔμορφο δένδρο, σπάνιο νὰ τοῦ λείψῃ ὁ ἴσκιος.» Τυχηρόν μου νὰ γίνω κυρία καθηγητοῦ. Εἰς ὀλίγον καιρὸν, ἰδοὺ ἐγὼ κυρία γυμνασιάρχου! Τί εὐτυχία μου! Ἔχεις τὸν καλὸν μισθόν σου, τὴν ὑπόληψίν σου, τ’ ἀγαθά σου… Καὶ ὅταν ἔρχωνται αἱ ἐξετάσεις, τότε δὴ τότε! Παρακλήσεις ἀπ’ ἐδῶ, ἱκεσίαι ἀπ’ ἐκεῖ, συστάσεις, κολακεῖαι, περιποιήσεις! Νὰ σὲ ἰδῶ καὶ τότε, κυρία Κατίνα, ποῦ μὲ πειράζεις πάντοτε εἰς τὰς συναναστροφάς! Περίμενε νὰ προβιβασθῇ ὁ Τάκης σου! Σὲ διορθόνω ἐγὼ, Πολυξένη μου, μὲ τὸν κύριον ἀδελφόν σου, ποῦ ἤθελε νὰ μ’ ἐρωτήσῃ προχθὲς ὁ ἀνάγωγος, εἰς ποίαν κατάστασιν ἐνεθυμήθην τὰς Ἀθήνας, ὅτε μετετέθη ἐδῶ ἡ πρωτεύουσα ἐπὶ Ὄθωνος!!....

VIII

Οὕτως εὐτυχὴς μὲ τὰς χιμαίρας της αὐτὰς ἐκείνη διηυθύνθη εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου καὶ ἀνῆλθε μετὰ τοῦ ἐξαδέλφου της εἰς Ἀθήνας. Μόλις ὅμως κατῆλθον εἰς τὸν σταθμόν, συνήντησαν τὸν γνωστὸν φίλον καθηγητήν.

— Πῶς, κύριε Ξ., καὶ σεῖς ἐδῶ; εἶπεν ἐκείνη εὔχαρις.

— Τόρα μόλις ἦλθον καὶ ἐγώ, ἀπεκρίθη ὁ καθηγητής.

— Μὲ τὸ ἴδιον τραῖνον;

— Μὲ τὸ ἴδιον.

— Καὶ πῶς δὲν σᾶς εἴδομεν νὰ συνταξειδεύσωμεν;

— Ἀτυχία μου ἦτο.

— Ἀλλὰ καὶ ἐδική μας ἐπίσης. Ἐν τούτοις θὰ μᾶς κάμητε τὴν εὐχαρίστησιν, ἐλπίζω, νὰ μᾶς συνοδεύσητε μέχρι τῆς οἰκίας μας.

— Θὰ ἤμην εὐτυχής, κυρία μου. Ἀλλὰ λυποῦμαι πολὺ καὶ σᾶς ζητῶ μυρίας συγγνώμας. Ἔχω μεγίστην βίαν διά τινα ὑπόθεσιν.

— Νὰ λύσητε πάλιν κανὲν ἀλγεβρικὸν πρόβλημα ἴσως! εἶπεν ἐκείνη, πειραχθεῖσα ἐκ τῆς ἀρνήσεως.

— Ἆ, ὄχι, ὄχι! ἀπεκρίθη μειδιῶν ὁ καθηγητής.

— Καμμίαν συνέντευξιν, πιθανόν....

— Οὔτε.

— Μὰ τί λοιπὸν εἷνε αὐτὸ τὸ τόσῳ σπουδαῖον;

— Ἁπλούστατον, ἀπήντησεν ἀφελῶς ὁ καθηγητὴς. Πρόκειται νὰ ἴδω κάποιον συμπατριώτην μου, ἀναχωροῦντα, διὰ νὰ στείλω μίαν σπουδαίαν ἐπιστολὴν καὶ κᾄτι πράγματα....

— Εἰς τοὺς γονεῖς σας βεβαίως, διέκοψεν ἐκείνη.

— Ὄχι εἰς τοὺς γονεῖς μου, ἀλλ’ εἰς τὴν κυρίαν μου.

— Πῶς εἴπατε, παρακαλῶ; ἠρώτησεν ἐκείνη ἔκπληκτος καὶ οἱονεὶ δυσπιστοῦσα εἰς τὰ ὦτά της.

— Εἰς τὴν σύζυγόν μου!

— Εἷσθε λοιπὸν ἔγγαμος, κύριε Ξ; κατώρθωσε μόλις νὰ προσθέσῃ ἐκείνη, προφανῶς τεθορυβημένη.

— Καὶ πατὴρ δύο τέκνων, κυρία μου! ἀπεκρίθη ὁ καθηγητὴς, κινῶν τὴν κεφαλήν.

Ἐκείνη ὠχρίασεν. ᾘσθάνθη τὰ γόνατά της ἀτονοῦντα καὶ τρέμοντα, σκοτοδίνην εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ κεραυνοβόλον λύπην ἐν τῇ καρδίᾳ. Μετ’ ὀλίγον ὅμως συνεκέντρωσεν ὅλον τὸν ἐγωϊσμὸν καὶ τὴν ὑπερηφάνειάν της καὶ εἶπε ψυχρῶς καὶ μετὰ προσποιητῆς σοβαρότητος·

— Τότε ἔχετε δίκαιον, κύριε· ὑγιαίνετε!

Καὶ τῷ ἔτεινεν ἀξιοπρεπῶς τὴν χεῖρα.

Ἐκεῖνος δὲ, ἀντιχαιρετίσας, ἀπῆλθε, μόλις ἤδη ἐννοῶν ὁπωσδήποτε, τίνος φαντασιοπληξίας εἶχε γίνει θῦμα ἐκείνη, ἣν ὅμως κατ’ ἀρχὰς εἶχεν ἐκλάβει ὥς τινα ἐρωτότροπον, θέλουσαν νὰ παίξῃ ἢ νὰ διέλθῃ τὴν ὥραν της εὐαρέστως μαζῆ του ἀσκόπως καὶ τυχαίως, διότι αὐτὸς τοὐλάχιστον οὐδεμίαν εἶχεν εἴδησιν, εἰς ποῖον ἐν ἀγνοίᾳ του τὸν περιέπλεκε παιγνίδιον ὁ φιλοπαίγμων υἱὸς τῆς Ἀφροδίτης.

X

Ἡ ἀπροσδόκητος καὶ κεραυνοβόλος ἀποκάλυψις ἔπληξε βαθέως τὴν καρδίαν ἐκείνης καὶ διέλυσεν ἀσπλάγχνως τὴν μαγείαν τῶν ὀνείρων της. Μετὰ κόπου ἔφθασεν εἰς τὸν οἶκόν της καὶ ἀπεσύρθη εἰς τὸν θάλαμόν της, μὴ θέλουσα οὔτε νὰ δειπνήσῃ, ὡς ἀδιαθετοῦσα. Τὴν ἀφῆκαν μόνην καὶ ἥσυχον ν’ ἀναπαυθῇ.

Ὅτε ὅμως ἔμεινε μόνη, ἐστέναξεν ἔνδακρυς καὶ περίλυπος.

— Ἄνθρακες λοιπὸν ἦτο ὁ θησαυρὸς μου! ἔλεγεν. Ἔγγαμος καὶ πατὴρ δύο τέκνων! Αὐτὸ δὰ μᾶς ἔλειπε τόρα. Τί ἀτυχία! Τί ἀνοησία! Ἀκοῦς ἐκεῖ, ἔγγαμος καὶ πατὴρ δύο τέκνων; Μὴ χειρότερα! Ὡς τόσον ἡ καρδία εἶνε πολὺ ἀνόητον πρᾶγμα. Βλέπει τ’ ἀντικείμενα καὶ τὰ ἐξηγεῖ κατὰ τὴν ἀρέσκειάν της. Λογαριάζει συνήθως χωρὶς τὸν ξενοδόχον. Τί ἐπιπόλαιος ποῦ εἷνε ἡ νεότης καὶ μάλιστα ἡ τῶν γυναικῶν! Ὁ Θεὸς μ’ ἐφύλαξε καὶ δὲν ἐξέφρασα καθαρῶς τὸ αἴσθημά μου οὔτε εἰς ἐκεῖνον, οὔτε εἰς ἄλλον ἢ ἄλλην τινὰ, διότι ἄλλως δυστυχία μου καὶ μάλιστα, ἂν τὸ ἐμάνθανον καὶ αἱ σατυρικαὶ ἐφημερίδες.... Τόρα τὸ πᾶν ἐξηφανίσθη οἰκτρῶς. Τόρα ἐννοῶ, ὅτι ἡ σκηνὴ τῆς νυκτὸς ἐκείνης τοῦ θεάτρου ἦτο τῳόντι μία ἰδιοτροπία τῆς τύχης μου, ἓν τίποτε, καὶ δὲν μ’ ἐπῆρε ποσῶς εἴδησιν ὁ ἀφῃρημένος μας. Ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς!… Ἀτυχία καὶ ἐδῶ. Δὲν ἦτο τυχηρόν μου νὰ γείνω κυρία καθηγητοῦ. Τί δυστυχῆς ποῦ εἶμαι!… Μπᾶ! καὶ διατί, παρακαλῶ, εἶμαι δυστυχής; Ξεύρεις δὰ, σὰν νὰ ἔχασα καμμίαν σπουδαίαν τύχην! Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ κ. Ξ. εἶνε ἐλεύθερος. Αἵ, καὶ τί εἶνε, παρακαλῶ; Ἕνας καθηγητὴς, ἕνας δασκαλάκος, μ’ ἕνα ξηρὸν μισθὸν, χωρὶς τυχηρὰ, ποῦ σήμερον τὸν μεταθέτουν ἐδῶ καὶ αὔριον ἐκεῖ καὶ τρέχει παντοῦ, ὡς σκηνίτης. Ἕνας σχολαστικὸς, ἕνας ἄνοστος, ποῦ ἀφαιρεῖται μὲ τὰ μαθηματικὰ ἐντὸς τοῦ θεάτρου! Καὶ ἡ ζωή του; γραμματικὴ, συντακτικὸν καὶ ἄλγεβρα..... Οὔφ, ἀηδίαις! Ἄμ’ δὲν πέρνω χίλιαις φοραὶς καλλίτερα τὸν ἀνθυπασπιστήν!.....

Μὲ αὐτὰ καὶ ἄλλα τοιαῦτα ἐκείνη, παρῳδοῦσα τὴν μὴ δυναμένην νὰ φάγῃ τὰς σταφυλὰς ἀλώπεκα τοῦ μύθου, βαθμηδὸν συνῆλθεν, ἀνεκουφίσθη ὁπωσοῦν καὶ παρηγορήθη. Ἡ θεία πρόνοια ἐν τῇ σοφίᾳ της ἔδωκεν εἰς τὰς γυναῖκας τοιαύτην εὐστροφίαν νοὸς καὶ καρδίας, πολύτιμον καὶ σώτειραν εἰς τοιαύτας περιστάσεις αἰσθηματικῶν ἀτυχιῶν.

Περιττὸν ἴσως νὰ προσθέσω, ὅτι ἐκείνη ἰάθη ταχέως καὶ ἐντελῶς ἐκ τῆς φαντασιοπληξίας αὐτῆς, δι’ ἣν μετὰ καιρὸν ἐνίοτε ἐμελαγχόλησε καὶ πολλάκις ἐγέλασεν. Ἀλλ’ ὁσάκις τὴν ἐνεθυμεῖτο καὶ ἐν μέσῳ τῶν γελώτων της, δὲν ἐλησμόνει τὸ λυπηρὸν, ἀλλὰ πολύτιμον, μάθημα, ὅπερ ἐξ αὐτῆς ἔλαβε. Διὰ τοῦτο καί ὁσάκις ἔβλεπε νέον ἄγνωστον καὶ ἐράσμιον, ἐσκέπτετο:

— Μία κόρη, πρὶν ἢ ἀνοίξῃ τὴν καρδίαν της εἰς παλμοὺς ἀγάπης, πρέπει πρῶτον-πρῶτον νὰ γνωρίσῃ καλῶς ἐκεῖνον, ποῦ τῆς ἀρέσει, καὶ πρὸ πάντων νὰ μάθῃ θετικῶς. ἂν ᾖνε ἐλεύθερος!

 (Ἄργος, Αὔγουστος 1886).

Δημητριοσ Κ. Βαρδουνιωτησ