Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1887/Άραις-Μάραις

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1887
Συγγραφέας: Τορός
Ἄραις-Μάραις


ΑΡΑΙΣ — ΜΑΡΑΙΣ
Φίλτατέ μοι,

Ἡ πρόσκλησίς σου ὅπως λάβω μέρος καὶ ἐγὼ ἐν τῷ Ἡμερολογίῳ σου, μοὶ ὑπομιμνήσκει τὴν στενόχωρον θέσιν ἁπλοϊκοῦ τινος συγχωρικοῦ μου, ὅστις, παρατυχών ποτε εἰς ἑσπερίδα ἀθηναϊκοῦ οἴκου, ἐπειθαναγκάσθη ἐπὶ τέλους ὅπως λάβῃ μέρος καὶ αὐτὸς εἰς τας καντρίλιας, ἀφοῦ εἶδεν ὁ ἄνθρωπος ὅτι εἰς μάτην ἀπέβησαν πᾶσαι αἱ περὶ τοῦ ἐναντίου ἔντονοι διαμαρτυρίαι του.

— Ἀφοῦ τὸ θέλετε, βρὲ παιδιά, θὰ σηκωθῶ. Μὰ σᾶς λέω πάλι πῶς δὲν σκαμπάζω ἀπὸ τέτοια πράμματα…

— Δὲν πειράζει, δὲν πειράζει, μπάρμπα Κωνσταντῆ, μόνο κόπιασε τώρα νὰ τὸ κουνήσωμε ’λίγο, ἔτσι γιὰ τὸν καλὸ τὸν χρόνο…

Καὶ οὕτω παρὰ τὸ πλευρὸν πλευρῶν — ντεκολτὲ μιᾶς Ἀτθίδος, καὶ ἐν μέσῳ τόσων φρακοφόρων ὁμοφύλων τοῦ μπάρμα Κωνσταντῆ, ὑψοῦτο ἡ τρουλοειδῆς φέσα του, ἡ ἐρυθρότης τῆς ὁποίας ἐνόμιζέ τις κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὅτι προήρχετο ἐξ ἀγνοίας πρὸς ὅ,τι ἐπεχείρησεν ὁ ἀγαθὸς ἐπαρχιώτης μου.

Ἂν καὶ ἀποτέλεσμα τῆς χορευτικῆς δεξιότητος τοῦ γέροντος ὑπῆρξεν ἡ πτῶσις ἑνὸς κηροπηγίου καὶ τῆς ντάμας του—τοῦ μὲν ἐκσφενδονισθέντος ἐκ παραδρομῆς τῆς φουστανέλλας, τῆς δὲ τεθείσης ἐν κατηγορίᾳ παρονομαστοῦ ὑπὸ ἀριθμητὴν τὸν γέροντα, ἐξ ἀνυποκρίτου τρικλοποδιᾶς του — ὡς καὶ ἡ ἀνηλεὴς καταπάτησις τῶν φορεμάτων, τῶν κάλων καὶ ὅλων τῶν διεθνῶν χορευτικῶν δικαίων, ὑπὸ τῶν αὐθαιρέτων ἁλμάτων του, ἐν τούτοις ἡ θυμηδία ὑπῆρξεν ἀρκετὴ καὶ ὁ μπάρμπα Κωνσταντῆς ἐξεπλήρωσεν ὅπως καὶ ὅσον ἠδύνατο τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ὑποχρέωσιν, ἱπποτικώτατα μάλιστα, ἐὰν κυριολεκτικῶς ἐκλάβωμεν τὴν λέξιν καὶ εἰς τὴν ἔννοιαν αὐτῆς προστεθῇ ἡ ἰδέα τοῦ ἀτιθάσσου ἵππου.

Μολονότι συμπατριώτης καὶ ἐγὼ τοῦ μπάρμπα Κωσταντῆ — ἢ ἂν θέλῃς νὰ ὁμιλήσω εὐρύτερον τώρα μὲ τὴν ἐπέκτασιν τῶν περιφερειῶν, — ῥωμῃὸς γνήσιος ἐκ τοῦ προτύπου βασιλείου τῆς ψωροκώσταινας, διστάζω νὰ δεχθῶ τὴν πρόσκλησιν σου καὶ καθέξω μίαν θέσιν ἔν τινι γωνίᾳ τοῦ ἐκλεκτοῦ σαλονιοῦ τοῦ Ἡμερολογίου σου· διότι ἀδυνατῶ νὰ ἐννοήσω τί σχέσιν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ὁ ξηρὸς ἐμπορικὸς κάλαμός μου, μεταξὺ τόσων εὐστρόφων καὶ χαριτωμένων ἄλλων, τῶν ὁποίων—ὁμολογῶ τὴν ἁμαρτίαν μου—οὐδέποτε ἐζήλωσα τὴν μελισταγῆ εὐτραπελίαν των, φιλοδοξήσας πάντοτε διὰ πάντα δημοσισγραφοῦντα κάλαμον τὸ βάρος ἑνὸς κοπάνου διὰ τὰς κεφαλὰς καὶ τὰ πλευρὰ τῶν πολιτικῶν μας, μηδόλως συμφωνῶν μετὰ τῶν δημοσιογράφων καὶ ποιητῶν μας, τῶν μὲν χρωμένων τῷ καλάμῳ των εἰς ψάρευμα θέσεων, τῶν δὲ εἰς καρδιῶν καὶ προικῶν· ἂν καὶ ἡ ποίησίς μας πρὸ πολλοῦ ἀντικατέστησε τὸ κύριον γνώρισμα τῆς ἐγκεφαλονωτιαίας πυήσεως ἑκάστου, ὅπως καὶ τὸ ἐκ τῆς «ἀσυστόλου καταπατήσεως τῶν ἀπαράγραπτων ἐθνικῶν δικαίων» πατριωτικὸν φούσκωμα τῶν πρώτων, ἐμφαίνει τὸ σούφρωμα τοῦ ἐντερολογικοῦ των συστήματος.

Καὶ τί νά σου γράψω… Τὸ κρανίον μου, ἀφ’ ἧς προσῆλθον καὶ ἐγὼ ὑπὸ τὸ κυανόλευκον φλάμπουρο ἶνα μετὰ τῶν ἀνδρῶν Ἀρκάδων διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ Καραβέλωφ, ἔπαυσε νὰ καταιβάζῃ ἰδέας καὶ μόνον φθεῖρας γεννᾷ! Εἷνε τὸ μόνον κέρδος, ἐκτὸς τοῦ ἐκ λαχάνων μαρτυρικοῦ στεφάνου, ὅπερ ἀπεκόμισαν ἐκ τοῦ στρατοῦ οἱ ἥρωες τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 86, καὶ εἰς τὴν λυσαφαλικὴν μνήμην ταύτην νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποδοθῇ ἡ προσφυῶς εἰς «πλατεῖαν ψειρῆ» μετονομασθεῖσα ἐν Ἀθήναις Πλατεῖα τῶν Ἡρώων.

Ἐν τούτοις μνημεῖα ἀθάνατα τῆς ἀναιμικῆς ἐκείνης ἐπιστρατείας τὰ ὁποῖα ἀπεκόμισα, ἐκτὸς τῶν ῥευματισμῶν, τῶν κάλων καὶ τοῦ παρεπιδήμου ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου πληθυσμοῦ, εἰσὶ καὶ τὰ κατωτέρω ἀνέκδοτα.

Ἐν τῇ σκοποβολῇ:

Ὁ ἀξιωματικὸς διατάσσει «Πῦρ»! ἐνῷ ὁ στρατιώτης μένει ψυχρὸς καὶ ἀπεχθέστατος.

— Γιατί, βρὲ χτῆνε, δὲν ἐκπυρσοκροτεῖς;!

— Μένα, κυρ-λοχαγέ, δὲν ἔχει μιὰ ’βδομάδα ποῦ ’πέθαν’ ἡ μάνα μου, καὶ δὲν κάνει νὰ ντουφεκορίχνω…

Ἐν τῇ ἀναφορᾷ:

Αξ.— Γιατί ἔφαγες ῥὲ τὴν κουραμάνα τ’ ἀλλουνοῦ; ἀπολογήσου ντέ: Σούτ!

Στρ.— …

Αξ.— Σούτ! σούτ! ἀπολογήσου μωρέ…

Στρ.— Κυρ-λοχαγέ....

Αξ.— Ὀκταήμερον κράτησιν, μασκαρᾶ, γιὰ νὰ μάθῃς ν’ αὐθαδιάζῃς!

Ἐν τῷ γυμνασίῳ:

Δεκανευσ ῥουμελιώτης.—Μὲ τὸ πρόσταγμα «μετα-ουλή» θὰ κάνετ’ οὕλοι μέτουπο τὰ πισινά σας!

Ἐν τῇ θεωρίᾳ:

Λοχαγοσ.—… Ὅταν στὸν πόλεμο τυχαίνει νὰ πάθῃ κανένας, νὰ σκοτωθῇ, σηκώνεται, τρέχει καὶ φωνάζει (!!) γιὰ νὰ δώσῃ θάρρος στοὺς ἄλλους!…

 Ἐν Πειραιεῖ, Αὔγουστος, 1886.

Τοροσ