Η φλογέρα του Βασιλιά: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
→‎ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ: διορθώσεις (συνέχεια)
(→‎ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ: διορθώσεις (συνέχεια))
Κατά τον τοίχο στριμωμένο, σάμπως καρφωμένο,
στο πλάϊ μνημάτου ξέσκεπου, διαγουμισμένου, κάτι [80]
που ξέγινε κι από άνθρωπος, τραβώντας για να γίνειγίνη
σκέλεθρο, και μαυρόδειχνε στα κόκκαλά του απάνου
σκουλικιασμένο το πετσί, κορμιού στερνή κατάντια.
Ακέριος. Μαύρος και γυμνός και ασύγκριτος και μέγας.
Τίποτε δεν τ' απόμενεταπόμενε, και μοναχά βαστούσε
στην τρύπα που είταν άλλοτε το στόμα, μια φλογέρα.
Κ' έλεες, ολόρθος έστεκε, πρόθυμος για ν' ανοίξεινανοίξη
στο πιο παράξενο όραμα την πύλη του άλλου κόσμου,
και να το κάμεικάμη, φέρνοντάς το εδώ, βραχνά της πλάσης
και της φλογέρας λαλητής να γίνειγίνη, για να σύρουν [90]
αγνάντια του και γύρω του σπαθάρηδες, στρατιώτες,
ασηκρήτεςασικρίτες, δομέστικοι, πρωτοστρατόριοι, αρχόντοι,
του Λογοθέτη<ref>''λογοθέτης'': ανώτερος αξιωματούχος της Αυλήςβυζαντινής αυλής, διαχειριστής των οικονομικών του αυτοκράτορα.</ref> οι σύντροφοι, του βασιλιά οι νομάτοι
γοργά τα πόδια σε χορό συρμένο από δαιμόνους.
 
Και το ξεφάντωμα άλλαξε, γίνηκε αγκούσα·<ref> ''αγκούσα'': βενετ. δύσπνοια, αγκομαχητό, λαχάνιασμα.</ref> τρόμος
θρησκευτικός το ξέγνοιαστο πετρώνει πανηγύρι,
κι όλοι, στο φάντασμα μπροστά, κοπάδι που το δένει
μεσ' απ' των ίσκιων το λαό του αξήγητου η καδένα.
Τουρμάρχες,<ref>τριμπουνάλια''Τουρμάρχες'': δικαστήριαίλαρχοι.</ref> βάραγγοι, αρχηγοί, δουκάδες, κεφαλάδες,<ref>Κεφαλάς''κεφαλάδες'': βυζαντινοί αξιωματούχοι και, επί φραγκοκρατίας, ΈλληναςΈλληνες τοπικοί ευπατρίδηςάρχοντες που διατηρούσεδιατηρούσαν τα παλαιά τουτους προνόμια.</ref>
στρατιώτες και σπαθάρηδες κι΄ ο λογοθέτηςΛογοθέτης ο ίδιος. [100]
Και στου μνημάτου, ξέσκεπου κι ολάδειανου, την πλάκα
τα σκαλισμένα γράμματα μισόσβηστα και λένε:
<<«Αλλού χτισμένοι οι τάφοι σας, της Πόλης βασιλιάδες,
πελκητοίπελεκητοί πιο φροντισμένα κι από τα παλάτια,
με τα λογής τα μάρμαρα τα μυριοπλουσμένα,
φερτά από τη ΠροκοπόνησοΠροκόνησο κι από τη Βιθυνία,
τα χάλαρα της Κάρυστος, τα παριανά λιθάρια.
ΚιΚ' εγώ ο Πορφυρογέννητος, τρανότερος απ΄όλουςαπ' όλους,
κικ' εφώεγώ στον Κάμπο διάλεξα το μοναστήρι τούτο,
μοναχικό και φτωχικό κι αγύρευτο, και να με ! [110]
ΚιΚ' εδώ είμαι κι αναπαύομαι, κικ' εδώ είμαι και κοιμάμαι.
Από την ώρα που ο Θεός με κάλεσε στο θρόνο,
δεν είδα την ανάπαψη, δε με γνώρισες ύπνε.
ασάλευτο και απόλεμο δεν ξάνοιξεν εσένα.
Εμένα γιος μου ο πόλεμος, κόρη μου εμένα η νίκη.
ΡωτείστεΡωτήστε και τον Ισμαήλ, τον Αβασγό, τον Πέρση,
να σας το πει ο Σαρακηνός, κι απ΄όλους΄πρώτα ο Σκύθης.>>»
 
ΚιΚ' ένα σάλεμα σάλεψε στα ολόβαθα του νούς τους [120]
και στην καρδιά τους μια φωνή· κικ' έτσ΄έτσ' η φωνή μιλούσε:.
<<Στρατιώτες και σπαθάρηδες τουρμάρχες και σεργέντες,
του λογοθέτη οι σύντροφοι, του βασιλιά οι νομάτοι,
331

επεξεργασίες

Μενού πλοήγησης