Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1891/Η μπερλίνα

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐθνικὸν Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1891
Συγγραφέας: Δ. Φ.
Ἡ μπερλίνα


Η ΜΠΕΡΛΙΝΑ
(ἀνάμνησις μιᾶς ἑσπερίδος)

Α′.

ΕΣΠΕΡΑΝ τινὰ τῶν ἀπόκρεω, πρὸ πενταετίας περίπου, ἤμην προσκεκλημένος παρὰ φιλικῇ οἰκογενείᾳ, ἥτις ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς τρελλῆς αὐτῆς ἐποχῆς εἶχε διοργανώσει ἑσπερινὴν συναναστροφὴν. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ χοροῦ μεγάλου, ἐκ τῶν πομπωδῶν ἐκείνων ἐν οἷς διάφορα ἀνόμοια πρὸς ἄλληλα στοιχεῖα προσκαλοῦνται ὑπὸ τοῦ οἰκοδεσπότου ἵνα διασκεδάσωσι καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς ἐθιμοταξίας, μὲ ἐπιτετηδευμένους τρόπους καὶ μὲ δεδικαιολογημένην τινὰ ἐπιφύλαξιν πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεκτροπῆς, ἀλλὰ περὶ ἑσπερίδος στενοῦ συγγενικοῦ καί φιλικοῦ κύκλου, ἄνευ πολλῶν ἀξιώσεων, μεταξὺ γνωστῶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον προσώπων τῆς αὐτῆς τάξεως, συνερχομένων πάντων ἵνα διασκεδάσωσι πραγματικῶς, ἄνευ τοῦ φοβεροῦ κλοιοῦ τῆς ἐθιμοτυπίας, μὲ ὕφος ἀπέριττον καὶ μὲ ἀντοιχτοκαρδιὰ ἀπαραίτητον πρὸς πλήρη ἐπιτυχίαν τῶν τοιούτου εἴδους διασκεδάσεων. Ὅταν ἀφίχθην εὗρον τὴν μεγάλην αἴθουσαν τῆς οἰκίας σχεδὸν πλήρη, διότι τὸ πλεῖστον μέρος τῶν προσκεκλημένων εἶχον ἀφιχθῆ.

Ἐκ πρώτης ὄψεως ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν ὅτι εὑρισκόμην ἐν μέσῳ καλλίστης συναθροίσεως, παρ’ ᾗ θὰ ἠδυνάμην νὰ διέλθω λίαν εὐχαρίστως τὴν ἑσπέραν μου. Πολλὰ πρόσωπα εὐϋπόληπτα, ἀξιοπρεπῆ καὶ εὐχαρίστου συναναστροφῆς ἦσαν ἐκεῖ, ὡς καὶ πλεῖσται ὅσαι εὐειδεῖς δεσποινίδες καὶ κυρίαι. Πάντες δὲ ἐφαίνοντο διακαιόμενοι ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ μὲ ἐμὲ πόθου νὰ διέλθωσιν ἐν ἄκρᾳ εὐθυμία τὴν ἑσπέραν. Εἰς τὰς κυρίας ὁ πόθος οὗτος ἐξεδηλοῦτο ζωηρὸς εἰς τὰ πρόσωπά των τὰ πάντοτε μειδιῶντα, τὰς ζωηρὰς κινήσεις καὶ τήν φιλοπαίγμονα συμπεριφοράν. Εἶχον δίκαιον ἀληθῶς. Τόσον καιρὸν ἐπερίμεναν τὴν ἐποχὴν ταύτην τῶν ἀπόκρεω, ἥτις ἔμελλε νὰ διακόψῃ κατά τι τὴν μονοτονίαν τοῦ ἐπαρχιακοῦ βίου των. Ἦλθον ἐκεῖ διὰ νὰ διασκεδάσωσι καὶ ἔπρεπεν ἀφεύκτως νὰ διασκεδάσωσι. Τίς ἠδύνατο νὰ φέρῃ πρόσκομμα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς δικαίας ταύτης ἐπιθυμίας των;

Ὀρχήστραν δὲν εἶχε βεβαίως ἡ συναναστροφή, ἀλλ’ ἓν μόνον βιολίον συνοδευόμενον ὑπὸ κιθάρας, ἅτινα μετὰ κόπου ἀνέκρουον δύο ἐκ τῶν αὐτοδιδάκτων ἐκείνων μουσικῶν τῶν ἐπαρχιακῶν πόλεων, οἵτινες μετέρχονται παρέργως καὶ τὸ ἔργον τοῦ μουσικοῦ κατὰ τὰς νύκτας τοῦ χειμῶνος. Ὑπὸ τοὺς ἤχους τῆς πόλκας ἐχόρευον ἤδη τέσσαρα πέντε ζεύγη, ἐνῷ οἱ λοιποὶ παρεκάθηντο, ἄλλοι μὲν θεώμενοι τοὺς χορευτάς, ἄλλοι δὲ συνομιλοῦντες. Ἀφοῦ ἐπί τινα χρόνον ἀκόμη ἐξακολούθησεν ὁ χορός, τὸ πλεῖστον μέρος τῶν κεκλημένων ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ παιχθῇ κανὲν παιγνίδιον διὰ νὰ περάσῃ ἡ ὥρα.

— Θέλετε νὰ παίξωμε τὸ δακτυλιδάκι, εἶπε μία πεταχτὴ καὶ χαρίεσσα νεᾶνις, συστρέφουσα εἰς τὰς χεῖρας μανδήλιον, ὅπως χρησιμοποιήσῃ τοῦτο ἀντὶ βουνεύρου κατὰ τῶν ἀτυχούντων παικτῶν.

— Ὄχι, καλλίτερα τὴν κολοκυθιά, ἐφώνησεν ἄλλη.

— Τὴν τυφλομυῖγα…

… Τὸ πιπέρι τῶν καλογήρων…

— Καλέ, δὲν βαρύνεσθε μὲ αὐτὰ τὰ παιγνίδια, εἶπε προγάστωρ μεσῆλιξ ἔμπορος μὲ βαρεῖαν φωνήν, ἀντηχήσασαν ἐν τῇ αἰθούσῃ, περιστρέφων τὰ βλέμματα του ἐπὶ τῶν ὁμίλων με προστατευτικὸν ὕφος. Ἂν θέλετε, κυρίαι καὶ κύριοι νὰ γελάσωμε, ἂς παίξωμε τὴ μπερλίνα. Κάθημαι ἐγὼ πρῶτος.

Τήν πρότασιν ὑπεδέχθησαν ἱκαναὶ τῶν κυριῶν μετὰ μορφασμῶν ἀπαρεσκείας. Ἀλλὰ τὸ πλεῖστον μέρος τῶν κεκλημένων συνεμερίσθη τὴν ἰδέαν τοῦ προγάστορος ἐμπόρου μετ’ ἀνευφημιῶν, καὶ οὕτως ἀπεφασίσθη νὰ ἀρχίσῃ τὸ παιγνίδιον

Ὅθεν ἔλαβε θέσιν ἐν τῷ μέσῳ τῆς αἰθούσης ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἰδέας κ. Βαρελόπουλος, ἐκ τῶν εὐπόρων ἐμπόρων τῆς πόλεως καὶ ἐκάθησεν ἐπὶ καθέδρας ἀναμένων τὰς περὶ αὐτοῦ κρίσεις τῶν ἄλλων. Ἕτερος κύριος ἀνέλαβε τὸ ἔργον τοῦ συλλέκτου, καὶ περιῆλθε τὸν ἐν τῇ αἰθούσῃ ὅμιλον, ἀκούων μυστικῶς τὰς παρατηρήσεις ἑκάστου, καὶ μετὰ προσοχῆς, ἵνα ἀπομνημονεύσῃ αὐτάς, ὡς καὶ τὸ πρόσωπον, ὅπερ ἐξέφερεν ἑκάστην τῶν παρατηρήσεων.

Μετὰ τοῦτο προσῆλθε πρὸς τὸν ἀναμένοντα κ. Βαρελόπουλον, ὅστις ἔμελλε νὰ δοκιμάσῃ πρῶτος τας εὐχαρίστους ἐντυπώσεις τῆς μπερλίνας.

— Καλησπέρα σας, φίλτατε κ. Βαρελόπουλε.

— Καλησπέρα σας.

— Ἐξῆλθον πρὸ ὀλίγου εἰς περίπατον καὶ ἤκουσα πολλά, καὶ καλὰ καὶ κακὰ διὰ σᾶς. Θέλετε νὰ τὰ ’πῶ;

— Μάλιστα, μάλιστα, νὰ τὰ ’πῇς.

— Μοῦ εἶπαν ὅτι θὰ ἤσουν πολὺ ὡραῖος ἄνθρωπος, ἂν δὲν εἶχες αὐτὴν τὴν χονδροκοιλιά. — Δὲν εἶναι κακό, ἔτσι μὲ ἔκαμεν ἡ φύσις. — Ἕνας κύριος μοῦ εἶπεν, ὅτι φαίνεσαι γιὰ καλὸς ἄνθρωπος, ἀλλ’ ὅταν γελᾷς καὶ ἀνοίγῃς τὸ στόμα, φαίνεσαι σὰν διάβολος. — Δὲν πειράζει, τὸν εὐχαριστῶ τὸν κύριον. — Ἕνας ἄλλος μοῖ εἶπεν ὅτι οἱ παράδες δὲν μποροῦν νὰ σκεπάσουν τὴ χωριατιά σου. — Τὸν εὐχαριστῶ καὶ αὐτόν, εἶπε συνοφρυωθεὶς ὀλίγον. — Μία κυρία, μοῦ εἶπεν, ὅτι εἶσαι πολὺ εὐχάριστος σύντροφος, εἰς τὴν συναναστροφήν. — Μία ἄλλη ὅτι ἤθελε νὰ σὲ εἶχε πατέρα της. — Θὰ μὲ πέρασε, φαίνεται, γιὰ ἡλικιωμένον, ἀλλ’ ἂς ἦναι, τίποτε ἄλλο. — Μία κυρία μοῦ εἶπε ὅτι τὰ πόδια σου εἶναι τερατώδη καὶ βρωμοῦν τόσον ποῦ τῆς ἔρχεται ἐμετὸς ἀπόψε.

— Νὰ ἔλθῃ αὐτὴ ἡ κυρία νὰ καθήσῃ στὴ μπερλίνα· ποία εἶναι; ἐγρύλλισεν ὁ κ. Βερελόπουλος.

— Ἡ κυρία Κακοχέρη.

Καθ’ ὅλον τοῦτον τὸν διαμειφθέντα διάλογον παταγώδεις ἀντήχουν οἱ γέλωτες ἐν τῇ αἰθούσῃ, καὶ τὸ παιγνίδιον ἐφαίνετο ἀρκετὰ διασκεδαστικὸν παιζόμενον ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ ἄλλου. Ὅταν ὅμως ἠκούσθη ἡ τελευταία σκαιὰ ἔκφρασις, ἐγνώσθη ἡ ἐξενεγκοῦσα αὐτὴν καὶ ἐζητήθη νὰ παρακαθήσῃ εἰς τὴν μπερλίναν, ἐκ τοῦ μέρους, ἐν ᾧ ἐκάθηντο αἱ κυρίαι, ἀντήχησαν ἀμέσως ἀναφωνήσεις ἀηδίας μεμιγμέναι μετὰ διακεκομμένων γελώτων, πάντων δὲ τὰ βλέμματα ἐστράφησαν πρὸς τὴν κυρίαν Κακοχέρη, ἥτις ἵστατο εἰς τὸ ἄκρον τῆς αἰθούσης καταπόρφυρος καὶ συνεσταλμένη. Εἶχε κάτω τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἐπὶ τοῦ προσώπου της ἐφαίνετο ἐζωγραφισμένη ἡ μετάνοια διὰ τὴν βάναυσον ἀστειότητα της, ἥτις προφανῶς ἐλύπησεν ἕνα ἀγαθὸν ἄνθρωπον, τὸν κύριον Βαρελόπουλον, ὃν πάντες ἠγάπων διὰ τὸ εὐτράπελον τοῦ χαρακτῆρος, τὸ ἀνοιχτόκαρδον καὶ τὴν ἁπλότητα τῶν τρόπων του.

Ὁ σύζυγός της κ. Ἀναξαγόρας Κακοχέρης, προφανῶς δυσηρεστημένος προσέβλεψεν αὐτὴν βλοσυρῶς, καί:

— Ὁρίστε, κυρία, καθήσατε στὴ μπερλίνα, εἶπε.

Ἑκοῦσα ἄκουσα ἠγέρθη ἡ κυρία καὶ ἐκάθησεν ἐπὶ τῆς καθέδρας, ἥτις ἐφαίνετο εἰς αὐτήν, ὡς ἡ σανὶς τοῦ δημίου εἰς τὸν κατάδικον.

Προσεκλήθη κατὰ τὴν σειρὰν τοῦ παιγνιδίου ὁ κ. Βαρελόπουλος ὅπως συλλέξῃ τὰς διαφόρους γνώμας, ἀλλ’ ἠρνήθη παρακαλέσας ἄλλον νὰ τὸν ἀναπληρώσῃ. Μετὰ τοῦτο ἀπεμακρύνθη τῶν ὁμίλων καὶ ἐξηπλώθη ἐπί τινος καναπὲ ἐν τῇ παρακειμένῃ αἰθούσῃ, ὅπου ἔμεινεν ἱκανὸν σύννους, παρατηρῶν ἑκάστοτε ὑπόδρα τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους ὑπερμεγέθεις πόδας του, οἵτινες τοσοῦτον σκαιῶς ἀπεδοκιμάσθησαν, χαρακτηρισθέντες ὡς ἑστία ἀηδίας καὶ μιάσματος δι’ ὅλην τὴν συναναστροφήν. Ὀλίγον παρέκει ἡ σύζυγος τοῦ κ. Βαρελοπούλου, γυνὴ μικρόσωμος, μὲ λαμπυρίζοντας, ὡς σαύρας, ὀφθαλμούς, ἐφαίνετο διατελοῦσα ἐν νευρικῇ ταραχῇ ἐκ τοῦ ἐπεισοδίου, καὶ ἤσθμαινεν, ἤσθμαινε παταγωδῶς, ἐξακοντίζουσα μανιώδη βλέμματα κατὰ τῆς ἀτυχοῦς κυρίας Κακοχέρη. — Ἀκοῦς ἐκεῖ νὰ τολμήσῃ νὰ ὑβρίσῃ ἔτσι ἀδιάντροπα τὸν ἄνδρα της, τὸν καλὸν ἄνθρωπον. Μία παληογυναῖκα ἐκεῖ, ποῦ τὴν ξέρομε δὰ τί πρᾶγμα εἶναι. Ἆ! τὴ γλωσσοῦ, τὴ φαρμακομύτα, τί τῆς ἔφταιξε ὁ φτωχὸς ὁ Βαρελόπουλος. — Καὶ ἡ σειρὰ τῶν σκέψεών της ἀπετυποῦτο ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς ψυχικῆς ταραχῆς της.

Ἐν τοσούτῳ αἱ πληροφορίαι συνελέγησαν καὶ ὁ συλλέξας αὐτὰς ἔστη πρὸ τῆς κυρίας Κακοχέρη, εὐειδοῦς γυναικός, μὲ ὡραίους μέλανας ὀφθαλμούς, ἐκφράζοντας ἀποφασιστικότητα καὶ πάθη βίαια.

Μετὰ τὰς προκαταρκτικὰς φιλοφρονήσεις ἤρξατο ἡ ἀφήγησις τῶν ὅσων ἐλέχθησαν δι’ αὐτήν.

Εὐτυχῶς διὰ τὴν κυρίαν Κακοχέρη, αἱ πλεῖσται τῶν πληροφοριῶν ὅσας κατ’ ἀρχὰς ἐλέχθησαν ἦσαν κολακευτικαὶ δι’ αὐτήν, καὶ πολὺ συνέτεινον ἵνα διασκεδάσωσι τὴν ταραχήν της. Μάλιστα καὶ ἐμειδίασε πολλάκις ἀκούουσα ἐπαινουμένην παρά τινων κυρίων, τὴν ἐβενώδη κόμην της, τὴν λευκότητα καὶ ἁβρότητα τῶν χειρῶν, τὴν κομψότητα καὶ χάριν, τοὺς ὡραίους της ὀφθαλμούς, ἅτινα πάντα λεγόμενα μεγαλοφώνως ἐν τῇ αἰθούσῃ διέθρυπτον λίαν τὴν γυναικείαν φιλαυτίαν της καὶ ἐπλήρουν τὴν καρδίαν της ἀγαλλιάσεως. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ συλλογεὺς ἀφῆκε τὰ φαρμακερώτερα εἰς τὸ τέλος. Οὕτως εἶπεν, ὅτι μία κυρία νομίζει ὅτι ἡ κ. Κακοχέρη ἐνδύεται σἂν Κινέζα, ἄλλη ὅτι τῆς ἀρέσει τὸ κρασὶ καὶ τὸ ρακί, καὶ ἄλλη ὅτι πεθαίνει γιὰ λοῦσα, καὶ τὰ τούτοις ὅμοια. Ὅλα ταῦτα εἶχον προξενήσει ἀνέκφραστον ταραχὴν εἰς τὴν παράφορον κ. Κακοχέρη. Ἤκουε μετὰ λύσσης τὰ λεγόμενα, καὶ οἱ ρώθωνες αὐτῆς καὶ τὸ στῆθος διεστέλλοντο ἐκ πείσματος καὶ μανίας. Ἐπὶ τέλους ἡ ἀγανάκτησις αὐτῆς ἔφθασεν εἰς τὸ κατακόρυφον, ὅτε ὁ κακεντρεχὴς συλλογεύς, ἀντὶ νὰ παρασιωπήσῃ ὡς ὤφειλεν, ἐξέφερε μεγαλοφώνως τὴν τελευταίαν πληροφορίαν, ὅτι μία κυρία εἶπεν «ὅτι εἶναι μία κατσιβέλα μὲ ψεύτικα δόντια, μὲ ψεύτικα μαλλιὰ καὶ μὲ φτιασίδι μιὰ ὀκᾶ ἐπάνω της.»

— Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ κυρία, ἐβρυχήθη ἐγερθεῖσα ἀλλόφρων, μὲ τοὺς ὀδόντας συνεσφιγμένους καὶ τὰς πυγμὰς σπασμωδικῶς ὑποτρεμούσας.

— Ἡ κυρία Βαρελοπούλου, ἀπήντησεν ὁ ἀπαράμιλλος συλλογεύς. Δὲν εἶχεν ἐκστομίσει ὁλόκληρον τὸ ὄνομα, ὅτε ἡ ὑβρισθεῖσα, ὡς τίγρις μανιώδης ἀνεπήδησε μεθ’ ὁρμῆς, καὶ δι’ ἑνὸς πηδήματος εὑρέθη πλησίον τῆς κυρίας Βαρελοπούλου. Πρὶν δὲ προφθάσῃ κανεὶς τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ νὰ παρέμβῃ, ἐρρίφθη ἐπ’ αὐτῆς ὡς μαινάς, καὶ ὠρυομένη βλασφημίας καὶ χυδαῖα ἐπιφωνήματα, ἔδακνεν αὐτὴν μετὰ μανίας, τῆς ἔσχιζε τὸ πρόσωπον μὲ τοὺς ὄνυχας καί προσεπάθει νὰ ἐξορύξῃ τοὺς ὀφθαλμούς της. Ἔβλεπέ τις ἐκεῖ ἐκδηλούμενα θηριώδη ἔνστικτα, ἀνώτερα πάσης περιγραφῆς.

Πάντες προσέδραμον ὅπως σώσωσι τὴν ἀτυχῆ κυρίαν Βαρελοπούλου, ἥτις καταληφθεῖσα ἀπροόπτως μάτην προσεπάθει νὰ διαφύγῃ τὰς φοβερὰς ἐπιθέσεις τῆς ἐριννύος ἐκείνης. Τὰ δύο σώματά των ἀπετέλουν ἤδη μίαν μάζαν ἀδιάσπαστον, παλαίουσαν, στροβιλιζομένην, ἣν δὲν ἦτο εὔκολον νὰ διαχωρίσῃ τις. Ἀπερίγραπτος ἐντεῦθεν θόρυβος καὶ σύγχυσις ἐπεκράτησε καθ’ ὅλην τὴν μεγάλην αἴθουσαν. Καὶ ἐν μέσῳ τῆς περὶ τὰς διαμαχομένας συσσωρεύσεως, τῶν φωνῶν τοῦ πλήθους καὶ τῶν τρομωδῶν ἀναφωνήσεων τῶν γυναικῶν, ἠκούοντο αἱ σπαρακτικαὶ κραυγαὶ τῆς κ. Βαρελοπούλου ἐπικαλουμένης βοήθειαν καὶ οἱ οἱ λυσσώδεις βρυχηθμοὶ τῆς προσβληθείσης ἐν τῇ φιλαυτία της κ. Κακοχὲρη. Μεταξὺ τῶν προσπαθούντων νὰ τὰς διαχωρήσωσι, διεκρίνοντο πρῶτοι οἱ ἀτυχεῖς σύζυγοι κ. κ. Βαρελόπουλος καὶ Κακοχέρης, εἰς ἄκρον τεταραγμένοι ἐκ τῆς παρατάσεως τῆς πάλης.

Ἐπὶ τέλους κατωρθώθη ν’ ἀποσπάτωσι τὴν κ. Βαρελοπούλου, ἐκ τῶν ὀνύχων τῆς ἀντιπάλου της, ἠλπίζομεν δὲ πάντες ὅτι τὸ ἐπεισόδιον εἶχε λήξει, ὅτε ἡ κ. Κακοχέρη, ἐκτιναχθεῖσα μεθ’ ὑπερανθρώπου δυνάμεως ἐκ τῶν χειρῶν τῶν κρατούντων αὐτήν, ἐξέτεινε βιαίως τὴν χεῖρα πρὸς τὴν κ. Βαρελοπούλου, καὶ ἐβύθισε τὸν δάκτυλόν της ἐντὸς τῆς κόγχης τοῦ ὀφθαλμοῦ της.

Φοβερὰ κραυγὴ ἄλγους ἠκούσθη καὶ ἡ κ. Βαρελοπούλου κατέπεσεν ἀναίσθητος. Φρικιῶντες ἅπαντες, μὲ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς ἠνωρθωμένας, ἐμείναμεν ἐνεοὶ πρὸ τοῦ φοβεροῦ συμβάντος. Ἔσπευσαν τινὲς ν’ ἀπαγάγωσιν ἐκεῖθεν τὴν κακοποιὸν καὶ νὰ ἐγκλείσωσιν εἴς τι τῶν δωματίων τοῦ οἴκου, εἰς τὴν παθοῦσαν δὲ παρεσχέθησαν ὰμέσως αἱ πρῶται βοήθειαι ὅπως συνέλθῃ. Ἐπὶ τέλους μετὰ ἀγωνίαν ἱκανῆς ὥρας συνῆλθεν ἡ δυστυχής, καταμωλωπισμένον ἔχουσα τὸ σῶμα καὶ αἰσθανομένη ἀφορήτους πόνους εἰς τὸν ὀφθαλμόν της. Εἷς τῶν προσκεκλημένων, νεαρὸς Ἀσκληπιάδης, διέταξε φάρμακα, ἅτινα ἐκομίσθησαν αὐθωρεὶ ἐκ τοῦ πλησίον φαρμακείου, ἐκ τούτων δὲ ἀνεκουφίσθη κατά τι ἡ πάσχουσα, ἣν ἔσπευσαν νὰ μεταφέρωσιν ἐφ’ ἁμάξης εἰς τὴν οἰκίαν της, ὅπως καὶ τὴν ἐπίφοβον κ. Κακοχέρη, ἧς ἡ λύπη μετεβλήθη ἤδη εἰς γόους καὶ θρήνους, οἵτινες ἀληθῶς οὐδένα συνεκίνησαν.

Ἐννοεῖται ὅτι κατόπιν τούτων ἡ συναναστροφὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ποῦ πλέον ὄρεξις διὰ διασκέδασιν. Διὸ μετὰ μικρὰν συζήτησιν ἐπὶ τῶν λαβόντων χώραν, ἕκαστος τῶν κεκλημένων σιωπηλῶς ἀπεχαιρέτα τὸν φιλόφρονα οἰκοδεσπότην καὶ τὴν οἰκοδέσποιναν, καὶ ἀπήρχετο ὅπως ἐν τῇ ἡσυχίᾳ τοῦ οἴκου του συνέλθῃ ἐκ τῆς μεγάλης ταραχῆς του.

Τί κρῖμα διὰ τὴν ὑπὸ τόσον φαιδροὺς οἰωνοὺς ἀρξαμένην συναναστροφήν μας! Ἀντὶ ἀναψυχῆς καὶ θυμηδίας ἀπεκομίσαμεν ἅπαντες φρικίασιν καὶ νευρικὴν ταραχήν. Ποῖος ἐπερίμενεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα τὸ χαριτωμένον παιγνίδιον τῆς μπερλίνας;

Β′.

Τὴν ἐπιοῦσιν τὸ συμβὰν εἶχε διαδοθῆ εἰς ἅπασαν τὴν πόλιν, καὶ ἐμεγαλοποιεῖτο καὶ ἑσχολιάζετο πολυτρόπως. Πολὺ ὀλίγοι ἐθεώρουν κἄπως δεδικαιολογημένην τὴν διαγωγὴν τῆς κ. Κακοχέρη, προσβληθείσης εἰς τὰ καίρια ὑπὸ τὸν τύπον ἀστειότητος, οἱ πλεῖστοι ὅμως κατεδίκαζον αὐστηρότατα τὴν παραφοράν της, καὶ ηὔχοντο ὅπως δώσῃ λόγον περὶ τούτων ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Τὸ μᾶλλον εὐχάριστον διὰ τοὺς παρευθέντας εἰς τὴν σκηνήν, ἦτο ὅτι τὸ περιστατικὸν δὲν ἐφαίνετο ὅτι ἔμελλε νὰ ἔχῃ δυσαρέστους συνεπείας. Ἡ κ. Βαρελοπούλου ἦτο ἤδη πολὺ καλλίτερα, καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἰατρῶν ὁ παθὼν ὀφθαλμός της ἐντὸς ὀλίγου ἤθελε θεραπευθῆ.

— Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔκαμε, κύριε, μοὶ ἔλεγε μετά τινας ἡμέρας ὁ κ. Κακοχέρης, αὐτὸ τὸ κατηραμένον παιγνίδιον, ἡ μπερλίνα. Τί τερατώδης ἰδέα αὐτὴ τοῦ κ. Βαρελοπούλου νὰ δώσῃ ἐλευθέραν διέξοδον εἰς τὴν κακεντρέχειαν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Δὲν δικαιολογῶ τὴν γυναῖκά μου, ἡ ὁποία ἔσφαλε πολύ, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἦτον ἡ δυστυχής φουσκωμένη ἀπὸ τὰς ὕβρεις ποῦ τῆς ἐπεσώρευσαν. Πιστεύσατέ με, κύριε, ὅτι μετενόησε καὶ κλαίει ἤδη ἀπαρηγόρητα διὰ τὴν παραφοράν της.

Γ′.

Κατόπιν τούτων ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ μπερλίνα εἶναι μὲν διασκεδαστικὸν παιγνίδιον, ἀλλὰ πολὺ ἐπικίνδυνον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἔχει πάντοτε τοιαῦτα λυπηρὰ ἀποτελέσματα, ὡς τὰ τῆς ἑσπερινῆς ἐκείνης συναναστροφῆς, ἀλλὰ συχνάκις προξενεῖ δυσαρεσκείας κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀπροκαλύπτως ἐκφράζονται περὶ τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ πλησίον. Πολλάκις τὰ λεγόμενα ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἀστειότητος, εἴτε ἀληθῆ εἶναι εἴτε ψευδῆ, εἴτε ὑπερβολικά, κοινολογούμενα εἰς ἐπήκοον πάντων, δάκνουσι μέχρις αἵματος, καὶ προξενοῦσι θλίψιν, ἐκεῖ ἴσα ἴσα ὅπου μετέβη κανείς πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ διασκεδάσῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ παιγνίδιον τοῦτο δύναται νὰ παίζηται μόνον ἐν στενοτάτῳ οἰκογενειακῷ κύκλῳ, ὅπου δυσκόλως δύναται νὰ χωρήσῃ παρεξήγησις, καὶ μεταξὺ προσώπων ἀπηλλαγμένων κακεντρεχείας, ἢ τοὐλάχιστον συναισθανομένων ὅτι πολὺ ἄσχημον εἶναι νὰ ἐκδηλώνωσιν αὐτὴν ἐνώπιον ὅλων.

Πάτραι μηνὶ Αὐγούστῳ 1890

Δ. Φ.