Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1891/Γάμος εξ έρωτος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐθνικὸν Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1891
Συγγραφέας:
Γάμος ἐξ ἔρωτος


ΓΑΜΟΣ ΕΞ ΕΡΩΤΟΣ[1]
ΥΠΟ
ΛΑΜΠΡΟΥ ΕΝΥΑΛΗ

ΤΕΛΟΣ πάντων, τὸ ἀπεφάσισα, μητέρα, καὶ πρέπει νὰ γείνῃ. Μὴ φέρῃς, σὲ παρακαλῶ, ἀντιρρήσεις καί μου χαλᾷς τὴν καρδιά.

— Μάαρτυς μου ὁ Θεὸς, παιδί μου, ὅτι δὲν ἔχω καθόλου σκοπὸν νὰ σοῦ χαλῶ τὴν καρδιά. Αὐτὸ οὐδ’ ἔπρεπε μάλιστα νά σού το πῶ, διότι ποία μητέρα, ἀγαπῶσα, καθὼς ἐγώ, τὸ παιδί της, θέλει νά το δυσαρεστῇ καὶ νά το θλίβῃ!

— Τότε λοιπὸν δόσε μου τὴν εὐχή σου…

— Τὴν εὐχή μου πάντα τὴν ἔχεις, ἀλλά, παιδί μου, διὰ τελευταίαν φορὰν σοῦ κάμνω τὴν παρατήρησιν ὅτι πολὺ βιάζεσαι, καὶ κάμνεις ἄσχημα ν’ ἀκούῃς μόνον τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς καρδίας σου, χωρὶς νὰ συμβουλεύεσαι ὀλίγον καὶ τὸν νοῦν. Σοί το λέγω καθαρά, προβλέπω ὄχι πολὺ καλὸν μέλλον.

— Νά, βλέπεις ὅτι πάλιν μὲ λυπεῖς;

— Ἂν ἔχουν τοιοῦτον σκοπὸν λόγοι φρόνιμοι καὶ ὀρθοί, τότε παραδέχομαι ὅτι σὲ λυπῶ.

— Μὰ τί θέλεις νὰ γείνῃ, μητέρα, ἀφοῦ σοῦ λέγω ὅτι τὴν ἀγαπῶ ὡς τρελλός, ὅτι, ἄν δέν την πάρω, θὰ εἶμαι δυστυχὴς καὶ τὸ μέλλον μου θὰ εἶνε ἄθλιον…

— Ἄχ, παιδί! παιδί!…

— Ὅτι μὲ ἀγαπᾷ καὶ ἐκείνη, ὅτι τῇς ἔδωκα τὸν λόγον μου, ὅτι ὅλη ἡ γειτονιὰ εἰξεύρει τας σχέσεις μας, ὅτι θά την ἐκθέσω, ἄν την ἀφήσω ἔτσι, καὶ, τοιαύτην ἀτιμίαν οὔτε σὺ οὔτε ἡ σκιὰ τοῦ πατρός μου θά μοι ἐπιτρέψωσι νὰ διαπράξω.

— Καλὸν ἦτο, παιδί μου, νὰ μὴ προχωρήσουν ἕως ἐκεῖ τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἀφοῦ εὑρισκόμεθα πρὸ τοιούτου διλήμματος, ἂς γείνῃ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ὁ διάλογος οὗτος ἐγίνετο ἑσπέραν τινὰ ἔν τινι ἰσογαίῳ οἰκήματι τῆς Νεαπόλεως μεταξὺ μητρὸς καὶ υἱοῦ, τῆς χήρας Πρασίνου καὶ τοῦ υἱοῦ της Ἀντωνίου.

— Μὴ τυχόν, μητέρα, ὑπέλαβεν ὁ υἱός, δέν σου ἀρέσει ἡ νέα, καὶ μοῦ φέρεις τόσας ἀντιρρήσεις;

— Ἡ νέα, παιδί μου, εἶνε καλὴ καὶ ἄξια ποῖος, λέγει τὸ ἐναντίον, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω συμφέροντα αὐτὸν τὸν γάμον δι’ ἄλλους λόγους.

— Ἄλλους λόγους; ἠρώτησε μετ’ ἀπορίας ὁ Ἀντώνιος.

— Βέβαια, εἶσαι ἀκόμη νέος καὶ δὲν ἔχεις πεῖραν των τοῦ κόσμου. Εἰξεύρεις παιδί μου, τί θὰ εἴπῃ, συντήρησις οἰκογενείας εἰς αὐτὰ τὰ χρόνια; Ποῖα εἶνε τὰ κεφάλαιά σου; Ποῖοι εἶνε οἱ πόροι σου; Ποῦ ἐπὶ τέλους ἡ προίξ, τὴν ὁποίαν θὰ πάρῃς, ὥστε νὰ εἰμπορέσῃς νὰ βαστάξῃς εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ σημερινὸς βίος; Καθόσον τοὐλάχιστον ἐγὼ εἰξεύρω, καὶ ἐκείνη εἶνε κόρη συνταξιούχου, καθὼς καὶ σύ, ἄλλο τίποτε δὲν ἔχει. Ἔχει ὅμως ἀνατραφῇ ὡς κόρη εὐπορωτάτης οἰκογενείας, καὶ μὲ ὅλην τὴν πρὸς σὲ ἀγάπην της, θὰ ἔχῃ ἀπαιτήσεις νὰ ζῇ ὡς τοιαύτη, νὰ ἐνδύεται, νὰ διασκεδάζῃ. Καὶ σὺ ἢ θἀναγκάζεσαι νὰ τῆς ἀρνῆσαι ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ τὴν λυπῇς μὲ λύπην σου, ἢ νὰ τῆς τα προμηθεύῃς μὲ δυσκολίας καὶ βάσανα, καὶ τοῦτο ἕως ἕνα καιρόν…

— Ἀλλά δὲν εἰξεύρεις σύ, μητέρα, ὅτι δὲν θέλει τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά! Ἡμεῖς τὰ εἴπαμεν. Θὰ ζῶμεν οἰκονομικὰ καὶ ἀγαπημένοι, χωρὶς νὰ φροντίζωμεν τί κάμνει ὁ κόσμος. Κεφάλαιά μου, μητέρα μου καλή, πόροι μου εἶνε ἡ νεότης καὶ ἡ ἐργασία μου. Λίγα τὰ ἔχεις αὐτά; Τώρα, γράφων εἰς τὴν ἐφημερίδα, κερδίζω τριακοσίας δραχμὰς τὸν μῆνα, αἱ ὁποῖαι θὰ αὐξήσουν, μητέρα, διότι, εἰξεύρεις, ἔχει λαμπρὸ κονδύλι ὁ υἱός σου, καὶ θὰ γείνῃ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖος διὰ νὰ πάγῃ ἐμπρὸς τὸ φύλλον. Ὁ Διευθυντὴς δὲν ἔχει λόγους νά μοι ἐκφράζῃ καθ’ ἑκάστην τὴν εὐαρέσκειάν του, μολονότι δέν τον συμφέρει, ἀλλὰ καὶ δὲν εἰμπορεῖ νὰ κάμῃ ἀλλέως, διότι ἔμπροσθέν μου οἱ φίλοι του τὸν συγχαίρονται διὰ τὰ λαμπρὰ ἄρθρα τῆς ἐφημερίδος του. Προχθὲς δέν σου εἶπα ὅτι μὲ ἐκάλεσεν Πρωθυπουργός, ὅστις ἀφοῦ μοῦ ἔκαμε λαμπρὰν ὑποδοχήν, μοῦ εἶπεν «ὅτι εἶμαι νέος μὲ πολὺ μέλλον.» Ἔπειτα θὰ καταγίνωμαι, μητέρα, καὶ εἰς φιλολογικὰ ἔργα ἄλλα· πέρυσι δὲν ἐκέρδησα ἀπὸ τὸ πρῶτον τομίδιον τῶν ποιήσεών μου τριακοσίας δραχμάς; Τὸ δεύτερον βέβαια θά με ἀφήσῃ 500 — 1000. Θὰ ἐργάζωμαι ἐγώ, θὰ περιμαζευθῆτε καὶ σεῖς αἱ δύο γρῃοῦλες μὲ τὰ παιδάκια σας καὶ μὲ τὰς συντάξεις σας καὶ νὰ ἰδῇς τί ὡραῖα ποῦ θὰ ζοῦμε· αἴ; μητέρα;

— Καλά, καλά, βρὲ παιδὶ, ὡραῖα τὰ ζωγραφίζεις τὰ πράγματα· πλὴν ἔλα ποῦ ἐγὼ εἶμαι γρῃὰ μουρμούρα, ἀλλὰ καὶ πρακτικωτέρα ἀπὸ σέ, νομίζω τοὐλάχιστον.

— Νά τα πάλιν, ἀνέκραξεν ὁ νέος, πάλιν μοῦ ξεφεύγεις καὶ πάλιν μοῦ χαλᾷς τὴν καρδιά.

— Ὄχι, ὄχι, παιδὶ μου, ἂς εἶνε μὲ τὴν εὐχήν μου, ὑπέλαβεν ἡ μήτηρ, βιάζουοα ἑαυτὴν νὰ μειδιάσῃ.

— Μὰ δέν μού το λέγεις μὲ ὅλην σου τὴν ψυχή! εἶπεν ὁ Ἀντώνιος, ἐννοήσας τὰς διαθέσεις τῆς μητρός του.

— Μὲ ὅλη μου τὴν ψυχή καὶ μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά. Ἀντώνιέ μου, χρυσό μου παιδί, ἀνέκραξεν ἡ χήρα Πρασίνου, ἀνοίγουσα τὰς ἀγκάλας.

Καὶ ὁ νέος ὥρμησε πρὸς αὐτάς, ἐνηγκαλίσθη τὴν μητέρα του, ἀμφότεροι δὲ κατησπάσθησαν πνιγόμενοι ὑπὸ λυγμῶν.

Β′.

Ἡ χήρα Νικούση δὲν ἀντέταξε τὰς ἀντιρρήσεις τῆς χήρας Πρασίνου εἰς τὸν γάμον τοῦτον· τοὐναντίον μάλιστα, ὅτε ἡ θυγάτηρ αὐτῆς Ἑλένη ἐξωμολογήθη τῇ μητρὶ τὸ πρὸς τὸν νέον Πράσινον αἴσθημά της καὶ τὰς ὑποσχέσεις αὐτοῦ ὅτι θέλει τὴν νυμφευθῇ, αὕτη ἤκουσεν ἀμφότερα μετὰ χαρᾶς, θεωρήσασα τὸ γεγονὸς ὡς ἀληθῆ ἐπιτυχίαν. Δὲν ἐλεπτολόγησεν ἐπὶ τοῦ μέλλοντος τῶν νέων, ἴσως διότι ἐν πεποιθήσει ἐθεώρει τὴν ἕνωσιν ταύτην εὐέλπιδα, ἴσως διότι αἱ μητέρες, αἱ ἔχουσαι θυγατέρας δι’ ὑπανδρείαν, νομίζουσιν ὅτι ὅσῳ ταχύτερον ἐκδώσωσιν αὐτὰς εἰς γάμον, τόσῳ πρωιμώτερον συντελοῦσιν ὑπὲρ τῆς εὐτυχίας αὐτῶν.

Λαβόντες ἅπαξ τὴν συναίνεσιν τῶν μητέρων οἱ δύο νέοι παρεδόθησαν μεθ’ ὅλης τῆς θερμότητος τῆς ἡλικίας των εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῶν τέρψεων, ἂς παρέχουσιν αἱ μεταξὺ τῶν ἀρραβώνων καὶ τοῦ γάμου ἡμέραι, αἵτινες δικαίως ἐθεωρήθησαν ὡς αἱ εὐδαιμονέσταται ἐν τῷ ἀνθρωπίνῳ βίῳ. Κατ’ αὐτὰς ὅ τε ἀνὴρ καὶ ἡ γυνή, εὑρισκόμενοι ἐν τῇ ἀκμῇ τοῦ μεταβαλεῖν βίον, ἀφίνονται εἰς τὰς παραφορὰς ἀχαλινώτου φαντασίας, δημιουργούσης κόσμον ὅλον εὐτυχῶν ὀνειροπολήσεων, ἐν αἷς τὰ πάντα εἶναι φαιδρὰ, τὰ πάντα αἴθρια, τὰ πάντα βαίνουσι κατ’ εὐχήν. Οὐδεμία ἐπιπροσθεῖ σκιὰ ἀπαλείφουσα ἢ θαμβώνουσα τὴν λάμψιν τῆς ζωηρᾶς εἰκόνος. Ὀνειρεύονται ἵδρυσιν οἰκογενείας εὐτυχοῦς, ἀλλὰ δὲν συλλογίζονται πῶς συντηρεῖται ἡ οἰκογένεια. Πλάττουσι σκηνὰς τρυφεροτήτων καὶ ἐνθέρμου στοργῆς μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν μελλόντων τέκνων, ἀλλὰ δὲν σκέπτονται ὁποῖα βάσανα καὶ εὐθύναι συμπαρομαρτοῦσιν εἰς τὴν ἀνατροφὴν αὐτῶν. Ἐὰν δὲ τὰ παθήματα σπανίως χρησιμεύουσιν ὡς μαθήματα εἰς τοὺς παθόντας, ἐννοεῖται ὅτι οὐδεμίαν ἐξασκοῦσιν ἐπιρροὴν εἰς τοὺς μὴ λαβόντας πεῖραν αὐτῶν.

Μετά τινα χρόνον ἐτελέσθησαν οἱ γάμοι, γάμοι, ἐννοεῖται, ἀπόρου λογίου μετὰ τῆς ἐκλεκτῆς τῆς καρδίας του, ὧν συμμετέσχον ἐν ἀδόλῳ χαρᾷ συνάδελφοι τοῦ γαμβροῦ, οἵτινες τὴν ἐπιοῦσαν ἕκαστος εἰς τὸ φύλλον του ἀνήγγειλαν αὐτοὺς μετὰ πολλῶν Μαΐων καὶ ρόδων καὶ ὑμεναίων καὶ ἅπαντος τοῦ συνήθους ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν ὁρμαθοῦ ποιητικῶν ἐκφράσεων. Τὸν νεαρὸν ποιητὴν καὶ δημοσιογράφον, τιμῶν κατὰ τὸ φαινόμενον, κυρίως ὅμως ἐξ ἐπιλογισμοῦ, ἐδέχθη νὰ στεφανώση διακεκριμένος πολιτικός, διεκδικῶν πολιτικὴν ἐν τῇ Βουλῇ ἡγεσίαν, προσθέτων οὕτως αἴγλην μείζονα εἰς τὴν τέλεσιν τοῦ μυστηρίου.

Ὃ Ἀντώνιος Πράσινος ἐθεώρησεν ἑαυτὸν εὐτυχῆ καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐπίστευεν ὅτι οὐδὲν ἔχει νὰ ἐπιθυμήσῃ ἐν τῷ κόσμῳ ποθητότερον. Δὲν θὰ εἴπω ὅτι καὶ ἡ νύμφη δὲν ἐπέδειξε τὴν αὐτὴν εὐχαρίστησιν, ἀλλ’ ὡς ἀκριβὴς χρονογράφος ὀφείλω νὰ σημειώσω ὅτι ἡ χαρὰ αὐτῆς θὰ ἦτο πληρεστέρα, ἐὰν τὰ νυμφικὰ δῶρα τοῦ γαμβροῦ ἦσαν πλουσιώτερα καὶ ἀφθονώτερα. Παραστᾶσα εἰς τοὺς γάμους ἄλλων ὁμηλίκων συμμαθητριῶν καὶ φίλων, ἐνεθυμήθη τὴν ποικιλίαν καὶ τὸ πολύτιμον τῶν ἐκτεθέντων ἱματισμῶν καὶ κοσμημάτων τῶν νεονύμφων, ὥστε ἀκουσίως, οὕτως εἰπεῖν, ᾐσθάνθη ἀόριστόν τινα καὶ μακρυνὴν λύπην.

Τὸ πρῶτον μετὰ τὸν γάμον ἔτος διῆλθεν ἐν ἀμεταπτώτῳ χαρᾷ καὶ εὐδαιμονίᾳ. Τὸ νεαρὸν ζεῦγος ἐφαίνετο ἀληθῶς πλασθὲν πρὸς σύνδεσμον. Τὰς νύκτας, ἐνῷ ὁ Πράσινος εἰργάζετο εἴτε διὰ τὴν ἐφημερίδα εἴτε γράφων στίχους, ἡ Ἑλένη του καθημένη παρ’ αὐτῷ κατεγίνετο εἰς ἐργόχειρόν τι, ἀνεγίνωσκεν ἢ ἤκουε τοὺς στίχους, οὓς τῇ ἀνεγίνωσκεν ὁ σύζυγός της. Συχνότατα, διακόπτοντες τὴν ἐργασίαν των, ἠτένιζον ἀλλήλους, διασταυροῦντες βλέμματα περιπαθείας καὶ στοργῆς, ἅτινα κατέληγον εἰς φλογεροὺς καὶ πλήρεις ἔρωτος ἀσπασμούς.

Τὰ οἰκονομικὰ βεβαίως δὲν ἐβελτιοῦντο, ἀλλ’ ἤρκουν εἰς αὐτάρκη βίον, εὐτυχῶς δὲ οὐδὲν εἶχεν ἐπέλθῃ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο γεγονός, δυνάμενον νὰ συνταράξῃ τὸ ἰσοζύγιον τῆς νέας οἰκογενείας. Συχνότατα ὁ Πράσινος ἔλεγε μετά τινος ὑπερηφανείας τῇ μητρί του: Τὰ βλέπεις, μητέρα; Οὐχ ἧττον ὁ τρόπος τοῦ βίου, ὃν διῆγον, δὲν ἐπέτρεπε τῷ νεαρῷ οἰκογενειάρχῃ νὰ σχηματίσῃ ἀποθεματικόν τι κεφάλαιον δι’ ἐνδεχομένας ἀνάγκας, διότι πᾶν ὅ,τι ἑκέρδιζεν ἐκ τῆς φιλολογικῆς ἐργασίας του κατηναλίσκετο. Ἀφωσιωμένος ὢν τῇ νεαρᾷ συζύγῳ του οὐδὲν ἠδύνατο νά τῃ ἀρνηθῇ, νυμφευθείς δὲ κατόπιν ἔρωτος, δηλαδὴ κατόπιν πολλῆς οἰκειότητος, καθ’ ἣν ἔλειψεν ὁ ἀναγκαῖος σεβασμὸς καὶ ἡ ὑποταγὴ τῆς γυναικὸς πρὸς τὸν ἄνδρα, ὧν ἄνευ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀγαθὸς συζυγικὸς βίος, καὶ ἠπίου χαρακτῆρος ὤν, ὑπεχώρει πάντοτε καὶ εἰς τὰς ἐλαχίστας ἐπιθυμίας τῆς λατρευομένης γυναικός.

Δὲν εἶχον ὅμως τὰ πράγματα οὕτω καὶ κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος. Ἐπῆλθεν ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς Ἑλένης καὶ μετ’ αὐτὴν ὁ τοκετός, ἀπαιτήσαντες, ὡς εἱκός, ἐκτάκτους δαπάνας. Ἦτο θυγάτηρ. Ὁποίας χαρὰς, ὁποίας ἀνεκλαλήτους ἡδονὰς συνεπάγεται ἡ ἀπόκτησις τοῦ πρώτου τέκνου! Ἅπασα ἡ στοργή, πᾶσαι αἱ σκέψεις συγκεντροῦνται περὶ τὸ λίκνον τοῦ μικροῦ ἐκείνου πλάσματος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναβιοῦσι καὶ ἀνανεοῦνται οἱ εὐτυχεῖς γεννήτορες. Εἰς τὸ πρῶτον αὐτοῦ μειδίαμα, τὰ πρῶτα ψελλίσματα, τὴν ἁπλῆν ἐκφώνησιν τῶν δισυλλάβων λέξεων παπᾶ καὶ μαμά, παράδεισος ὁλόκληρος εὐδαιμονίας πληροῖ τὰς καρδίας τῶν γονέων. Ἀλλὰ καὶ ὁποῖαι εὐθύναι, ὁποῖαι λύπαι καὶ δυσθυμίαι παρακολουθοῦσιν αὐτήν. Ἡ ἀπειρία μεγαλοποιεῖ καὶ τὰ ἐλάχιστα, ἐλαφρὰ ἀδιαθεσία τοῦ μικροῦ θεωρεῖται ὑπ’ αὐτῶν βαρύτατον νόσημα, ἁπλῆ βὴξ ἐκλαμβάνεται ὡς διφθερῖτις, καὶ ἰδοὺ ἀγωνίαι καὶ στενοχωρίαι καὶ προσκλήσεις ἰατρῶν. Τὰς τοιαύτας λύπας εὐνόητον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφύγῃ καὶ ὁ νέος πατήρ, οὗτινος μάλιστα ἡ πρὸς τὸν διάδοχον ἀδυναμία καὶ στοργὴ ἦσαν ὑπερβολικώτατα. Ἐπῆλθε κατόπιν ἀσθένεια τῆς μητρός, ἥτις μὴ δυναμένη νὰ γαλακτοτροφήσῃ τὸ μικρὸν, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσλάβῃ τροφόν, οὕτω δὲ τὸ ὑπάρχον ἰσοζύγιον συνεταράχθη ἐπαισθητῶς, ἐνῷ δὲ προηγουμένως τὰ εἰσπραττόμενα τὸν ἕνα μῆνα ἐδαπανῶντο τὸν ἑπόμενον, ἤδη αἱ δαπάναι ἐγίνοντο προκαταβολικῶς.

Εἰς μάτην ὁ Πράσινος ἐπεδίδετο μετὰ συντονωτέρας ἐπιμελείας εἰς τὴν ἐργασίαν του, πολλαπλασιάζων, οὕτως εἰπεῖν, ἑαυτόν· οὐδεμία ἐπήρχετο βελτίωσις. Τοὐναντίον αἱ οἰκογενειακαὶ ἀνάγκαι ηὔξανον ὁσημέραι, ὁ δὲ ἀτυχὴς λόγιος ἤρξατο ἐνθυμούμενος τοὺς λόγους τῆς μητρός του, πρὸς τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἐτόλμα νὰ ὁμολογήσῃ τὴν στενοχωρίαν του ἐξ εὐνοήτου φιλοτιμίας. Ἀλλ’ ἡ χήρα Πρασίνου, ὅσῳ πρακτικὴ γυνὴ τόσῳ καὶ λογική, οὐδένα ἔκαμεν ὑπαινιγμὸν περὶ τοῦ παρελθόντος, τοὐναντίον κατανοήσασα τὴν θέσιν τοῦ ἀγαπητοῦ υἱοῦ, ἦλθεν εἰς ἐπικουρίαν του, ἀνασκαλεύουσα τὰς παλαιὰς οἰκονομίας της, ἃς προσήνεγκεν αὐτῷ δι’ ὅσον ἠδύνατο ἀφελεστέρου τρόπου καὶ προφυλασσομένη νὰ μὴ ἐγγίσῃ κατ’ ἐλάχιστον τὸ εὐαίσθητον τοῦ υἱοῦ.

Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀντικαταστάσεως σκευῶν θραυσθέντων, ἐπίπλων καταστραφέντων, ἐνδυμάτων φθαρέντων· καὶ ὁ μὲν ἀνὴρ ἐξῳκονόμει ἑαυτὸν ὅπως ἠδύνατο, ἀλλ’ ἡ γυνή, ζῶσα ἐν μέσῳ κοινωνίας ἐκλεκτῆς, ἐνόμιζεν ὅτι ὤφειλε νὰ παρακολουθῇ κατὰ τὰς ἐνδυμασίας τὰς φίλας καὶ γνωρίμους αὐτῆς, ὧν οἱ σύζυγοι δὲν εἶχον τὰ βαλάντια ὅμοια τῷ τοῦ Πρασίνου. Ὁ Ἀντώνιος κατ’ ἀρχὰς προσεπάθει νὰ ἱκανοποιῇ τὰς ἐπιθυμίας αὐτῆς· ὅτε ὅμως ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὴν πεφιλημένην σύζυγον· αὕτη οὐδὲν εἶπεν, ἄλλα δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποκρύψῃ καὶ ποιὰν τινα δυσαρέσκειαν. Τὸ γνωστὸν ἐκεῖνο «μαζύ σου καὶ ἂς εἶναι ὑπὸ καλύβην» λέγεται συνήθως πρὸ τοῦ γάμου, ὀλίγιστοι δὲ τὸ ἐνθυμοῦνται μετ’ αὐτόν. Τὸ πολύ, πραγματοποιεῖται εἰς τὰ μυθιστορήματα.

Ἐφ’ ὅσον αἱ ἀνάγκαι ἐπληθύνοντο, ἐπὶ τοσοῦτον ἐγεννᾶτο ψυχρότης ἀνεπαίσθητος καὶ ἀκουσία, δύναμαι νὰ εἴπω, μεταξὺ τοῦ νεαροῦ ζεύγους. Καὶ πρᾶγμα, περίεργον, ὁ Ἀντώνιος ἤρξατο καταλαμβανόμενος ὑπὸ ἀπογοητεύσεως καὶ ἀμελείας πρὸς τὴν ἐργασίαν· ἀλλὰ καὶ μήπως εἶχεν ἄδικον; Τόσαι μέριμναι ἠθικαὶ καὶ φροντίδες ὑλικαὶ ἄφινον τὴν διάνοιαν αὐτοῦ ἐν ἠρεμίᾳ καὶ δυναμένην νὰ ἐργασθῆ; Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε νεαρώτατος, νομίζων ὅτι κρούω ἤδη τὰς πύλας τῆς ἀθανασίας, ἐδημοσίευσα ἐν ἀθηναϊκοῖς περιοδικοῖς τὰ πρῶτά μου διηγήματα, εὐφυὴς ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, φίλος μου, μυκτηρίζων με, μοὶ ἔλεγε «μὲ τουλουμοτύρι στὴν κοιλιὰ ρομάντσα δὲν γράφονται» χαρακτηρίζων οὕτω λίαν προσφυῶς τὴν ἐν Ἑλλάδι θέσιν τῶν λογίων.

Ὁ ἀκαδημαϊκὸς Ὀκτάβιος Φεγιὲ θέλει, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, νὰ παραστήσῃ διὰ τῆς Δαλιδᾶς του ὅτι διὰ τὸν καλλιτέχνην ἐν γένει ὁ ἔγγαμος βίος εἶναι πολλῷ λυσιτελέστερος τοῦ ἀγάμου πρὸς παραγωγὴν ἀριστουργημάτων. Διὰ τὴν Γαλλίαν, ὅπου πᾶς καλλιτέχνης τοῦ καλάμου, τῆς γραφίδος, ἢ τοῦ γλυφάνου, ἅμα ἀναφανείς, γίνεται ἑκατομμυριοῦχος, ὁ μέγας συγγραφεὺς βεβαίως ἔχει δίκαιον· ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς; οἱ λόγοι τοῦ Καρνιόλη, οὓς ἀντιτάσσει πρὸς τὸν Ροσβάϊν, ἀποτρέπων αὐτὸν τοῦ πρὸς τὴν Γερτρούδην ἔρωτος, εἶναι τόσαι ἀλήθειαι. Ὅταν ἐπέλθουν αἱ φοσκαις τοῦ σαπωνίου, ὡς ὀνομάζει τὰ τέκνα, τότε ὁ καλλιτέχνης, φροντίζων περὶ τοῦ ἐπιουσίου, ἀμελεῖ τὴν τέχνην.

Ἦλθε τὸ ἑπόμενον ἔτος εἰς τὸν κόσμον καὶ δευτέρα φοῦσκα σαπωνιοῦ. Ἦτο υἱός. Ὁ πατὴρ ἔξαλλος ὑπὸ χαρᾶς, διότι ἀπέκτησεν ἀγόρι, ὅπερ θεωρεῖται σχεδὸν εἰπεῖν ἐκ προλήψεως τὸ ἄκρον ἄωτον τοῦ γάμου — δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω καλὰ καλὰ τὸ διατί· ἴσως διότι κολακεύει τὴν ματαιοδοξίαν τοῦ πατρός, ἀφίνοντος κατόπιν αὑτοῦ ἄλλον συνεχίζοντα τὸ ὄνομα τῆς οἰκογενείας — δὲν εὗρε κατ’ ἀρχὰς καιρὸν νὰ συλλογισθῇ τὴν μέλλουσαν ἐπαύξησιν τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες ὅμως, παρελθουσῶν τῶν πρώτων συγκινήσεων, ἐπεφάνησαν βαρεῖαι καὶ καταθλιπτικαί. Ἡ ἀθλία πραγματικότης δηλητηριάζει καὶ τὰς ἐξοχωτέρας τῶν ψυχικῶν ἀπολαύσεων.

Ὅσῳ τὸ πρῶτον ὡς τοιοῦτον, ἐγένετο δεκτὸν μετὰ χαρᾶς, ὅσῳ τὸ δεύτερον ἐχαιρετίσθη μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ὑπὸ τοῦ πατρός, διότι συνεπλήρου ἁπάσας τὰς ἐπιθυμίας καὶ τοὺς πόθους καρδίας πατρικῆς, τόσῳ ἡ μετὰ ἓν ἔτος ἐμφάνισις τοῦ τρίτου, θυγατρίου καὶ αὐτοῦ, ὑπῆρξεν εἰς ἄκρον δυσάρεστος. Οἱ σύζυγοι κατενόησαν πλέον τὸ δύσκολον τῆς θέσεως· λόγοι δυσμενεῖς ἤρξαντο ἀνταλλασσόμενοι, καὶ ἡ παρουσία τοῦ τρίτου ἀθῴου πλάσματος ἐπερρίπτετο ὡς σφάλμα ὑπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸν ἕτερον.

Ἂς μὴ εἴπῃ τις ὅτι θὰ ἠδύναντο, περιορίζοντες τὰς δαπάνας ἀναλόγως τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν, νὰ ζήσωσι βίον ἀνεκτόν. Πόσοι ἐπὶ παραδείγματι ἐργάται ἢ βαναυσουργοὶ ἔχοντες καὶ μικροτέραν τοῦ Πρασίνου πρόσοδον, ἐπὶ τούτῳ δὲ καὶ σωρὸν παιδίων, ζῶσιν εὐτυχεῖς καὶ ἥσυχοι; Ἀλλ’ ἠδύνατο, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τούτου, ὁ Πράσινος νὰ κατοικήσῃ εἰς τὰ Ἀναφιώτικα ἢ εἰς ὁμοίαν τινὰ συνοικίαν; Δὲν ὤφειλε νὰ τηρήσῃ τὴν ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσιν του; Ἦτο δυνατὸν ἡ σύζυγός του, ἡ τυχοῦσα ἀλλοίας ἀνατροφῆς, νὰ φορῇ ὅ,τι καὶ ἡ γυνὴ ἑνὸς τεχνίτου ἢ βαναυσουργοῦ; νὰ τοποθετήσῃ τὸ ἀναπόσπαστον κλειδοκύμβαλον εἰς τὰς ὑπωρείας τῆς Ἀκροπόλεως, ἢ παρὰ τὸ Μεταξουργεῖον; Τὰ τέκνα των ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνατραφῶσιν ὡς τὰ τέκνα τοιούτου;

Εὐνόητον ὁποῖος κατέστη ὁ βίος τοῦ ἀνδρογύνου ὑπὸ τοιαύταις συνθήκας. Καθ’ ἑκάστην εἶχον σκηνὰς λυπηρὰς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ἡ Ἑλένη κατέστη νευροπαθής, τὸ ἐλάχιστον τὴν ἐτάρασσε καὶ τὴν ἐξηγρίωνε, μόνη δὲ ἡ ἠρεμία καὶ τὸ ἤπιον τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Ἀντωνίου προελάμβανε μεγαλείτερα δυσάρεστα.

Ἡμέραν τινὰ ὅμως, ὅτε ὁ δυστυχὴς δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνταποκριθῇ καὶ εἰς μικρὰν τῆς συζύγου του ἀπαίτησιν, αὕτη δὲ τῷ ἔρριψε κατὰ πρόσωπον τὴν φράσιν: «ὅταν δὲν ἠδύνασο νὰ ζήσῃς σύζυγον καὶ τέκνα, τότε διατὶ ἐνυμφεύεσο;» ᾐσθάνθη τὴν καρδίαν του αἱμάσσουσαν καὶ ἔκλαυσε. Τῇ ὑπέμνησε τοὺς περὶ ἔρωτος αἰωνίου καὶ ἀφοσιώσεως ὅρκους καὶ ὑποσχέσεις της, προσεπάθησε νά τῃ ἀποδείξῃ ὅτι διὰ τῆς ἀμοιβαίας ἀγάπης καὶ ὑπομονῆς, τῶν μόνων θεμελίων τῆς εὐτυχίας ἑκάστης οἰκογενείας, τὰ πάντα δυνατὸν νὰ διορθωθῶσι καὶ ὀρθοποδήσωσιν, ἀλλὰ μάτην· ἡ Ἑλένη ὑστερική καὶ πλήρης νεύρων, ἀποβαλοῦσα πάντα χαλινὸν τοῦ πρὸς τὸν ἄνδρα ὀφειλομένου σεβασμοῦ, οὐδόλως συμπαθοῦσα πρὸς τὴν ἀξιοδάκρυτον θέσιν τοῦ συζύγου, ὃν κατὰ καθῆκον ὤφειλε νὰ συμπονῇ καὶ ἐνθαρρύνῃ, ἄκαμπτος καὶ τρέμουσα ὑπὸ ὀργῆς, παριστῶσα δὲ εἰκόνα, εἰς ἣν τὸν πρὶν ἔρωτα ἀντικατέστησε σχεδὸν τὸ μῖσος κατὰ τοῦ διαρκοῦς ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ συντρόφου τῆς ζωῆς της, ἐπανέλαβε ξηρῶς καὶ αἰτιωμένη μόνον τὸν σύζυγον: «Αὐτὸ πού σου λέγω ἐγώ! ὅταν δὲν ἦσο ἄξιος νὰ γείνῃς οἰκογενειάρχης, τί ἤθελες τὴν ὑπανδρείαν, διὰ νὰ καταστήσῃς δυστυχῆ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα σου;»

Ἡ ὑπομονὴ τοῦ Ἀντωνίου ἐξηντλήθη πλέον· πρὸ τῆς ἀπρεποῦς ταύτης συμπεριφορᾶς τῆς ἀκαταλογίστου γυναικὸς ἐξηγέρθη καὶ ἐν αὐτῷ ἓν αἴσθημα ἀγανακτήσεως καὶ ὀργῆς, ἀλλ’ αἴσθημα ἐσχάτου ἀπελπισμοῦ. Ἡ καρδία του ἐπληρώθη πικρίας.

Μετὰ φωνῆς δυναμένης νὰ συγκινήσῃ λίθους, καὶ ἐκ τῶν ἐγκάτων τῆς ψυχῆς του ἐξερχομένης, πνιγόμενος ὑπὸ λυγμῶν, ἀνέκραξε:

— Ἀνάθεμα. ἀνάθεμα τὴν ὥραν ποῦ σ’ ἐγνώρισα!

[Ἐν Φιλιπουπόλει, Ἰούλιος τοῦ 1890]

Λαμπροσ Ενυαλησ


  1. «Γάμος ἐκ συμφέροντος» καὶ «γάμος ἐκ συμπτώσεως» προσεχῶς.