Για την πατρίδα/Κεφάλαιο Γ'

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Για την πατρίδα
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
Γ'. Το νικημένο θηρίο


Οι δύο φίλοι πέρασαν τη μέρα στο δωμάτιο τους. Το σχέδιο της φυγής ήταν απλό όσο και τολμηρό. Να βγουν τη νύχτα στον κήπο, να τραβήξουν κατά το πυκνότερο μέρος του δάσους, να πάρουν τα μονοπάτια του Πέτρινου, που απλώνεται πλάγι στη λίμνη της Αχρίδας, και, κρυμμένοι μέσα στις πυκνές καρυδιές και βαλανιδιές που σκεπάζουν το βουνό, από κορυφή σε κορυφή περπατώντας μόνο τη νύχτα, μακριά από χώρες και στρατιωτικούς δρόμους, να φθάσουν ως τη Θεσσαλονίκη.

Τώρα ήταν πια ήσυχοι. Είχαν πάρει την απόφαση να φύγουν.

Ήξεραν πως αν τους έπιαναν η ποινή θα ήταν θάνατος. Αλλά τη θυσία της ζωής τους την είχαν κάνει από καιρό, και ο θάνατος τους φαίνουνταν προτιμότερος από την αγωνία που είχαν περάσει τις τελευταίες εκείνες μέρες με τα νέα του πολέμου.

Η νίκη του Σαμουήλ είχε εξάψει τα μυαλά των Βουλγάρων.

Από το πρωί έπιναν και τραγουδούσαν. Η χώρα ήταν ένα μεγάλο πανηγύρι.

Η ιδέα πως ο Βασιλέας τους έφερνε τόσους θησαυρούς μαζεμένους από την Ελλάδα στη φτωχιά όσο και άγρια πατρίδα τους, τους είχε μεθύσει περισσότερο ακόμα και από το κρασί. Από στόμα σε στόμα μεγάλωναν όλο και περισσότερο τα κατορθώματα του στρατού τους και αύξανε ο αριθμός των αιχμαλώτων που έσερνε ο Σαμουήλ πίσω του, στη θριαμβευτική του πορεία μέσα από την Ελλάδα.

Προς το βράδυ ο θόρυβος μεγάλωσε ακόμα. Το παλάτι αντηχούσε από τραγούδια και φωνές. Οι στρατιώτες της φρουράς, μαζεμένοι στις ταβέρνες, ξεχνούσαν την ώρα της φυλακής.

Τα φρούρια ήταν έρημα, αφύλαχτα.

- Λες και συνωμοτούν μαζί μας, πως θέλουν να ευκολύνουν τη φυγή μας, είπε σιγά ο Ασώτης του Αλέξιου, που ήταν σκυμμένος μαζί του στο παράθυρο. Δες, ούτε ένας άνθρωπος δε φαίνεται στις επάλξεις. Οι φρουροί εγκατέλειψαν τους πύργους, τα γεφύρια και τις πύλες. Το φρούριο είναι νεκρό.

- Ο Κύριος θα μας βοηθήσει, ψιθύρισε ο Αλέξιος. Σε λίγη ώρα το σκοτάδι θα είναι πυκνό. Μα φλόγα οδηγήτρα θα έχομε την ελπίδα πως θα ξαναδούμε τη γλυκιά πατρίδα...

Η νύχτα εκείνη ήταν σκοτεινή. Η ώρα είχε έλθει. Ο Αλέξιος έκρυψε ένα μαχαίρι στον κόρφο του και τυλίχθηκε στον μανδύα του.

- Έχεις όπλο; ρώτησε τον Ασώτη.

- Ναι. Το ενθύμιο του πατέρα μου.

- Πάμε.

Με προσοχή άνοιξαν την πόρτα και βγήκαν στον έρημο και σκοτεινό διάδρομο, όπου ο φρουρός είχε ξεχάσει ν' ανάψει το φανάρι. Σιωπηλά προχώρησαν κατά την έξοδο.

Η πόρτα είχε μείνει ξεκλείδωτη και ο φρουρός έλειπε.

- Η Παναγιά μάς προστατεύει! ψιθύρισε ο Ασώτης.

- Σιωπή κι εμπρός... αποκρίθηκε επίσης χαμηλόφωνα ο Αλέξιος.

Βγήκαν στο περιβόλι. Τ' άστρα έφεγγαν καθαρά κι ολόχρυσα στο φθινοπωριάτικο ουρανό, αλλά τα παράθυρα του παλατιού ήταν τόσο φωτισμένα, που έξω η αφέγγαρη νύχτα φαίνουνταν πιο σκοτεινή.

Προσεκτικά πήγαιναν οι δυο φίλοι, χωρίς ν' απομακρύνουνται από τα δέντρα του κήπου.

Έξαφνα ο Ασώτης, που περπατούσε πρώτος, σταμάτησε.

- Τι τρέχει; ψιθύρισε ο Αλέξιος.

Ο Ασώτης πλησίασε και, με το στόμα στο αυτί του άλλου, ρώτησε:

- Δεν άκουσες τίποτα;

- Όχι.

- Και όμως κάποιος μας ακολουθεί.

Ο Αλέξιος έβαλε το χέρι στον κόρφο του κι έπιασε τη λαβή του μαχαιριού του.

- Ο θάνατος μας θα τους στοιχίσει ακριβά, μουρμούρισε.

- Έννοια σου... το μαχαίρι του πατέρα μου ξέρει από τέτοιους λογαριασμούς.

Ακίνητοι ακροάζουνταν οι δυο φίλοι κρατώντας την αναπνοή τους.

Γύρω η σιωπή ήταν απόλυτη. Μόνο πού και πού κανένας απόμακρος ήχος έφθανε ως αυτούς από το μέρος του παλατιού, όπου στρατιώτες και αξιωματικοί εξακολουθούσαν να πίνουν και να χαίρουνται για τη νίκη του Σαμουήλ.

Ο Ασώτης προχώρησε μερικά βήματα και σταμάτησε ν' ακούσει. Ο Αλέξιος τον ακολούθησε. Και πάλι έκαναν μερικά βήματα, και πάλι σταμάτησαν.

Τίποτα δεν ακούουνταν.

- Θα γελάστηκες, είπε σιγά ο Αλέξιος, είμαστε μόνοι εδώ...

- Και όμως... μουρμούρισε ο Ασώτης, είμαι βέβαιος πως ήταν περπάτημα.

Πήγαιναν με προσοχή, από δέντρο σε δέντρο, κατά το δάσος. Αν πρόφθαιναν να φθάσουν ως εκεί απαρατήρητοι, θα ήταν ελεύθεροι. Είχαν πια απομακρυνθεί αρκετά από το παλάτι και περπατούσαν προσεκτικά μα γρηγορότερα, όταν ο Ασώτης σταμάτησε απότομα.

- Πάλι... είπε σιγά. Δεν τ' άκουσες;

- Πού;

- Πίσω μας, μες στα χαμόδεντρα...

Ο Αλέξιος γύρισε πίσω μερικά βήματα και χώρισε τα κλαδιά να δει καλύτερα. Κάτι άσπρισε μες στους θάμνους. Του φάνηκε σαν γυναικείο φόρεμα.

Πριν όμως καλοκαταλάβει τι τρέχει, δυο άντρες βγήκαν από τα πυκνά δέντρα σε άλλο μέρος του δρόμου και ρίχθηκαν απάνω στον Ασώτη. Ο Ασώτης δεν είχε προφθάσει να βγάλει το μαχαίρι του. Μα ήταν παλικάρι και δυνατός, δεν ήταν εύκολο να τον καταπονέσουν. Στο θαμπό φως της αστροφεγγιάς, ο Αλέξιος αναγνώρισε βουλγάρικες στολές. Και, αν και πολύ κουρελιασμένες, είδε πως ήταν από τη βασιλική σωματοφυλακή.

Έτρεξε να βοηθήσει το φίλο του και, σφίγγοντας το μαχαίρι του, ζύγωσε το νεώτερο που πάλευε με τον Ασώτη και τον έπιασε από το λαιμό.

- Πρόσεξε, Ρωμανέ! φώναξε ο άλλος Βούλγαρος, άνθρωπος ηλικιωμένος, με μακριά άσπρα γένια. Πρόσεξε! Αυτός είναι οπλισμένος.

- Δυο με δυο, είπε ο Αλέξιος, βάστα, αδελφέ, δικοί μας είναι!

Μα την ίδια στιγμή μεταξύ τους ρίχθηκε μια γυναίκα.

- Κάτω τα όπλα! είπε επιτακτικά. Εγώ προστάζω εδώ. Δε θέλω να χυθεί αίμα.

Όλους τούς ξάφνισε η φωνή της. Μα πρώτος συνήλθε από τη σάστισή του ο πιο ηλικιωμένος και θέλησε να την παραμερίσει. Καθώς όμως την πλησίασε και την είδε, έβγαλε μια χαρούμενη φωνή και την άρπαξε στην αγκαλιά του. Εκείνη τρόμαξε, θέλησε ν' αντισταθεί. Ρίχθηκε πίσω, τον κοίταξε και τον αναγνώρισε.

- Πατέρα! φώναξε. Με το χέρι τής σκέπασε κείνος το στόμα.

- Σώπα! Μη λες ονόματα!

- Πατέρα, εσύ!... επανέλαβε πιο σιγά. Και ο σύντροφος σου ποιος είναι;... Ρωμανέ, μην είσαι συ;

- Εγώ είμαι, είπε απότομα ο νέος. Μα δε μου λες εσύ, γιατί είσ' εδώ με τους δυο αυτούς αιχμαλώτους την ώρα που γυρεύουν να δραπετέψουν;

Ο Ασώτης κι ο Αλέξιος είχαν αναγνωρίσει τη βασιλοπούλα, τον Σαμουήλ και τον Ρωμανό. Κατάλαβαν πως ήταν χαμένοι, πως η μαρτυρία της βασιλοπούλας θα τους έστελνε στο θάνατο. Μα ήταν αποφασισμένοι να μην παραδοθούν, και να πέσουν πολεμώντας σαν παλικάρια. Η βασιλοπούλα κοίταξε τον πατέρα της με μάτια λαφιασμένα και απέφυγε ν' απαντήσει του αδελφού της.

- Πώς έφθασες μόνος, έτσι, από το δάσος, πατέρα; ρώτησε.

- Πες μου εσύ καλύτερα• γιατί δεν είναι κανένας φρουρός στη θέση του, στα έξω τείχη; αντερώτησε ο Σαμουήλ. Κι εξήγησε μου γιατί βρίσκεσαι μονάχη εδώ, μ' αυτούς τους δυο ξένους;

Η Μιροσλάβα έριξε μια ματιά του Ασώτη, κατάλαβε πως βαστούσε στα χέρια της τη ζωή των δυο Ελλήνων και πήρε την απόφαση της.

- Αυτοί οι δύο ξένοι είναι αξιωματικοί της συνοδείας μου, δεν το ξέρεις; είπε με θάρρος, ενώ η καρδιά της χτυπούσε τρελά στα στήθη της. Βγήκα να κάνω το βραδινό μου περίπατο, κι επειδή η βραδιά ήταν όμορφη, έμεινα λίγο περισσότερο. Οι δυο αυτοί αξιωματικοί με συνοδεύουν.

- Και μεταξύ σε τόσους άλλους, αυτούς μονάχα διάλεξες για συντροφιά; ρώτησε σαρκαστικά ο Ρωμανός.

- Δεν τους διάλεξα εγώ, είπε η Μιροσλάβα, μα είναι οι μόνοι που μου έμειναν. Οι άλλοι δεν αδειάζουν. Όλοι τραγουδούν και πίνουν εκεί μέσα• και με το χέρι έδειξε το φωτισμένο παλάτι, μισοκρυμμένο πίσω από τα δέντρα. Και πανηγυρίζουν τη νίκη σου, πατέρα, και την καταστροφή των Βυζαντινών.

- Τη νίκη μου! φώναξε ο Σαμουήλ και με πνιγμένη φωνή επανέλαβε: Τη νίκη μου!...

- Ναι, τη νίκη σου, πατέρα. Από το πρωί που έφθασε η είδηση, όλη η χώρα είναι ανάστατη. Άντρες και γυναίκες πίνουν και τραγουδούν και χαίρουνται. Δε βλέπεις; Ούτε ένας στρατιώτης δε φαίνεται πουθενά! Μόνο τούτοι οι δυο ξένοι, όπως τους λες, μου έμειναν για συνοδεία...

- Ποιος έφερε την είδηση; διέκοψε ο Ρωμανός με σουφρωμένα φρύδια.

- Δεν ξέρω... Κανένας δεν ξέρει, είπε η Μιροσλάβα τρομαγμένη με το ύφος του αδελφού της. Όλος ο κόσμος όμως το λέγει...

Ο Σαμουήλ άρπαξε το κεφάλι του στα χέρια του. Ένα παράπονο βαθύ, σα μουγκρητό, ξέφυγε.

- Αλίμονο μου! βόγγησε.

Ρίχτηκε καταγής στα χόρτα, έκρυψε το πρόσωπο του στα χέρια κι έκλαψε με αναφιλητά που τάραζαν όλο του το κορμί.

Ο Αλέξιος είχε πάρει το χέρι του φίλου του και το έσφιγγε δυνατά. Η επιστροφή του Σαμουήλ, που έφθανε μονάχος με το γιο του, τα κουρελιασμένα ρούχα τους, τα κλάματα του πατέρα και το σκοτεινιασμένο πρόσωπο του γιού, όλα μαζί τον έκαναν να υποψιάζεται πως ίσως η νίκη δεν ήταν από το μέρος των Βουλγάρων.

Η Μιροσλάβα ταραγμένη γονάτισε πλάγι στον πατέρα της, και γύρευε με τα χάδια της και τα φιλιά της να τον ησυχάσει.

- Πατέρα, πες μου τι έχεις; Γιατί κλαις έτσι, εσύ που φθάνεις νικητής;

Ο Σαμουήλ μισοσηκώθηκε και απότομα την έσπρωξε από κοντά του.

- Σώπα! είπε άγρια. Δε φθάνω νικητής. Φθάνω νικημένος, τσακισμένος, ντροπιασμένος, χωρίς ένα στρατιώτη, με τα ρούχα μόνο που φορώ και που τα πήρα από έναν πεθαμένο σωματοφύλακα, για να μη με γνωρίσουν από τη στολή μου πως ήμουν ο Σαμουήλ, εγώ, πληγωμένος, πεινασμένος, ελεεινός! Εγώ, το θηρίο των βουνών της Βουλγαρίας!...

Το μάτι του έπεσε στους δυο νέους που στέκουνταν εκεί κοντά, χέρι με χέρι, και άκουαν την ξομολόγησή του.

- Τ' ακούσατε σεις, Έλληνες; εξακολούθησε ο Σαμουήλ, τρέμοντας από την αναστάτωση της ψυχής του. Χαρείτε που η καταστροφή εσύντριψε τώρα τον ακαταμάχητο εχθρό σας, εμένα που νίκησα τον Βασίλειο σας στην Τριαδίτσα[1]. Χαρείτε τώρα! Γιατί θα έλθει πάλι η ώρα μου! Ο Σαμουήλ δεν πέθανε ακόμα! Και όσο ζει... ας τρέμει το Βυζάντιο!

Ο Ρωμανός, βλέποντας τον πατέρα του να εξάπτεται όλο και περισσότερο, είπε της αδελφής του να τους οδηγήσει στο παλάτι με τρόπο που να μην τους δει κανείς.

- Πρέπει ν' αλλάξουμε ρούχα και να σκεφθούμε ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος ν' αναγγείλομε την κακή είδηση, της είπε.

Η Μιροσλάβα πρότεινε να έλθουν όλοι στα δωμάτια της, και παρήγγειλε του Ασώτη να πάει μπρος, να δει αν έμενε ακόμα αφύλαχτη η πόρτα απ' όπου είχαν βγει. Ο Σαμουήλ συνταράχτηκε.

- Γιατί αφύλαχτη; ρώτησε. Πού είναι ο φρουρός;

- Σου το είπα, όλοι πίνουν, αξιωματικοί και στρατιώτες, αποκρίθηκε η βασιλοπούλα. Δεν έμειναν παρά τούτοι οι δυο πιστοί μου αξιωματικοί για την υπηρεσία μου.

Φώναξε τον Ασώτη να του δώσει τις οδηγίες της. Στα σκοτεινά, κρυφά, έσκυψ' εκείνος και φίλησε βιαστικά το χέρι της.

- Η ζωή μας και των δυο είναι δική σου, είπε. Κι έφυγε να κάνει την παραγγελία της.

Ήταν προχωρημένη η νύχτα, όταν ο Ασώτης και ο Αλέξιος βρέθηκαν πάλι μόνοι, κλεισμένοι στο δωμάτιο τους.

- Δεν ήταν γραφτό μας να ξαναδούμε την πατρίδα, είπε με πίκρα ο Ασώτης.

Ο Αλέξιος περπατούσε σιωπηλά και συλλογισμένος, απάνω - κάτω στην κάμαρα.

Σταμάτησε μπρος στο φίλο του.

- Τι να σου πω; είπε ζωηρά. Όλα φαίνουνται μαύρα για μας, και η ελευθερία μας χαμένη για πάντα. Και όμως κάτι μου λέει πως δεν πρέπει ν' απελπιζόμαστε.

- Τι περιμένεις ακόμα;

- Δεν ξέρω, μα κάτι περιμένω. Δε βρίσκεις παράξενα όσα έτυχαν απόψε;

- Παράξενα, ναι, μα τι μπορούν να μας βοηθήσουν όλα αυτά;

- Θυμάσαι πως άμα πρωτοβγήκαμε άκουσες βήματα πίσω μας μες στα δέντρα; ρώτησε ο Αλέξιος.

- Ναι! Ήταν η βασιλοπούλα που σεριάνιζε στα περιβόλια.

- Και μας είδε βέβαια την ώρα που βγήκαμε, αφού μας ακολούθησε. Και όμως δε φώναξε κανένα να μας πιάσει.

- Λοιπόν;

- Λοιπόν, όταν αναγνώρισε τον Σαμουήλ και δεν είχε παρά μια λέξη να πει για να χαθούμε, όχι μόνο δεν την είπε, αλλά και ψέμα είπε για να μας σώσει.

- Και ύστερα; ρώτησε νευρικά ο Ασώτης.

- Ύστερα;... Ίσως στο τέλος μας βγάλει η ίδια η Μιροσλάβα από δω... Κατάλαβες;

Ο Ασώτης άρχισε να περπατά πάνω - κάτω, όπως πρώτα ο Αλέξιος.

- Σα να ονειρεύεσαι, είπε συλλογισμένος. Μα είναι στη φύση σου να ελπίζεις πάντα.

Ο Αλέξιος γέλασε.

- Ναι, ελπίζω πάντα, αποκρίθηκε. Και ίσως αυτή τη φορά να μην ελπίζω στα χαμένα.


  1. Τριαδίτσα, η σημερινή Σόφια.