Από τους Τάφους

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τάφοι (απόσπασμα)
Συγγραφέας: Ούγος Φώσκολος
Μεταφραστής: Λορέντζος Μαβίλης
Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922)


’Σ ἴσκιο κυπαρισσιῶν καὶ μὲς σὲ ὑδρίες
Γλυκαμένες μὲ κλάψα εἶναι ἴσως ὁ ὕπνος
Τοῦ θανάτου ἀλαφρύτερος; Ἂν ὁ ἥλιος
Γιὰ μὲ τῆς γῆς πλιὰ δὲν πληθαίνῃ τούτη
Τὴν ὡραῖα φαμιλιὰ ἀπὸ ζῶα καὶ χόρτα,
Καὶ σὰν μπροστά μου πλουμιστὲς μ’ ἐλπίδες
Δὲ θὰ χορεύουν οἱ Ὧρες ποῦ θὲ νἄλθουν,
Οὔτε, φίλε, ἀπὸ σὲ θ’ ἀκούω τὸ στίχο
Καὶ τὴν πικρὴ ἁρμονία ποῦ κυβερνᾷ τον,
Οὔτε ἡ πνοή ’ς τὴν καρδιά πλιὸ θὰ μοῦ κρένῃ
Τῶν παρθένων Μουσῶν καὶ τῆς Ἀγάπης,
Μονάχη πνοὴ ’ς τὴν ἄστατη ζωή μου,
Ποιὸ θἆναι παρηγόρημα μιὰ πέτρα
Γιὰ τὲς χαμένες μέρες νὰ χωρίζῃ
Τὰ κόκκαλά μου ἀπ’ τ’ ἄμετρα ποῦ σπέρνει
’Σ τὲς στεριὲς καὶ ’ς τὲς θάλασσες ὁ Χάρος;
Ἀλήθεια, Πινδεμόντη, καὶ ἡ Ἐλπίδα,
Στερνὴ θεά, τοὺς τάφους φεύγει κι’ ὅλα
Ἡ λησμονιὰ στὴ νύχτα της τυλίγει
Κι’ ἀπὸ σάλο σὲ σάλο τὰ κουράζει
Μιὰ δύναμη δουλεύτρα κι’ ὅλα, ἀνθρώπους,
Τάφους, στερνὲς θωριὲς κι’ ἀπομεινάρια
Τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ ὁ καιρὸς ἀλλάζει.
Μὰ γιατὶ πρῶτα ἀπ’ τὸν καιρὸ τοῦ ἑαυτοῦ του
Θὰ φτονέσῃ ὁ θνητὸς τὴν πλάνη ποῦ τὸν
Σταματᾷ καὶ νεκρὸν ’ς τὴν θύρα τ’ Ἅδη;
Δὲ ζῇ αὐτὸς τάχα καὶ στὸ χῶμα, τόμου
Βουβὴ θὰ τοὖναι ἡ ἁρμονία τῆς μέρας,
Ἂ μὲ γλυκὲς φροντίδες ’ς τῶν δικῶν του
Τὸ νοῦ μπορεῖ νὰ τὴν ξυπνᾷ; Εἶναι οὐράνια
Ἡ ἀνταπόκριση τούτη τῆς ἀγάπης,
Οὐράνιο δῶρο στοὺς θνητούς. Καὶ ζοῦμε
Συχνὰ γι’ αὐτὴν μὲ τὸ νεκρό μας φίλο
Κι’ αὐτὸς μαζί μας, ἂν ἡ γῆ πονῶντας,
Ποῦ παιδὶ τὸν ἐδέχτη κ’ ἔθρεψέ τον,
Δώσῃ ἄσυλο στερνὸ καὶ σὰ σὲ μάνας
Κόρφο ἀμίαντο τὸ λείψανο φύλαξῃ
Ἀπὸ τῆς μπόρας τὸ δαρμὸ κι’ ἀπ’ τ’ ὄχλου
Τ’ ἀνίερο πόδι καὶ μιὰ πέτρα γλύσῃ
Τ’ ὄνομα κ’ ἕνα δέντρο μυρωμένο
Τὴ στάχτη μ’ ἴσκιους ἁπαλοὺς γλυκάνῃ.

Μόνο ὅποιος πίσω ἀγάπες δὲν ἀφίνει
Λίγο τοὺς τάφους χαίρεται, κι’ ἂν πέρα
Κοιτάξῃ ἀπὸ τὸ ξόδι, τὴν ψυχή του
Βλέπει νὰ παραδέρνῃ μὲς τὸ θρῆνο
Τῶν Ἀχερούσιων τέμπλων, ἢ ἀποκάτου
Ἀπὸ τοῦ θείου συχώριου τὰ μεγάλα
Φτερὰ νὰ καταφεύγῃ· μὰ τὴ σκόνη
Ἀφίνει ’ς ἔρμου σβώλου τὰ φλεσκούνια,
Ὅπου οὔτε νὰ προσεύκεται γυναῖκα
ἐρωτεμένη, οὔτε ν’ ἀκούῃ διαβάτης
Μοναχικὸς τὸ στέναγμα ποῦ στέρνει
’ς ἐμᾶς ἡ Φύση μέσα ἀπ’ τὰ μνημούρια.