Αισώπου Μύθοι/Χειμών και έαρ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Χειμὼν καὶ ἔαρ



Χειμὼν ἔσκωψε εἰς τὸ ἔαρ καὶ αὐτὸ ὠνείδισεν ὅτι εὐθὺς φανέντος ἡσυχίαν ἄγει ἔτι οὐδείς, ἀλλ᾿ ὁ μέν τις ἐπὶ λειμῶνας καὶ ἄλση γίνεται, ὅτῳ ἄρα φίλον δρέπεσθαι ἀνθέων καὶ κρίνων, ἢ καὶ ῥόδον τι περιαγαγεῖν τε τοῖς ἑαυτοῦ ὄμμασιν, καὶ παραθέσθαι [ἣ] παρὰ τὴν κόμην· ὁ δὲ ἐπιβὰς νεὼς καὶ διαβαίνων πέλαγος, ἂν τύχῃ, παρ᾿ ἄλλους ἤδη ἀνθρώπους ἔρχεται· καὶ ὅτι ἅπαντες ἀνέμων ἢ πολλοῦ ἐξ ὄμβρων ὕδατος ἔχουσι φροντίδα οὐκέτι. Ἐγώ, ἔφη, ἄρχοντι καὶ αὐτοδεσπότῃ ἔοικα, καὶ οὐδὲ εἰς οὐρανόν, ἀλλὰ κάτω που καὶ εἰς τὴν γῆν ἐπιτάττω βλέπειν καὶ δεδιέναι καὶ τρέμειν καὶ ἀγαπητῶς διημερεύειν ἔστιν ὅτε οἶκοι ἠνάγκασα. -- Τοιγαροῦν, ἔφη τὸ ἔαρ, σοῦ μὲν κἂν ἀπαλλαγεῖεν ἄνθρωποι ἀσμένως· ἐμοῦ δὲ αὐτοῖς καλὸν καὶ αὐτὸ εἶναι δοκεῖ τοὔνομα, καὶ νὴ μὰ Δία γε ὀνομάτων κάλλιστον, ὥστε καὶ ἀπόντος μέμνηνται καὶ φανέντος ἐπαγάλλονται.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ο Χειμώνας λογομαχούσε με την Άνοιξη, ποιός απο τους δύο είναι ο πιό σπουδαίος κ ο πιό μεγάλος. (Σημειωτέον οτι τέτοιου είδους λογομαχίες ήταν πολύ συνηθισμένες στη σουμερική λογοτεχνία, έχουμε μάλιστα ένα σουμερικό κείμενο, αρκετά εκτενέστερο απο τον παρόντα μύθο, με θέμα τη λογομαχία μεταξύ της ζεστής εποχής κ της κρύας, όπου ύστερα απο αρκετά επιχειρήματα καί απο τα δύο μέρη, κερδίζει τον αγώνα του λόγου η κρύα εποχή, που στο ζεστό κ ξερό κλίμα της Μεσοποταμίας ήταν πιό αγαπητή απο τη ζεστή εποχή).
Στα ελληνικά δεδομένα, ο Χειμώνας κορόιδευε την Άνοιξη οτι μόλις αυτή εμφανισθεί, κανείς δέν ησυχάζει πιά, αλλα τρέχουν όλοι: άλλος στα λειβάδια, άλλος στα δάση π.χ. για να βοσκήσει τα ζώα, άλλος στην εξοχή για να μαζέψει λουλούδια κ να στολίσει τα μαλλιάτου, άλλοι βγαίνουν στα χωράφια να δουλέψουν, κ άλλοι βγάζουν τα πλοία στη θάλασσα για να ταξιδέψουν. Κ κανείς δέν φοβάται πιά μή φυσήξει ή μήν γίνει η βροχή πλημμύρα. Ενώ εγώ, έλεγε ο Χειμώνας, είμαι ένας άρχοντας, ένας αυτοκράτορας, όλοι με φοβούνται κ με σέβονται τόσο που δέν κοιτάζουν στον ουρανό, αλλα αναγκάζονται να κοιτάζουν στη γή. Με φοβούνται κ με τρέμουν κ συχνά με σεβασμό μένουν μέσα στο σπίτιτους κ δέν βγαίνουν (όπως γινόταν σε κάποιες επίσημες ημέρες που απαγορευόταν, την αρχαία εποχή, να βγούν οι άνθρωποι απο τα σπίτιατους).
Ναί, απάντησε η Άνοιξη, αλλα εσύ όταν εξαφανίζεσαι, οι άνθρωποι χαίρονται. Εμένα αγαπάνε όχι μόνο την παρουσίαμου, αλλα ακόμη κ το όνομάμου, "Έαρ". Κ μάλιστα, αυτό το όνομα, Έαρ, είναι το πιό όμορφο απο όλα τα ονόματα του κόσμου! Όταν είμαι παρούσα, οι άνθρωποι έχουν μεγάλη χαρά, αλλα κ όταν απουσιάζω με θυμούνται παρηγορούμενοι με το όνομάμου. Άν ήταν στο χέρι των ανθρώπων, θα είχαν πάντοτε Άνοιξη, κ ποτέ Χειμώνα!


Η μεγαλύτερη ανωτερότητα είναι όχι να σε φοβούνται, ούτε ακόμη να σε σέβονται, αλλα να σε αγαπάει ο κόσμος.

Η λέξη έαρ, στην ΠρωτοΙνδοΕυρωπαϊκή wesa(r), βρίσκεται σε όλες τις ΙνδοΕυρωπαϊκές γλώσσες ακολουθώντας τις κανονικές φωνολογικές τροπές, π.χ. στα αρχαία Περσικά wahar κ έπειτα bahar, Σανσκριτικά wasanta, Λατινικά ver, στις σλαυικές γλώσσες vesna το οποίο χρησιμοποιείται συχνά κ ώς κοριτσίστικο όνομα.