Αισώπου Μύθοι/Φιλάργυρος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Φιλάργυρος



Φιλάργυρός τις οὐσίαν αὐτοῦ ἅπασαν ἐξαργυρωσάμενος καὶ βῶλον χρυσοῦν ποιήσας καὶ τοῦτον ἔν τινι τοίχῳ κατορύξας, καθ᾿ ἑκάστην ἐρχόμενος ἑώρα αὐτόν. Καὶ δὴ τῶν ἐργατῶν τις παρατηρήσας, καταλαβὼν τὸν τόπον καὶ τὸ χρυσίον εὑρὼν ἀνείλατο. Μετὰ μικρὸν δὲ ἐλθὼν ὁ ἴδιος δεσπότης καὶ μὴ εὑρὼν αὐτὸ ἤρξατο κλαίειν καὶ τίλλειν τὰς τρίχας αὐτοῦ. Ἰδὼν δέ τις αὐτὸν οὕτως ὀλοφυρόμενον ἐπυνθάνετο τὴν αἰτίαν καὶ μαθὼν ἔφη αὐτῷ· Ὦ οὗτος, μὴ λυποῦ, ἀλλὰ λαβὼν λίθον, θὲς ἀντ᾿ αὐτοῦ καὶ νόμιζε τὸ χρυσίον εἶναι· ὡς γὰρ ὁρῶ, οὐδὲ ὅτε ἦν, ἔχρῃζες αὐτοῦ. Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οὐδέν ἐστιν ἡ κτῆσις, ἐὰν μὴ ἡ χρῆσις παρῇ.

(variant version from Chambry's first edition)

Φιλάργυρος

Φιλάργυρός τις τὴν οὐσίαν ἐξαργυρισάμενος βῶλον χρυσοῦν ὠνήσατο καὶ τοῦτον πρὸ τοῦ τείχους κατορύξας διετέλει συνεχῶς ἐρχόμενος καὶ ἐπισκεπτόμενος. Τῶν δὲ περὶ τὸν τόπον ἐργατῶν τις παρατηρησάμενος αὐτοῦ τὰς ἀφίξεις καὶ ὑπονοήσας τὸ ἀληθές, ἀπαλλαγέντος αὐτοῦ, τὸ χρυσίον ἀνείλατο. Ὁ δέ, ὡς ἐπανελθὼν εὗρε τὸν τόπον κενόν, ἔκλαιε καὶ τὰς τρίχας ἐσπάρασσεν. Ἰδὼν δέ τις αὐτὸν ὑπερπαθοῦντα καὶ μαθὼν τὴν αἰτίαν ἔφη πρὸς αὐτόν· Μὴ λυποῦ, λαβὼν δὲ λίθον κατάθες ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ καὶ νόμιζε τὸ χρυσίον κεῖσθαι· οὐδὲ γάρ, ὅτε ἦν, ἐχρῶ αὐτῷ.
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι τὸ μηδέν ἑστιν ἡ κτῆσις, ἐὰν μὴ καὶ ἡ χρῆσις παρῇ.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένας φιλάργυρος πούλησε όλη του την περιουσία και την μετέτρεψε σε χρυσάφι. Τα έκανε έναν βώλο χρυσού, τον οποίο έκρυψε μέσα σε έναν τοίχο (κατά άλλες εκδοχές του μύθου, στο τείχος της πόλης, ή σε έναν λάκκο στο χωράφι του). Καθημερινά πήγαινε, άνοιγε την κρυψώνα και έβλεπε ότι ο χρυσός είναι στη θέση του. Κάποιος όμως που εργαζόταν εκεί κοντά, υποψιάσθηκε: "τί έρχεται και βλέπει αυτός εκεί κάθε μέρα;", Έτσι μια μέρα, αφού ο φιλάργυρος έφυγε, ο εργάτης πήγε να ψάξει τι κρύβει. Έσκαψε και βρήκε τον μεγάλο βώλο χρυσού, τον οποίο και έκλεψε.
Μετά από περίπου δύο ημέρες, ήρθε πάλι ο φιλάργυρος να ελέγξει το χρυσάφι του, όμως δεν το βρήκε στην κρυψώνα, «είχε κάνει φτερά»! «Όλη μου η περιουσία χάθηκε!, φώναζε. Έκλαιγε και οδύρονταν τραβώντας τα μαλλιά του. Κάποιος γνωστός του τον άκουσε και τον ρώτησε τί συμβαίνει. «Όλη μου την περιουσία την είχα κάνει έναν βώλο χρυσού, τον είχα κρύψει και κάποιος μου τον έκλεψε». - "Μην λυπάσαι, γιατί εκεί που είχες τον χρυσό σαν πέτρα του φερώσουν.»
Το ηθικό δίδαγμα σε αυτό το μύθο του Αισώπου είναι, ότι ο πλούτος χάνει κάθε αξία αν περιπέσει σε αχρησία. (Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι τὸ μηδέν ἑστιν ἡ κτῆσις, ἐὰν μὴ καὶ ἡ χρῆσις παρῇ'.)