Αισώπου Μύθοι/Σφήκες και πέρδικες και γεωργός

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Σφῆκες καὶ πέρδικες καὶ γεωργός



Σφῆκες καὶ πέρδικες δίψῃ συνεχόμενοι πρὸς γεωργὸν ἦλθον παρ᾿ αὐτοῦ αἰτοῦντες πιεῖν, ἐπαγγελλόμενοι ἀντὶ τοῦ ὕδατος ταύτην τὴν χάριν ἀποδώσειν· οἱ μὲν πέρδικες σκάπτειν τὰς ἀμπέλους, οἱ δὲ σφῆκες κύκλῳ περιιόντες τοῖς κέντροις ἀποσοβεῖν τοὺς κλέπτας. Ὁ δὲ γεωργὸς ἔφη· Ἀλλ᾿ ἔμοιγέ εἰσι δύο βόες, οἳ μηδὲν ἐπαγγελλόμενοι πάντα ποιοῦσιν· ἄμεινον οὖν ἐστιν ἐκείνοις δοῦναι ἤπερ ὑμῖν. Ὁ μῦθος πρὸς ἄνδρας ἐξώλεις ὠφελεῖν μὲν ἐπαγγελλομένους, βλάπτοντας δὲ μεγάλα.

(variant version from Chambry's first edition)

Σφῆκες καὶ πέρδικες καὶ γεωργός

Σφῆκές ποτε καὶ πέρδικες δίψει συνεχόμενοι ἧκον πρὸς γεωργὸν καὶ παρὰ τούτου ποτὸν ᾔτουν ἐπαγγελλόμενοι ἀντὶ τοῦ ὕδατος, οἱ μὲν πέρδικες περισκάψειν τὰς ἀμπέλους καὶ τοὺς βότρυας εὐπρεπεῖς ποιήσειν, οἱ δὲ κύκλῳ περιστάντες τοῖς κέντροις τοὺς κλέπτας ἀπώσεσθαι. Κἀκεῖνος ὑποτυχὼν εἶπεν· Ἀλλ᾿ ἔμοιγέ εἰσι δύο βόες, οἵτινες μηδέν μοι κατεπαγγελλόμενοι πάντα ποιοῦσιν· οἷς ἄμεινόν ἐστιν ἢ ὑμῖν τὸ ποτὸν παρασχεῖν.
Πρὸς ἄνδρα ἀχάριστον ὁ λόγος εὔκαιρος.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Κάποτε έπεσε ξηρασία, οι πέρδικες κ οι σφήκες δέν βρίσκανε νερό. Πήγαν λοιπόν σε έναν αμπελουργό κ τον παρακάλεσαν να τους δώσει νερό να πιούν. "Σε αντάλλαγμα, εμείς οι πέρδικες θα σου σκαλίσουμε το αμπέλι κ θα καθαρίσουμε απο τα έντομα", "Εμείς οι σφήκες θα τριγυρίζουμε γύρω απο το αμπέλι για να διώχνουμε τους κλέφτες", του υπόσχονταν.
Ο αμπελουργός απάντησε: "έχω δύο βόδια, τα οποία δέν μου υπόσχονται τίποτε αλλα μου προσφέρουν τα πάντα. Γι' αυτό, το νερόμου θα το δώσω στα βόδιαμου, κ όχι σε εσάς".
(Φαίνεται φοβόταν κιόλας οτι οι πέρδικες κ οι σφήκες αντί να βοηθησουν, θα του φάνε κ τα σταφύλια).


Ο συνετός άνθρωπος ανταμείβει όχι εκείνους που του υπόσχονται, αλλα εκείνους που του προσφέρουν.