Αισώπου Μύθοι/Συς άγριος και ίππος και κυνηγέτης

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Σῦς ἄγριος καὶ ἵππος καὶ κυνηγέτης



Σῦς ἄγριος καὶ ἵππος ἐν ταὐτῷ ἐνέμοντο. Τοῦ δὲ συὸς παρ᾿ ἕκαστα τὴν πόαν διαφθείροντος καὶ τὸ ὕδωρ θολοῦντος, ὁ ἵππος βουλόμενος αὐτὸν ἀμύνασθαι [ἐπὶ] κυνηγέτην σύμμαχον παρέλαβε. Κἀκείνου εἰπόντος μὴ ἄλλως δύνασθαι αὐτῷ βοηθεῖν, ἐὰν μὴ χαλινόν τε ὑπομείνῃ καὶ αὐτὸν ἐπιβάτην δέξηται, ὁ ἵππος πάντα ὑπέστη. Καὶ ὁ κυνηγέτης ἐποχηθεὶς αὐτῷ καὶ τὸν σῦν κατηγωνίσατο καὶ τὸν ἵππον προσαγαγὼν τῇ φάτνῃ προσέδησεν. Οὕτω πολλοὶ δι᾿ ἀλόγιστον ὀργήν, ἕως τοὺς ἐχθροὺς ἀμύνασθαι θέλουσιν, ἑαυτοὺς ἑτέροις ὑποῤῥίπτουσιν.

(variant version from Chambry's first edition)

Ἵππος καὶ σῦς ἄγριος

Οὔπω χαλινὸν ἵππος ᾔδει, οὐδὲ νῶτον ἀνθρώπῳ παρεῖχε πρὸς καθέδραν. Σῦς δὲ αὐτὸν ἄγριος ἔβλαπτε, τὴν χλόην ἣν ἐνέμετο κόπτων καὶ κατορύσσων καὶ τὸ ὕδωρ ταράσσων ἔνθα ἔπινε. Διὰ τοῦτο ὁ μῶρος ἵππος πρὸς ἄμυναν τοῦ ἠδικηκότος συὸς διεγερθεὶς φιλίαν ἐσπείσατο μετὰ ἀνδρὸς ποικίλου, βοηθεῖν δὲ ἔλεγεν αὐτῷ καὶ ἐκδικεῖν κατὰ τοῦ βλάπτοντος ἐχθροῦ. Ὁ δὲ εἶπεν· Ὅρκῳ πίστωσόν με ὅ λέγω σοι ποιήσειν. Ὁ δὲ ἵππος ἐπείσθη. Ὁ δὲ εἶπεν· Οὐ δυνατόν με πεζὸν ὄντα καταπολεμῆσαι τοῦτον· ἀλλ᾿ ἐὰν χαλινὸν δέξῃ καί με τοῖς νώτοις σου βαστάσῃς καὶ δῷς ὅπως σε κάμπτω καί τρέχοντα κωλύω, ἐλπίζω τότε τὸν σῦν εὐκόως ἀναιρήσειν. Ὁ δὲ ἵππος ὑπὸ ὀργῆς τὰς φρένας τυπλωθεὶς παρέδωκεν ἑαυτὸν καὶ ὑπο τοῦ δοκοῦντος ὠφελεῖν ἐχειρώθη.
Ὅτι θυμὸς οἶδεν δουλῶσαι καὶ ταπεινῶσαι ἄνδρα γενναῖον καὶ πρὸς ἄμυναν [γενέσθαι] τοῦ ἀδικηκότος ὡρμημένον.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένα άγριο άλογο, που δέν είχε ποτέτου φορέσει χαλινάρι κ δέν το είχε ποτέ καβαλλήσει άνθρωπος, έβοσκε σε έναν τόπο, όπου ήταν κ ένα αγριογούρουνο, το οποίο αγριογούρουνο χαλνούσε το χορτάρι, συχνά σκάλιζε κ τη γή χαλνώντας τις ρίζες του χορταριού, λερώνοντας κ με χώμα τα χορτάρια, εκτός που κόπριζε με την κοπριά κ τα ούρατου, θόλωνε κ το νερό πίνοντας.
(Κατα άλλη εκδοχή του μύθου, το άλογο δέν ζούσε εκεί αλλα ήθελε να πάει στον καλό τόπο, κ εμπόδιο ήταν το αγριογούρουνο, που αλλού αναφέρεται αόριστα ώς "θηρίο").
Σάν βρέθηκε εκεί ένας κυνηγός, το άλογο σκέφθηκε να του ζητήσει τη βοήθειατου για να σκοτώσουν το αγριογούρουνο: εσύ θα πάρεις το αγριογούρουνο, το κρέας, το δέρμα, τους χαυλιόδοντέςτου, κ εγώ θα ησυχάσω απο την ενόχλησήτου, είπε στον κυνηγό.
Ο κυνηγός απάντησε: Δέν μπορώ πεζός να κυνηγήσω ένα τόσο δυνατό αγριογούρουνο. Θα χρειασθεί να σου βάλω μιά σέλλα για να καθίσω επάνωσου, κρατώντας δύο ακόντια, κ να σου βάλω κ ένα χαλινάρι. - Γιατί χαλινάρι; - Για να σε οδηγώ δεξιά, αριστερά, κ να σε φρενάρω όπου χρειάζεται, εξήγησε ο κυνηγός. - Εντάξει, είπε το άλογο. Τότε ο κυνηγός σέλλωσε, χαλίνωσε κ καβάλλησε το άλογο, έτσι μπόρεσε με ευκολία να σκοτώσει το αγριογούρουνο, κ έπειτα πήρε το άλογο σελλωμένο κ χαλινωμένο κ το έδεσε στο μαντρίτου. Το είχε δικότου, υπόδουλο στο εξής, το καβαλλούσε κ το έβαζε στις δουλειέςτου. Κ έτσι το άλογο δέν κέρδισε τίποτε που σκοτώθηκε το αγριογούρουνο, μόνο έχασε την ελευθερίατου.
Παρόμοιες διατυπώσεις αυτού του μύθου υπάρχουν στη ρητορική του Αριστοτέλη καθώς κ στα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.

Περίπου ίδια είναι η παραβολή που αναφέρεται στο αρχαιότερο βιβλίο του κόσμου: http://users.sch.gr/ioakenanid/worldsoldest.htm:

TURUQ αδυνατισμένο, ισχνό AT άλογο SΕMRÍTÍ JEERÍN της πάχυνσης τον τόπο ŒPΕN σάν αναλογίστηκε, JYCYRY τρέχοντας BARMEEš έφυγε, πήγε. UTRU JEERDΕ στον απέναντίτου τόπο (=απέναντίτου, μπροστά στο άλογο) OgRI κλέφτης SOOQUšUP συναντώντας(το) TUTUUPAN το έπιασε και MÍNMEEš το καβαλλίκεψε. JEELÍŊΕ στην χαίτητου, QUdURšUgIIŊNIIŊA [QUdURXOgNIŊA] στον κόκκυγγατου TΕCÍ μέχρι (=απο τη χαίτητου μέχρι τον κόκκυγγάτου) JAgRIIPAN πληγιάζει και QAMšAJU να κινηθεί (όπως το ίδιο θέλει) UMAATIIN μή μπορώντας TURUR στέκεται, TEER λέει (ο χρησμός). ANXA έτσι BÍLÍŊ να κρίνετε: JAVLAQ κακό OL είναι.