Αισώπου Μύθοι/Ποιμήν και λυκιδείς

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αἰσώπου Μῦθοι
Ποιμὴν καὶ λυκιδεῖς


Ποιμὴν εὑρὼν λυκιδεῖς, τούτους μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας ἔτρεφεν, οἰόμενος ὅτι τελειωθέντες οὐ μόνον τὰ ἑαυτοῦ πρόβατα τηρήσουσιν, ἀλλὰ καὶ ἕτερα ἁρπάζοντες αὐτῷ οἴσουσιν. Οἱ δέ, ὡς τάχιστα ηὐξήθησαν, ἀδείας τυχόντες πρῶτον αὐτοῦ τὴν ποίμνην διαφθείρειν ἤρξαντο. Καὶ ὡς ταῦτα ᾔσθετο, ἀναστενάξας εἶπεν· «Ἀλλ’ ἔγωγε δίκαια πέπονθα· τί γὰρ τούτους νηπίους ὄντας ἔσῳζον οὓς ἔδει καὶ ηὐξημένους ἀναιρεῖν;»

Οὕτως οἱ τοὺς πονηροὺς περισῴζοντες λανθάνουσι καθ’ ἑαυτῶν πρῶτον αὐτοὺς ῥωννύντες.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένας τσομπάνος βρήκε κάτι μικρά λυκάκια, νεογέννητα, τα πήρε κ τα ανέτρεφε με στοργή σκεπτόμενος: "αυτά όταν μεγαλώσουν θα μου φυλάνε το κοπάδι πιό καλά κ απο σκυλιά. Κ όχι μόνο θα μου φυλάνε το κοπάδι, αλλα θα κλέβουν κ θα μου φέρνουν πρόβατα απο ξένα κοπάδια". Έτσι, τα έτρεφε, εκείνα μεγάλωσαν, κ το πρώτο πράγμα που έκαναν τότε ήταν να ρημάξουν το κοπάδι κατασπαράζοντας τα πρόβατα. Τότε ο βοσκός αναστέναξε μετανιωμένος κ είπε: "εγώ φταίω! Έπρεπε όταν τα βρήκα μικρά να τα έπνιγα, όχι που τα ανέτρεφα κιόλας!"