Αισώπου Μύθοι/Παρακαταθήκην ειληφώς και Όρκος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Παρακαταθήκην εἰληφὼς καὶ Ὅρκος



Παρακαταθήκην τις λαβὼν φίλου ἀποστερεῖν διενοεῖτο. Καὶ δὴ προσκαλουμένου αὐτὸν ἐκείνου ἐπὶ ὅρκον, εὐλαβούμενος εἰς ἀγρὸν ἐπορεύετο. Γενόμενος δὲ κατὰ τὰς πύλας, ὡς ἐθεάσατό τινα χωλὸν ἐξιόντα, ἐπυνθάνετο αὐτοῦ τίς τε εἴη καὶ ποῖ πορεύοιτο. Τοῦ δὲ εἰπόντος αὑτὸν Ὅρκον εἶναι καὶ ἐπὶ τοὺς ἀσεβεῖς βαδίζειν, ἐκ δευτέρου ἠρώτα διὰ πόσου χρόνου ἐπιφοιτᾶν ταῖς πόλεσι εἴωθεν. Ὁ δὲ ἔφη· Διὰ τεσσαράκοντα ἐτῶν, ἐνίοτε δὲ καὶ τριάκοντα. Καὶ ὃς οὐδὲν μελλήσας τῇ ὑστεραίᾳ ὄμοσε μὴ εἰληφέναι τὴν παρακαταθήκην. Περιπεσὼν δὲ τῷ Ὅρκῳ, καὶ ἀπαγόμενος ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐπὶ κρημνόν, ᾐτιᾶτο αὐτὸν ὡς προειπὼν αὐτῷ διὰ τριάκοντα ἐτῶν ἐπιπορεύεσθαι, οὐδὲ πρὸς μίαν ἡμέραν ἄδειαν δέδωκεν. Ὁ δὲ ὑπολαβὼν ἔφη· Ἀλλ᾿ εὖ ἴσθι ὡς, ὅταν μέλλῃ τις ἀνιᾶσαί με, καὶ αὐθημερὸν ἐπιφοιτᾶν εἴωθα.
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι ἀδιόριστός ἐστιν ἡ κατὰ τῶν ἀσεβῶν ἐκ θεοῦ τιμωρία.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Στα αρχαία "παρακαταθήκη" λεγόταν κάτι που κάποιος έδινε για φύλαξη. Κάποτε λοιπόν ένας έδωσε στον φίλοτου κάτι να του το φυλάξει, κ ο φίλος ήθελε να του "το φάει", να το κρατήσει για δικότου. Εκείνος που είχε δώσει το πράγμα για φύλαξη έμενε στην εξοχή, κ αφού ο λαβών δέν το έδινε, τον κάλεσε να έρθει στο σπίτιτου στην εξοχή για να ορκισθεί επισήμως άν, καθώς έλεγε, δέν έλαβε το πράγμα προς φύλαξη (την "παρακαταθήκη"). Φτάνοντας στις πύλες της πόλης (οι αρχαίες πόλεις είχαν πάντοτε τείχος γύρω γύρω) είδε να βγαίνει εκείνη την ώρα ένας κουτσός. Τον ρωτάει "ποιός είσαι", ο κουτσός απαντά "είμαι ο Όρκος" - "ά! και πού πηγαίνεις;" - "πάω να πιάσω κ να τιμωρήσω τους ασεβείς" - "να σε ρωτήσω κάτι, πόσον καιρό συνήθως κάνεις ώσπου να πιάσεις κάποιον;" - "κάνω καμιά σαρανταριά χρόνια, άλλοτε καμιά τριανταριά χρόνια...". Σάν έφτασε λοιπόν ο λαβών την παρακαταθήκη στον φίλοτου, ορκίστηκε "δέν πήρα ποτέ απο εσένα τέτοιο πράγμα που λές για φύλαξη". Κ έφυγε.

Την ίδια μέρα εκείνος ο άνθρωπος ο επίορκος έπεσε σε γκρεμό - τυχαία, θα λέγαμε, αλλα δέν ήταν τυχαίο: ο Όρκος τον έφερε και τον έρριξε εκεί. Του λέει τότε: Όρκε, είσαι μεγάλος ψεύτης! Δέν είσαι καθόλου εντάξει! Μου έλεγες οτι κάνεις τριάντα σαράντα χρόνια να πιάσεις έναν άνθρωπο, κ εμένα τώρα ούτε μιά μέρα δέν με άφησες!

Απαντά ο Όρκος: να είσαι σίγουρος οτι όταν κάποιος πάει τόσο πολύ να με στενοχωρήσει, του έρχομαι ακόμα κ την ίδια μέρα!