Αισώπου Μύθοι/Παις και λέων γεγραμμένος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


[...]

(variant version from Chambry's first edition)


Παῖς καὶ λέων γεγραμμένος



Υἱόν τις γέρων δειλὸς μονογενῆ ἔχων γενναῖον, κυνηγεῖν ἐφιέμενον, εἶδε τοῦτον καθ᾿ ὕπνους ὑπὸ λέοντος ἀναλωθέντα. Φοβηθεὶς δὲ μή πως ὁ ὄνειρος ἀληθεύσῃ, οἴκημα κάλλιστον καὶ μετέωρον κατεσκεύασε, κἀκεῖσε τὸν υἱὸν εἰσαγαγὼν ἐφύλαττεν. Ἐζωγράφησε δὲ ἐν τῷ οἰκήματι πρὸς τέρψιν τοῦ υἱοῦ παντοῖα ζῷα, ἐν οἷς ἦν καὶ λέων. Ὁ δὲ ταῦτα μᾶλλον ὁρῶν πλείονα λύπην εἶχε. Καὶ δήποτε πλησίον τοῦ λέοντος στὰς εἶπεν· Ὦ κάκιστον θηρίον, διὰ σὲ καὶ τὸν ψευδῆ ὄνειρον τοῦ ἐμοῦ πατρὸς τῇδε τῇ οἰκίᾳ κατεκλείσθην, ὡς ἐν φρουρᾷ· τί σοι ποιήσω; Καὶ εἰπὼν ἐπέβαλε τῷ τοίχῳ τὴν χεῖρα ἐκτυφλῶσαι τὸν λέοντα. Σκόλοψ δὲ τῷ δακτύλῳ αὐτοῦ ἐμπαρεὶς ὄγκωμα καὶ φλεγμονὴν μέχρι βουβῶνος εἰργάσατο· πυρετὸς δὲ ἐπιγενόμενος αὐτῷ θᾶττον τοῦ βίου μετέστησεν. Ὁ δὲ λέων καὶ οὕτως ἀνῄρηκε τὸν παῖδα, μηδὲν τῷ τοῦ πατρὸς ὠφεληθέντα σοφίσματι.
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οὐδεὶς δύναται τὸ μέλλον ἐκφυγεῖν.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένας πατέρας είχε έναν μοναχογιό γενναίο, που του άρεσε να κυνηγά ζώα. Μιά νύχτα ο πατέρας είδε στον ύπνοτου οτι ένα λιοντάρι έτρωγε τον γιότου. Φοβήθηκε, κ δέν άφησε ξανά τον γιότου να πάει στο κυνήγι. Μάλιστα, κατασκεύασε ένα σπίτι πολύ όμορφο, το οποίο δέν είχε πάτωμα στη γή, ήταν χτισμένο πάνω σε ψηλούς στύλους, κ σε εκείνο το σπίτι μέσα έκλεισε τον γιότου κ δέν τον άφηνε να βγεί. Για να του κάνει την διαμονή εκει μέσα πιό ευχάριστη, μιά που ο γιός δέν μπορούσε να βγεί απο εκεί κ του άρεσε το κυνήγι, έβαλε να ζωγραφίσουν στους τοίχους του μετέωρου εκείνου σπιτιού διάφορα ζώα, μεταξύ των οποίων κ ένα λιοντάρι. Ο γιός βλέποντας τα ζωγραφισμένα ζώα δέν παρηγορούνταν με αυτά, αλλα αντίθετα σκεφτόταν το κυνήγι πόσο του έλειπε. Μιά μέρα, κοίταζε το ζωγραφισμένο λιοντάρι κ του μιλούσε με μίσος: "άθλιο ζώο! εξ αιτίας εσένα κ το χαζό όνειρο του πατέραμου είμαι κλεισμένος σε αυτό εδώ το σπιτάκι σάν κρατούμενος. Ούτε να κυνηγήσω μπορώ, ούτε να βγώ έξω! Έ, να σε πιάσω στα χέριαμου, τί έχεις να πάθεις!". Λέγοντας έτσι, χτύπησε με το δάχτυλότου το μάτι του ζωγραφισμένου λιονταριού, σάν να μπορούσε να του βγάλει το μάτι. Τότε όμως με το χτύπημα του δαχτύλου έκανε τρυπούλα στον τοίχο, απο όπου μπήκε στο δάχτυλο, κάτω απο το νύχι του παιδιού μιά ακίδα, κ η ακίδα εκείνη προκάλεσε μόλυνση η οποία προχώρησε σε όλο το σώμα του παιδιού: πρήστηκε σε όλοτου το σώμα κ έκανε πυρετό, έτσι το παιδί πέθανε με οικτρό θάνατο - θα του ήταν πιό τιμητικό να πέθαινε πολεμώντας με ένα αληθινό λιοντάρι.


Ο μύθος αυτός όπως κ ο προηγούμενος θέλει να επισημάνει οτι "το πεπρωμένον φυγεῖν αδύνατον".