Αισώπου Μύθοι/Οδοιπόρος και Ερμής

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αἰσώπου Μῦθοι
Ὁδοιπόρος καὶ Ἑρμῆς


Ὁδοιπόρος πολλὴν ὁδὸν ἀνύων ηὔξατο, ἐὰν εὕρῃ τι, τούτου τὸ ἥμισυ τῷ Ἑρμῇ ἀναθήσειν. Περιτυχὼν δὲ πήρᾳ, ἐν ᾗ ἀμύγδαλά τε ἦν καὶ φοίνικες, ταῦτα ἀνείλατο οἰόμενος ἀργύριον εἶναι. Ἐκτινάξας δέ, ὡς εὗρε τὰ ἐνόντα, ταῦτα καταφαγὼν καὶ λαβὼν τῶν τε ἀμυγδάλων τὰ κελύφη καὶ τῶν φοινίκων τὰ ὀστᾶ, ταῦτα ἐπί τινος βωμοῦ ἔθηκεν, εἰπών· «Ἀπέχεις, ὦ Ἑρμῆ, τὴν εὐχήν· καὶ γὰρ τὰ ἐντὸς ὧν εὗρον καὶ τὰ ἐκτὸς πρὸς σὲ διανενέμημαι.»

Πρὸς ἄνδρα φιλάργυρον διὰ πλεονεξίαν καὶ θεοὺς κατασοφιζόμενον ὁ λόγος εὔκαιρος.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένας οδοιπόρος βάδιζε μακρύ δρόμο, και σκεφτόταν: «Τι ωραία θα ήταν στο δρόμο που πηγαίνω να βρώ κατα τύχη κανένα πολύτιμο ή χρήσιμο πράγμα.» Έταξε λοιπόν τότε ο οδοιπόρος: «Αν βρω κάτι πολύτιμο ή χρήσιμο στο δρόμο που βαδίζω, το μισό από αυτό θα το προσφέρω θυσία ή ανάθημα στον θεό Ερμή.» Αφού έταξε έτσι ο οδοιπόρος, ύστερα από λίγο βρήκε ένα σακκί. Σκέφθηκε: «Ο θεός Ερμής άκουσε την προσευχή μου και μου προσέφερε χρήματα.» Κοίταξε μέσα στο σακκί, δεν είχε χρήματα, αλλά ήταν γεμάτο χουρμάδες και αμύγδαλα. Έφαγε όλους τους χουρμάδες και όλα τα αμύγδαλα και κράτησε στο σακκί από τα αμύγδαλα τα τσόφλια και απο τους χουρμάδες τα κουκούτσια. Όταν έφτασε στην πόλη, έβαλε τα τσόφλια και τα κουκούτσια να καούν πάνω σε έναν βωμό λέγοντας: «Σου προσφέρω εκείνο που σου έταξα: τα μισά απο όσα βρήκα. Καί τα μέσα καί τα έξω απο εκείνα που μου έδωσες, σου τα προσφέρω.»