Αισώπου Μύθοι/Οδοιπόροι και άρκτος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Ὁδοιπόροι καὶ ἄρκτος



Δύο φίλοι τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἐβάδιζον. Ἄρκτου δὲ αὐτοῖς ἐπιφανείσης, ὁ μὲν ἕτερος φθάσας ἀνέβη ἐπί τι δένδρον καὶ ἐνταῦθα ἐκρύπτετο, ὁ δὲ ἕτερος μέλλων περικατάληπτος γίνεσθαι, πεσὼν κατὰ τοῦ ἐδάφους τὸν νεκρὸν προσεποιεῖτο. Τῆς δὲ ἄρκτου προσενεγκούσης αὐτῷ τὸ ῥύγχος καὶ περιοσφραινομένης τὰς ἀναπνοὰς συνεῖχε· φασὶ γὰρ νεκροῦ μὴ ἅπτεσθαι τὸ ζῷον. Ὑποχωρησάσης δέ, ὁ ἀπὸ τοῦ δένδρου καταβὰς ἐπυνθάνετο αὐτοῦ τί ἡ ἄρκτος πρὸς τὸ οὖς εἴρηκεν. Ὁ δὲ εἶπε· Τοῦ λοιποῦ τοιούτοις μὴ συνοδοιπορεῖν φίλοις οἳ ἐν κινδύνοις οὐ παραμένουσιν. Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι τοὺς γνησίους τῶν φίλων αἱ συμφοραὶ δοκιμάζουσιν.

(variant version from Chambry's first edition)

Ὁδοιπόροι καὶ ἄρκτος

Δύο φίλοι τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἐβάδιζον. Καὶ δὴ ἄρκτος αὐτοῖς συναντήσας τὸν μὲν ἕνα εἰς φυγὴν ἔτρεψεν· ὃς καὶ ἀναβὰς ἐπὶ δένδρον ἐκρύβη. Ὁ δὲ ἕτερος τοῦτο ποιῆσαι μὴ δυνηθείς, ὡς ἔγνω ἑαυτὸν μέλλοντα κυριευθῆναι ὑπὸ τῆς ἄρκτου, πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς προσεποιεῖτο τεθνάναι. Ἡ δὲ ἄρκτος ἐλθοῦσα ἐπ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ὠσφραίνετο τήν τε ἀναπνοὴν αὐτοῦ καὶ τὰς φρένας καὶ τὴν ἀκοήν. Ὁ δὲ εὐτόνως κατεῖχε τὴν ἀναπνοὴν αὐτοῦ. Ἡ δὲ ἄρκτος ὑπολαβοῦσα νεκρὸν αὐτὸν εἶναι ἀνεχώρησε· φασὶ γὰρ νεκροῦ μὴ ἅπτεσθαι τὴν ἄρκτον. Ὁ δὲ ἕτερος καταβὰς ἀπὸ τοῦ δένδρου ἐπυνθάνετο τί πρὸς τὸ οὖς αὐτοῦ ἐλάλει ἡ ἄρκτος. Ὁ δὲ εἶπε· Τοῦτο ἔφη· ἀπὸ τοῦ νῦν τοιούτοις μὴ συνόδευε φίλοις.
Ὁ μῦθος δηλοῖ ἀπέχεσθαι τῶν φίλων οἵτινες ἐν καιρῷ περιστάσεως οὐ περιμένουσι βοηθῆσαι τοῖς φίλοις.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Δύο φίλοι οδοιπορούσαν, και καθώς περνούσαν μέσα απο ένα δάσος ξαφνικά εμφανίστηκε μιά αρκούδα. Φοβήθηκαν καί οι δύο. Ο ένας έτρεξε κ ανέβηκε σε ένα δέντρο, όπου ήταν ασφαλής. Ο άλλος δέν πρόλαβε να απομακρυνθεί, οπότε σκέφθηκε "το μόνο που με σώζει τώρα είναι να κάνω τον νεκρό, γιατί η αρκούδα δέν αγγίζει ποτέ νεκρό σώμα". Έτσι κ έκανε, έπεσε καταγής ασάλευτος. Η αρκούδα πλησίασε τη μουσούδατης στο πρόσωπότου για να νιώσει και να οσφρανθεί την αναπνοήτου, οπότε θα καταλάβαινε οτι είναι ζωντανός. Εκείνος όμως κράτησε κ την αναπνοήτου για κάμποση ώρα, κ η αρκούδα βλέποντας οτι δέν ανασαίνει βεβαιώθηκε οτι είναι νεκρός κ τον άφησε, κ έφυγε. Τότε κατέβηκε και ο άλλος απο το δέντρο και του λέει: "Πώ, πώ! η αρκούδα σε πλησίασε τόσο πολύ! Την είδα που κάτι σου έλεγε στο αυτί, τί σου είπε;" - "μου είπε, άλλη φορά να μήν ταξιδεύω μαζί με ανθρώπους που όταν δούνε τα σκούρα τρέχουνε για να σώσουνε μόνο το δικότους τομάρι αφήνοντας τους φίλουςτους στο έλεος της κάθε αρκούδας!".