Αισώπου Μύθοι/Ξυλευόμενος και Ερμής

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Ξυλευόμενος καὶ Ἑρμῆς



Ξυλευόμενός τις παρὰ ποταμῷ τὸν οἰκεῖον ἀπέβαλε πέλεκυν. Ἀμηχανῶν τοίνυν παρὰ τὴν ὄχθην καθίσας ὠδύρετο. Ἑρμῆς δὲ μαθὼν τὴν αἰτίαν καὶ οἰκτείρας τὸν ἄνθρωπον, καταδὺς εἰς τὸν ποταμὸν χρυσοῦν ἀνήνεγκε πέλεκυν, καὶ εἰ οὗτός ἐστιν ὃν ἀπώλεσεν ἤρετο. Τοῦ δὲ μὴ τοῦτον εἶναι φαμένου, αὖθις καταβὰς ἀργυροῦν ἀνεκόμισε. Τοῦ δὲ μηδὲ τοῦτον εἶναι τὸν οἰκεῖον εἰπόντος, ἐκ τρίτου καταβὰς ἐκεῖνον τὸν οἰκεῖον ἀνήνεγκε. Τοῦ δὲ τοῦτον ἀληθῶς εἶναι τὸν ἀπολωλότα φαμένου, Ἑρμῆς ἀποδεξάμενος αὐτοῦ τὴν δικαιοσύνην, πάντας αὐτῷ ἐδωρήσατο. Ὁ δὲ παραγενόμενος πρὸς τοὺς ἑταίρους τὰ συμβάντα αὐτοῖς διεξελήλυθεν· ὧν εἱς τις τὰ ἴσα διαπράξασθαι ἐβουλεύσατο, καὶ παρὰ τὸν ποταμὸν ἐλθὼν καὶ τὴν οἰκείαν ἀξίνην ἐξεπίτηδες ἀφεὶς εἰς τὸ ῥεῦμα κλαίων ἐκάθητο. Ἐπιφανεὶς οὖν ὁ Ἑρμῆς κἀκείνῳ καὶ τὴν αἰτίαν μαθὼν τοῦ θρήνου, καταβὰς ὁμοίως χρυσῆν ἀξίνην ἐξήνεγκε καὶ ἤρετο εἰ ταύτην ἀπέβαλε. Τοῦ δὲ σὺν ἡδονῇ· Ναὶ ἀληθῶς ἥδ᾿ ἐστί φήσαντος, μισήσας ὁ θεὸς τὴν τοσαύτην ἀναίδειαν, οὐ μόνον ἐκείνην κατέσχεν, ἀλλ᾿ ουδὲ τὴν οἰκείαν ἀπέδωκεν. Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι, ὅσον τοῖς δικαίοις τὸ θεῖον συναίρεται, τοσοῦτον τοῖς ἀδίκοις ἐναντιοῦται.

(variant version from Chambry's first edition)

Ξυλευόμενος καὶ Ἑρμῆς

Ξυλευόμενός τις παρά τινα ποταμὸν τὸν πέλεκυν ἀπέβαλε· τοῦ δὲ ῥεύματος παρασύραντος αὐτόν, καθήμενος ἐπὶ τῆς ὄχθης ὠδύρετο, μέχρις οὗ ὁ Ἑρμῆς ἐλεήσας αὐτὸν ἧκε. Καὶ μαθὼν παρ᾿ αὐτοῦ τὴν αἰτίαν δι᾿ ἣν ἔκλαιε, τὸ μὲν πρῶτον καταβὰς χρυσοῦν αὐτῷ πέλεκυν ἀνήνεγκε καὶ ἐπυνθάνετο εἰ οὗτος αὐτοῦ εἴη. Τοῦ δὲ εἰπόντος μὴ τοῦτον εἶναι, ἐκ δευτέρου ἀργυροῦν ἀνήνεγκε καὶ πάλιν ἀνηρώτα εἰ τοῦτον ἀπέβαλεν. Ἀρνησαμένου δὲ αὐτοῦ, τὸ τρίτον τὴν ἰδίαν ἀξίνην ἀνεκόμισε. Τοῦ δὲ ἐπιγνόντος, ἀποδεξάμενος αὐτοῦ τὴν δικαιοσύνην πάσας αὐτῷ ἐχαρίσατο. Καὶ ὃς ἐπανελόμενος, ἐπειδὴ παρεγένετο πρὸς τοὺς ἑταίρους, τὰ γεγενημένα αὐτοῖς διηγήσατο. Τῶν δέ τις ἐποφθαλμιάσας ἐβουλήθη καὶ αὐτὸς τῶν ἴσων περιγενέσθαι. Διόπερ ἀναλαβὼν πέλεκυν παρεγένετο ἐπὶ τὸν αὐτὸν ποταμὸν καὶ ξυλευόμενος ἐπίτηδες τὴν ἀξίνην εἰς τὰς δίνας ἀφῆκε καθεζόμενός τε ἔκλαιεν. Ἑρμοῦ δὲ ἐπιφανέντος καὶ πυνθανομένου τί τὸ συμβεβηκὸς εἴη, ἔλεγε τὴν τοῦ πελέκεως ἀπόλειαν. Τοῦ δὲ χρυσοῦν αὐτῷ ἀνενεγκόντος καὶ διερωτῶντος εἰ τοῦτον ἀπολώλεκεν, ὑπὸ τοῦ κέρδους ὑποφθὰς ἔφασκεν αὐτὸν εἶναι. Καὶ ὁ θεὸς αὐτῷ οὐ μόνον οὐκ ἐχαρίσατο, ἀλλ᾿ οὐδὲ τὸν ἴδιον πέλεκυν ἀποκατέστησεν.
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι, ὅσον τοῖς δικαίοις τὸ θεῖον συναγωνίζεται, τοσοῦτον τοῖς ἀδίκοις ἐναντιοῦται.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένας άνθρωπος έκοβε ξύλα στην εξοχή, κουράστηκε κ κάθισε να ξεκουραστεί στην όχθη ενός ποταμού, τότε κατα λάθος του έπεσε το τσεκούρι στο ποτάμι, κ ήταν βαθύ κ ορμητικό, δέν μπορούσε να το πάρει. Κάθισε στην όχθη και θρηνούσε. Τότε ο θεός Ερμής του εμφανίστηκε με τη μορφή ενός νεαρού άντρα, κ τον ρωτά: "γιατί κλαίς, τί συμβαίνει;" - "μου έπεσε το καλόμου τσεκούρι στο ποτάμι κ δέν μπορώ να το βγάλω" - "θα προσπαθήσω να το βγάλω εγώ", είπε ο νέος άντρας, που ήταν ο Ερμής, βούτηξε στο ποτάμι κ έβγαλε ένα ολόχρυσο μεγάλο τσεκούρι: "αυτό είναι;" - "όχι, παλληκάριμου, δέν είναι αυτό το δικομου" - "καλά, θα ξαναπροσπαθήσω", είπε ο Ερμής κ ξαναβούτηξε, έβγαλε ένα ασημένιο μεγάλο τσεκούρι: "αυτό είναι;" - "όχι, όχι, δέν είναι αυτό το δικόμου" - "καλά, θα ξαναψάξω", είπε κ βούτηξε τρίτη φορά, έβγαλε το τσεκούρι που είχε χάσει ο άνθρωπος. Εκείνος σάν το είδε, "ά! το τσεκούριμου!" είπε, "σε ευχαριστώ πολύ, παλληκάριμου, να έχεις την ευχήμου". - "Είσαι σίγουρος, αυτό είναι το δικόσου;" - "ναί, αυτό είναι που μου έπεσε στο ποτάμι". - "Επειδή είσαι ειλικρινής κ έχεις καθαρή καρδιά, πάρε το τσεκούρισου, σου χαρίζω και αυτό το χρυσό καί αυτό το ασημένιο", είπε ο Ερμής, έδωσε καί τα τρία τσεκούρια στον άνθρωπο κ έφυγε.
Σάν γύρισε ο άνθρωπος στο σπίτιτου, είπε αυτήν την ιστορία στους φίλουςτου, για να καταλάβουν πως ο Θεός αγαπάει την τιμιότητα. Σάν έμαθε το περιστατικό αυτό ένας συγχωριανός, ζήλεψε, θέλησε κ αυτός να αποκτήσει τέτοια. Πήγε λοιπόν στο ίδιο σημείο του ποταμού κ έρριξε εξεπίτηδες το τσεκούρι, δήθεν κατα λάθος. Κ έκατσε στην όχθη κάνοντας πως κλαίει. Εμφανίστηκε τότε ένας νεαρός άντρας, που ήταν στην πραγματικότητα ο θεός Ερμής, και του λέει: "γιατί κλαίς" - "μου έπεσε το τσεκούριμου στο ποτάμι, κ ήταν πολύ καλό, κ τί θα κάνω χωρίς αυτό!" - "μή στενοχωριέσαι, θα προσπαθήσω να το βγάλω", είπε ο Ερμής, κ βούτηξε, έβγαλε ένα χρυσό τσεκούρι. Σάν το είδε ο άλλος, άστραψαν τα μάτιατου. "Βρήκα αυτό, είναι εκείνο που έχασες;" ρώτησε ο Ερμής - "ναί, ναί, αυτό είναι το τσεκούριμου που μου έπεσε στο ποτάμι, σ' ευχαριστώ!", είπε, κ άπλωσε τα χέρια για να το πάρει. Τοο τράβηξε πίσω τότε ο Ερμής κ του λέει: "επειδή είσαι απατεώνας, ούτε αυτό θα πάρεις, ούτε το δικόσου θα ξαναβρείς που χάθηκε μές το ποτάμι!". Κ έφυγε.