Αισώπου Μύθοι/Νυκτερίς και βάτος και αίθυια

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Νυκτερὶς καὶ βάτος καὶ αἴθυια



Νυκτερὶς καὶ βάτος καὶ αἴθυια ἑταιρείαν ποιησάμεναι, ἐμπορικὸν διέγνωσαν βίον ζῆν. Ἡ μὲν οὖν νυκτερὶς ἀργύριον δανεισαμένη καθῆκεν εἰς τὸ μέσον ἡ δὲ βάτος ἐσθῆτα μετ᾿ ἑαυτῆς ἔλαβεν, ἡ δὲ αἴθυια τρίτη χαλκόν· καὶ ἀπέπλευσαν. Χειμῶνος δὲ σφοδροῦ γενομένου καὶ τῆς νεὼς περιτραπείσης, πάντα ἀπολέσασαι αὐταὶ ἐπὶ τὴν γῆν διεσώθησαν. Ἐξ ἐκείνου τοίνυν ἡ μὲν αἴθυια τοῖς αἰγιαλοῖς ἀεὶ παρεδρεύει, μή που τὸν χαλκὸν ἐκβάλλῃ ἡ θάλαττα· ἡ δὲ νυκτερὶς τοὺς δανειστὰς φοβουμένη, τῆς μὲν ἡμέρας οὐ φαίνεται, νύκτωρ δ᾿ ἐπὶ νομὴν ἔξεισιν· ἡ δὲ βάτος τῆς τῶν παριόντων ἐσθῆτος ἐπιλαμβάνεται, εἴ που τὴν οἰκείαν ἐπιγνοίη ζητοῦσα. Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι περὶ ἃ σπουδάζομεν, τούτοις ἐς ὕστερον περιπίπτομεν.

(variant version from Chambry's first edition)

Νυκτερὶς καὶ βάτος καὶ αἴθυια

Νυκτερὶς καὶ βάτος καὶ αἴθυια κοινωνίαν πρὸς ἀλλήλας σπεισάμεναι ἐμπορεύεσθαι διέγνωσαν. Καὶ δὴ ἡ μὲν νυκτερὶς ἀργύριον δανεισαμένη εἰς μέσον κατέθηκεν, ἡ δὲ βάτος ἐσθῆτα ἐνεβάλετο, ἡ δὲ αἴθυια χαλκὸν πριαμένη καὶ τοῦτον ἐνθεμένη ἔπλει. Χειμῶνος δὲ σφοδροῦ γενομένου καὶ τῆς νηὸς περιτραπείσης, πάντα ἀπολέσασαι αὐταὶ ἐπὶ τὴν γῆν διεσώθησαν. Καὶ ἡ μὲν αἴθυια ἀπ᾿ ἐκείνου τὸν χαλκὸν ζητοῦσα κατὰ τοῦ βυθοῦ δύνει, οἰομένη τὸν χαλκὸν εὑρήσειν· ἡ δὲ νυκτερὶς τοὺς δανειστὰς φοβουμένη ἡμέρας μὲν οὐ φαίνεται, νυκτὸς δὲ ἐπὶ νομὴν ἔξεισιν· ἡ δὲ βάτος τὰς ἔσθητας ἐπιζητοῦσα τῶν παριόντων ἐπιλαμβάνεται τῶν ἱματίων προσδοκῶσα τῶν ἰδίων τι ἐπιγνώσεσθαι.
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι περὶ ταῦτα μᾶλλον σπουδάζομεν περὶ ἃ ἂν πρότερον πταίσωμεν.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

[αίθυια η (ουσιαστικό) (ζωολ.) πουλί της οικογένειας των νησσιδών που ζει κοντά σε θάλασσες και είναι επιδέξιος βουτηχτής· υπάρχει στον Ατλαντικό και στη Μεσόγειο· κοινά φαλακροκόρακας ο μέλας ή κορμοράνος, βουταναριά, βουτηχτήρα, ψαρόπαπια.]


Η νυχτερίδα, ο βάτος κ το βουταλίδι κάνανε συνεταιρισμό: η νυχτερίδα συνεισέφερε χρήματα, ο βάτος ρούχα, κ το βουταλίδι χαλκό, έτσι δημιούργησαν ένα κεφάλαιο απο αγαθά κ μπήκαν σε ένα καράβι, μαζί με το κοινό κεφάλαιο, για να πάνε να εμπορευθούν. Έπιασε όμως σφοδρή καταιγίδα κ το καράβι αναποδογύρισε, τα τρία αυτά πλάσματα, η νυχτερίδα, ο βάτος κ το βουταλίδι, καταφέρανε να σώσουνε τη ζωήτους, αλλα χάσανε όλο το κεφάλαιότους.

Γι' αυτό απο τότε η μέν νυχτερίδα δέν εμφανίζεται την ημέρα, γιατί φοβάται τους δανειστέςτης που θα ζητούν τα χρήματάτους, κ έτσι μόνο τη νύχτα βγαίνει για να τραφεί• ο δέ βάτος επειδή ζητάει να ξαναβρεί τα ρούχα που έχασε, γαντζώνει τα ρούχα ολονών όσων τον πλησιάζουν· κ το βουταλίδι βουτάει πάντα στα βαθιά της θάλασσας με την ελπίδα να βρεί τον χαλκότου που βούλιαξε στον πάτο.