Αισώπου Μύθοι/Ναυαγός και θάλασσα

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Ναυαγὸς καὶ θάλασσα



Ναυαγὸς ἐκβρασθεὶς εἰς τὸν αἰγιαλὸν ἐκοιμᾶτο διὰ τὸν κόπον· μετὰ μικρὸν δὲ ἐξαναστάς, ὡς ἐθεάσατο τὴν θάλασσαν, ἐμέμφετο αὐτῇ ὅτι γε δελεάζουσα τοὺς ἀνθρώπους τῇ πραότητι τῆς συνόψεως, ἡνίκα ἂν αὐτοὺς προσδέξηται, ἀπαγριουμένη διαφθείρει. Ἡ δὲ ὁμοιωθεῖσα γυναικὶ ἔφη πρὸς αὐτόν· Ἀλλ᾿, ὦ οὗτος, μὴ ἐμὲ μέμφου, ἀλλὰ τοὺς ἀνέμους· ἐγὼ μὲν γὰρ φύσει τουαύτη εἰμὶ ὁποίαν καὶ νῦν με ὁρᾷς· οἱ δὲ αἰφνίδιόν με ἐπέρχονται καὶ κυματοῦσι καὶ ἐξαγριοῦσιν. Ἀτὰρ οὖν καὶ ἡμᾶς ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων οὐ δεῖ τοὺς δρῶντας αἰτιᾶσθαι, ὅταν ἑτέροις ὑποτεταγμένοι ὦσι, τοὺς δὲ τούτοις ἐπιστατοῦντας.

(variant version from Chambry's first edition)

Γεωργὸς καὶ θάλασσα

Ἰδὼν γεωργὸς ναῦν ἐν θαλάσσῃ χειμαζομένην καὶ κινδυνεύουσαν, εἶπεν· Ὦ θάλασσα, στοιχεῖον ἀνηλεὲς καὶ τῶν ἀνθρώπων ἐχθρόν. Ἡ δὲ θάλασσα γυναικείαν μορφὴν ἀναλαβομένη ἔφη· Τί μέμφῃ μοι, ἄνθρωπε, μάτην; οὔκ εἰμι ἐγὼ αἰτία, ἀλλ᾿ οἱ ἐκταράσσοντές με ἄνεμοι· εἰ δὲ χωρὶς τούτων πλεύσεις, με ἡμερωτέραν τῆς γῆς εὑρήσεις ἐφ᾿ ἧς βαδίζεις.
Ὅτι καὶ γαληνοὺς καὶ πραεῖς δεσπότας οἱ χαιρέκακοι παραφυσῶντες πρὸς ζάλην καὶ ὀργὴν διεγείρουσιν.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Μετάφραση 1ου κειμένου] Ένας ναυαγός, που εκβράστηκε στήν παραλία, κοιμόταν καθώς ήταν κατάκοπος. Μετά από πολλήν ώρα, συνήλθε καί μόλις αντίκρυσε τήν θάλασσα τήν κατηγορούσε πως δελεάζει τους ανθρώπους μέ τήν πραότητα τής όψης της, αλλά τούς νικά εάν αυτοί τήν εμπιστευθούν, καί αφού αγριέψει τούς καταστέφει. Κι εκείνη μεταμορφώθηκε σέ γυναίκα και τού είπε: "Μέ τέτοιον [άδικο] τρόπο μήν κατηγορείς εμένα, αλλά τούς ανέμους. Διότι από τήν φύση μου είμαι όπως με βλέπεις τώρα, ενώ έρχονται εκείνοι κατά πάνω μου καί μέ κυμματίζουν καί μέ αγριεύουν." 'Ομως λοιπόν κι εμείς μέ τήν σειρά μας γιά τά αδικήματα [σφάλματα] δέν πρέπει νά ρίχνουμε τήν ευθύνη τούς δράστες όταν αυτοί βρίσκονται υποταγμένοι σέ άλλους, παρά σ'αυτούς που τούς επιστατούν.


Ένας άνθρωπος κατηγορούσε την θάλασσα. Ήταν ένας ναυαγός, που πάλεψε πολλή ώρα με τα άγρια κύματα ώσπου κατάφερε να βγεί στη στεριά. Εκεί αποκοιμήθηκε απο την κόπωσήτου, κ σάν ξύπνησε είδε την θάλασσα ήσυχη, κ τότε είπε: "θάλασσα, άτιμο στοιχείο! Δείχνεις στους ανθρώπους ένα ήρεμο πρόσωπο για να ξεθαρρέψουνε κ να ανοιχτούν, κ τότε κάνεις τρικυμίες κ καταστρέφεις καράβια, εμπορεύματα, κ ανθρώπινες ζωές!" (Κατα άλλη εκδοχή του μύθου ήταν ένας γεωργός που κατηγορούσε την θάλασσα όταν είδε ένα πλοίο να κινδυνεύει να βυθιστεί απο τη θαλασσοταραχή). Τότε η θάλασσα πειράχθηκε απο αυτά τα λόγια, κ παίρνοντας τη μορφή μιάς γυναίκας είπε στον άνθρωπο: Πάψε να με αδικείς με τέτοια ανόητα λόγια! Δέν κάνω εγώ τις τρικυμίες, αλλα οι άνεμοι: εκείνοι είναι που σηκώνουν κύματα κ με κάνουν να φαίνομαι άγρια. Το ξέρεις καλά οτι όταν δέν φυσούν άνεμοι, είμαι πιό ήρεμη ακόμη και απο τη γή στην οποία βαδίζεις.