Αισώπου Μύθοι/Μυς και βάτραχος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Μῦς καὶ βάτραχος



Χερσαῖος μῦς κακῇ μοίρᾳ βατράχῳ ἐφιλιώθη. Ὁ δὲ βάτραχος κακῶς βουλευσάμενος τὸν πόδα τοῦ μυὸς τῷ ἑαυτοῦ ποδὶ συνέδησε. Καὶ πρῶτον μὲν ἐπὶ τῆς χώρας ἦλθον σῖτον δειπνήσοντες· ἔπειτα δὲ τῷ χείλει τῆς λίμνης πλησιάσαντες, ὁ μὲν βάτραχος τὸν μῦν εἰς τὸ βάθος κατῆγεν, αὐτὸς βρυάζων τῷ ὕδατι καὶ τὸ βρεκεκεκὲξ ἀνακράζων. Ὁ δὲ ἄθλιος μῦς τῷ ὕδατι φυσηθεὶς ἐτεθνήκει· ἐπέπλει δὲ τῷ ποδὶ τοῦ βατράχου συνδεδεμένος. Ἰκτῖνος δὲ τοῦτον ἰδὼν τοῖς ὄνυξιν ἣρπασεν· βάτραχος δὲ δεσμώτης ἐπηκολούθει, δεῖπνον καὶ αὐτὸς τῷ ἰκτίνῳ γενόμενος. Ὅτι, κἂν νεκρὸς ᾖ τις ἰσχύει πρὸς ἄμυναν· ἡ γὰρ θεία δίκη ἐφορᾷ πάντα καὶ τὸ ἴσον ἀποδίδωσι ζυγοστατοῦσα.

(variant version from Chambry's first edition)

Μῦς καὶ βάτραχος

Μῦς χερσαῖος βατράχῳ ἐφιλιώθη.
[Ὁ οὖν βάτραχος μῦν καλεῖ συνδειπνῆσαι.
Τρέφου, λέγων, ὦ φίλε, ὅ τι ἂν βούλῃ
καὶ μὴ αἰδεσθῇς ἐμὲ τὸν προσφιλῆ σου.]
Ὁ οὖν βάτραχος τὸν μῦν προσεκεκλήκει.
Καὶ δὴ προσδήσας αὐτοῦ τὸν ποῦν σχοινίῳ
τοῦτον εἰσάγει ἀνὰ μέσον τῆς λίμνης.
Αὖθις δὲ ὁ μῦς εἰσελθὼν ἀπεπνίγη,
ὃς ψυχοῤῥαγῶν ἐβόα τῷ βατράχῳ·
Ἐγὼ μέν, φίλε, ὑπὸ σοῦ ἀποθνῄσκω.
Ἔστι δὲ θεὸς ὃς κἀμὲ ἐκδικήσει,
ὁ μὴ παρορῶν τοὺς θανόντας ἀδίκως.
Καὶ δὴ ἀετὸς πετόμενος ἐπάνω
ἐθεάσατο τὸν μῦν ἐπὶ τῆς λίμνης,
ὅστις καταπτὰς ἀφήρπασεν εὐθέως.
Ἅμα βάτραχος αὐτῷ προσδεδεμένος
δεῖπνον καὶ αὐτὸς προσήχθη τοῖς ὀρνέοις
παθὼν ὅμοια οἷς αὐτὸς ἐδεδράκει.
Ὅτι, εἰ καὶ νεκρός τις ὑπό τινος γένηται, ἀλλ᾿ ἡ θεία πρόνοια, ἡ πάντα ἐφορῶσα, ἀποδίδωσιν ἴσως ζυγοστατοῦσα.



Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένας βάτραχος φιλοξενούσε έναν ποντικό, κ με έναν σπάγγο έδεσε ο βάτραχος το πόδιτου με το πόδι του ποντικού. Ο ίδιος ο ποντικός ζήτησε να δεθεί το δικότου πόδι με του βατράχου, γιατί φοβόταν το νερό κ ήθελε να είναι μαζί με τον βάτραχο, που ήταν εξοικειωμένος με το υδάτινο περιβάλλον, για να αισθάνεται και ο ποντικός ασφαλής. Αφού παράθεσε ο βάτραχος γεύμα κ φάγανε οι δυότους, ύστερα ξεκίνησαν ένα ταξιδάκι αναψυχής στον υγροβιότοπο του βατράχου. Τότε ο βάτραχος, χωρίς να λογαριάζει οτι ο ποντικός δέν ξέρει κολύμπι, ούτε μπορεί να ζήσει καθόλου κάτω απο το νερό, βουτούσε κ κολυμπούσε υποβρύχια - ώσπου ο κακομοίρης ο ποντικός πνίγηκε. Κ καθώς πνιγόταν είπε: Κρίμα, φίλε, αισθανόμουν ασφάλεια επειδή είμαι δεμένος στο πόδισου, αλλα εσύ δέν με νοιάστηκες, παρόλο που είμαι "ξένος"σου (δεμένος με τα ιερά δεσμά της φιλοξενίας). Αλλα να το ξέρεις πως οι θεοί τιμωρούν όσους δέν σέβονται τους φιλοξενούμενους. Είπε έτσι ο ποντικός κ ξεψύχησε.
Έπειτα, προτού ακόμη λύσει τον ποντικό απο το πόδιτου ο βάτραχος, ένας ικτίνος (αρπακτικό πουλί) απο ψηλά είδε τον ποντικό να επιπλέει νεκρός κ όρμησε τον άρπαξε, μαζί πήρε κ τον βάτραχο που ήταν δεμένος μαζί, κ τον έφαγε κι εκείνον.
Στη βατραχομυομαχία (παρωδία έπους), ένας θάνατος ποντικού με παρόμοιο τρόπο αναφέρεται ώς αφορμή του πολέμου ανάμεσα στους ποντικούς κ τα βατράχια.