Αισώπου Μύθοι/Μυς αρουραίος και μυς αστικός

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Μῦς ἀρουραῖος καὶ μῦς ἀστικός



Μῦς ἀρουραῖος τὸν ἐν οἴκῳ ἐφίλει.
Ὁ δὲ τοῦ οἴκου κληθεὶς ὑπὸ τοῦ φίλου
ἦλθεν εὐθέως δειπνήσων εἰς ἀρούρας.
Ὁ δὲ ἐσθίων κριθὰς καὶ σῖτον ἔφη·
Γίνωσκε, φίλε, μυρμήκων ζῇς τὸν βίον·
ἐπείπερ δ᾿ ἐμοὶ ἀγαθῶν ἐστι πλῆθος,
ἐμοὶ σύνελθε καὶ ἀπολαύσεις πάντων.
Καὶ παραχρῆμα ἀπῄεσαν οἱ δύο.
Καὶ ὃς ὑπεδείκνυ ὄσπρια καὶ σῖτον,
φοίνικας ἅμα, τυρόν, μέλι ὁπώρας.
Ὁ δ᾿ αὖ θαυμάζων αὐτὸν ηὐλόγει σφόδρα
καὶ τὴν ἑαυτοῦ κατεμέμφετο τύχην.
Βουλομένων δὲ ἀπάρξασθαι ἐσθίειν,
ᾔνοιξεν εὐθὺς ἄνθρωπός τις τὴν θύραν.
Φοβηθέντες δὲ οἱ δειλαῖοι τὸν κτύπον
εἰσεπήδησαν οἱ μῦς εἰς τὰς ῥαγάδας.
Ὡς δὲ ἤθελον πάλιν ἰσχάδας ἆραι,
ἧκεν ἕτερος τοῦ λαβεῖν τι τῶν ἔνδον.
Οἱ δὲ καὶ πάλιν θεασάμενοι τοῦτον
εἰσεπήδησαν κρυβέντες ἐπὶ τρώγλης.
Ὁ δ᾿ ἀρουραῖος ὀλιγωρῶν τῇ πείνῃ
ἀνεστέναξε καὶ πρὸς τὸν ἄλλον ἔφη·
Χαῖρε σύ, φίλε, κατεσθίων εἰς κόρον
ἐπαπολαύων αὐτὰ μετ᾿ εὐφροσύνης
καὶ τοῦ κινδύνου καὶ τοῦ πολλοῦ τοῦ φόβου·
ἐγὼ δ᾿ ὁ τάλας κριθὴν καὶ σῖτον τρώγων
ζήσω ἀφόβως μηδένα ὑποπτεύων.
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι
τὸ λιτῶς διάγειν καὶ ζῆν ἀταράχως
ὑπὲρ τὸ τρυφᾶν ἐν φόβῳ μετ᾿ ὀδύνης.

(variant version from Chambry's first edition)

Μῦς ἀρουραῖος καὶ μῦς ἀστικός

Μύες δύο, ὁ μὲν ἀρουραῖος, ὁ δὲ οἰκόσιτος κοινὸν εἶχον τὸν βίον. Ὁ δὲ οἰκόσιτος ἦλθε πρῶτος δειπνήσων ἐπὶ τῆς ἀρούρης ἔτι ἀνθούσης. Τρώγων δὲ σῖτον καὶ ῥίζας σὺν τοῖς βώλοις εἶπεν· Μύρμηκος ζῇς βίον ταλαιπώρου· ἐμοὶ δὲ πολλὰ ἔνεστιν ἀγαθά· τὸ κέρας οἰκῶ τῆς Ἀμαλθείας ὡς πρὸς σέ. Ἐὰν ἔλθῃς μετ᾿ ἐμοῦ, ὡς θέλεις ἀσωτεύσῃ. Ἀπῆγε πείσας τὸν μῦν ἐν τῷ οἴκῳ. Ἔδειξε δὲ αὐτῷ σῖτον καὶ ἄλευρα καὶ ὄσπρια καὶ σῦκα καὶ μέλι καὶ φοίνικας. Οὗτος δὲ ἐτέρφθη καὶ διεχύθη. Ὁ δὲ ἤγαγε καὶ τυρὸν ἐκ κανισκίου σύρων. Ἤνοιξέ τις τὴν θύραν· οἱ δὲ ἔφυγον εἰς στενὴν τρώγλην, ἔτριζον δὲ ὑπ᾿ ἀλλήλων στενούμενοι. Ὡς δὲ πάλιν ἤμελλον ἐκκύψαι καὶ μικρὰν ἰσχάδα σῦραι, ἕτερος ἦλθεν ἄλλο τι ἆραι· οἱ δὲ ἔνδον ἐκρύπτοντο. Ὁ δὲ ἀρουραῖος μῦς, καίπερ τοσαῦτα πεινῶν, εἶπε· Χαῖρε καὶ πλούτει καὶ τρύφα, ἔχων τὰ πάντα μετὰ κινδύνων· ἐγὼ δὲ βοτάνας καὶ ῥίζας τρώγων ἀφόβως καὶ λιτῶς ζήσω.
Ὅτι λιτῶς διάγειν καὶ ζῆν ἀταράχως μᾶλλον συμφέρει ἢ ἐν φόβῳ καὶ κινδύνῳ δαψιλῶς τρυφᾶν.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένας σπιτίσιος ποντικός είχε φίλο έναν ποντικό της εξοχής (αρουραίο). Ο αρουραίος κάλεσε τον σπιτίσιο ποντικό στο σπίτιτου για γεύμα, κ του παράθεσε ό,τι καλύτερο είχε: σιτάρι, κριθάρι, κ ρίζες που είχαν επάνω χώματα. Ο σπιτίσιος ποντικός δυσαρεστήθηκε απο αυτήν τη τροφή κ είπε: "κακομοίρη, σάν τα μυργμήγκια ζείς. Άν συγκρίνω με την δικήσου ζωή, εγώ κατοικώ μέσα στο κέρας της Αμαλθείας. Έλα κι εσύ στο σπίτιμου να σου κάνω το τραπέζι, κ θα καταλάβεις τί εννοώ".
Πήγε λοιπόν κ ο αρουραίος στο σπίτι, δηλαδή στην τρύπα, του σπιτίσιου ποντικού, κ ο σπιτίσιος ποντικός του παράθεσε πλούσια εδέσματα: διάφορα όσπρια, καθαρισμένο σιτάρι, αλεύρι, μέλι, ξερά σύκα, χουρμάδες, διάφορα άλλα φρούτα, ξηρούς καρπούς... Πώ πώ μπερεκέτια! θαύμασε ο αρουραίος. Κ δέν σου έδειξα ακόμη το καλύτερο, είπε ο ποντικός του σπιτιού, κ του σέρβιρε κ διάφορα τυριά μές τα πανεράκιατους. Έπεσε τότε με τα μούτρα ο αρουραίος στο φαΐ, την ώρα εκείνη όμως άνοιξε κάποιος άνθρωπος την πόρτα του κελλαριού για να πάρει κάτι, πανικοβλήθηκαν οι ποντικοί κ τρέξαν χώθηκαν στις τρύπεςτους, τρέμοντας απο το φόβοτους περίμεναν να φύγει ο άνθρωπος για να βγούν. Κάποτε βγήκαν κ πήραν κάτι ξερά σύκα (πολύ αγαπητά στους αρχαίους) να τα σύρουν στην τρύπατους, τότε ξανά άνοιξε η πόρτα κ μπήκε άλλος άνθρωπος να πάρει κάτι. Αφήσανε τα σύκα οι ποντικοί κ τρέξανε πάλι χώθηκαν στην τρύπα. Κ περίμεναν να φύγει ο άνθρωπος για να βγούν. Τότε λέει ο αρουραίος: "Αμάν, φίλε, δέν υποφέρεται αυτή η ζωή! Με το συμπάθειο, εγώ θα επιστρέψω στην εξοχήμου κ θα τρώω στο εξής όπως κ πρίν σιταράκια, κριθαράκια κ ρίζες του αγρού, παρά να τρώω τα πλούσια γεύματα που αποταμιεύουν οι άνθρωποι κ να ζώ κάθε στιγμή με τον φόβο κ τρόμο!".