Αισώπου Μύθοι/Μάντις

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Μάντις



Μάντις ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς καθεζόμενος ἠργυρολόγει. Ἐλθόντος δέ τινος αἰφνίδιον πρὸς αὐτὸν καὶ ἀπαγγείλαντος ὡς τῆς οἰκίας αὐτοῦ αἱ θύραι ἀνεσπασμέναι εἰσὶ καὶ πάντα τὰ ἔνδον ἐκπεφορημένα, ἐκταραχθεὶς ἀνεπήδησε καὶ στενάξας ᾔει δρόμῳ τὸ γεγονὸς ὀψόμενος. Τῶν δὲ παρατυχόντων τις θεασάμενος εἶπεν· Ὦ οὗτος, σὺ τὰ ἀλλότρια πράγματα προειδέναι ἐπαγγελλόμενος τὰ σαυτοῦ οὐ προεμαντεύου; Τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο ἄν τις πρὸς ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους τοὺς τὸν ἑαυτῶν βίον φαύλως διοικοῦντας καὶ τῶν μηδὲν προσηκόντων προνοεῖσθαι πειρωμένους.

(variant version from Chambry's first edition)

Μάντις

Μάντις ἐπ᾿ ἀγορᾶς καθήμενος διελέγετο. Ἐπιστάντος δέ τινος αἴφνης καὶ ἀπαγγείλαντος ὡς αἱ τῆς οἰκίας αὐτοῦ θυρίδες ἀναπεπταμέναι τε πᾶσαι εἶεν καὶ πάντα τὰ ἔνδον ἀφῃρημένα, ἀνεπήδησέ τε στενάξας καὶ δρομαῖος ᾔει. Τρέχοντα δέ τις αὐτὸν θεασάμενος· Ὦ οὗτος, εἶπεν, ὁ τἀλλότρια πράγματα προειδέναι ἐπαγγελλόμενος, τὰ σαυτοῦ οὐ προεμαντεύου;
Ὁ μῦθος πρὸς τοὺς τὸν μὲν ἑαυτῶν βίον φαύλως διοικοῦντας, τῶν δὲ μηδὲν αὐτοῖς προσηκόντων προνοεῖσθαι πειρωμένους.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένας μάντης καθόταν στην αγορά, έδινε μαντικές απαντήσεις στους ανθρώπους και μάζευε χρήματα. Κάποια φορά, εκεί που μάντευε, ήρθαν και του λένε: «του σπιτιούσου οι πόρτες είναι όλες ανοιχτές, και από μέσα όλα τα αντικείμενα αξίας λείπουν. Σε ληστέψανε!». Έσκουξε από το κακότου ο μάντης, και σηκώθηκε άρχισε να τρέχει να πάει στο σπίτιτου να δεί τί γίνεται.
Τότε κάποιος που τον είδε να τρέχει, του φώναξε: «τί μάντης είσαι, αφού δέν μπόρεσες να προλάβεις το κακό ούτε από το δικόσου το σπίτι;!».