Αισώπου Μύθοι/Λύκοι και κύνες προς αυτούς καταλλαγέντες

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Λύκοι καὶ κύνες πρὸς αὐτοὺς καταλλαγέντες



Οἱ λύκοι τοῖς κυσὶν εἶπον· «Διὰ τί ὅμοιοι ὄντες ἡμῖν ἐν πᾶσιν, οὐχ ὁμοφρονεῖτε ἡμῖν ὡς ἀδελφοί; οὐδὲν γὰρ ὑμῶν διαλλάττομεν, πλὴν τῇ γνώμῃ. Καὶ ἡμεῖς μὲν ἐλευθερίᾳ συζῶμεν· ὑμεῖς δὲ τοῖς ἀνθρώποις ὑποκύπτοντες καὶ δουλεύοντες πληγὰς παρ᾿ αὐτῶν ὑπομένετε, καὶ κλοιὰ περιτίθεσθε, καὶ φυλάττετε τὰ πρόβατα· ὅτε δὲ ἐσθίουσιν, μόνα τὰ ὀστᾶ ὑμῖν ἐπιῤῥίπτουσιν. Ἀλλ᾿ ἐὰν πείθησθε, πάντα τὰ ποίμνια ἔκδοτε ἡμῖν καὶ ἕξομεν πάντα κοινὰ εἰς κόρον ἐσθίοντες.» Ὑπήκουσαν οὖν πρὸς ταῦτα οἱ κύνες· οἱ δὲ ἔνδον τοῦ σπηλαίου εἰσελθόντες πρότερον τοὺς κύνας διέφθειραν.
Ὅτι οἱ τὰς ἑαυτῶν πατρίδας προδιδόντες τοιούτους μισθοὺς λαμβάνουσι.

(variant version from Chambry's first edition)

Λύκοι καὶ κύνες πρὸς αὐτοὺς καταλλαγέντες

Λύκοι φιλιωθέντες τοῖς κυσὶν εἶπον·
Ἴνα τί ὑμεῖς ἡμῖν καθομοιοῦντες
οὐ κατέχετε ὡς ἀδελφοὺς καὶ φίλους;
οὐ γὰρ διαλλάττομεν εἰ μὴ τῇ γνώμῃ·
ἡμεῖς γὰρ πάντες ζῶμεν ἐλευθερίᾳ·
ὑμεῖς δὲ κύνες δουλεύετε ἀνθρώποις,
κλοιὰ φοροῦντες εἰς τοὺς ὑμῶν τραχήλους,
καὶ τοῖς ῥοπάλοις δὲ τύπτεσθε ἀκαίρως·
ἀλλ᾿ οὐ μόνον δὲ ταῦτα ἐγκαρτερεῖτε,
ἀλλὰ καὶ αὐτῶν φυλάττετε τὰς ποίμνας.
Τὸ δὲ θαυμαστότερον ἁπάντων τούτων,
κατεσθιόντων αὐτῶν ἐπὶ τραπέζαις,
μόνα τὰ ὀστᾶ προσρίπτουσιν ἐκ μόρου.
Εἰ δὲ θέλετε ἡμῖν καθυπακοῦσαι,
ἔκδοτε ἡμῖν κοινῶς ἐμφορηθῆναι.
Ὡς δ᾿ ὑπήκουσαν παραυτίκα οἱ κύνες,
εἰσεπήδησαν ἐν τῇ ποίμνῃ οἱ λύκοι
καὶ παραυτίκα διέφθειραν τοὺς κύνας,
ἵνα μὴ βοήσωσι κατὰ τῶν λύκων.
Ὅτι οἱ τὰς ἑαυτῶν πατρίδας προδιδόντες τοιούτους μισθοὺς λαμβάνουσι.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Οι λύκοι πήγανε σε ένα μαντρί (σε άλλη εκδοχή του μύθου: σπηλιά) όπου τα σκυλιά φρουρούσαν τα πρόβατα. Τότε στάθηκαν απ'έξω οι λύκοι κ άρχισαν τη ρητορεία: "Γιατί μας αντιμετωπίζετε σάν εχθρούς, ενώ είστε σε όλα όμοιοι σχεδόν με εμάς; Θα έπρεπε να έχετε την ίδια γνώμη με εμάς, σάν αδέρφια, να αλληλοβοηθιόμαστε. Διότι, δέν διαφέρουμε απο εσάς, παρα μόνο σε κάποιες ιδέες: εμείς πιστεύουμε ακράδαντα στην ελευθερία, κ ζούμε πάντοτε ελεύθεροι, χωρίς αφεντικά. Ενώ εσείς υπηρετείτε τους ανθρώπους με την άκρα δουλοπρέπεια, κ απο πάνω τρώτε κ ξύλο απο τους ανθρώπους κ το ανέχεσθε χωρίς να αμύνεσθε, χωρίς να το ανταποδίδετε. Δέχεστε ακόμη να φοράτε λουρί γύρω απο το λαιμόσας! Πόσο δουλοπρεπές! Γιατί δέν θέλετε να γίνετε ελεύθεροι σάν κι εμάς; Σάν να μήν έφταναν όλα αυτά, φυλάτε κ τα πρόβατα των ανθρώπων, κ αυτοί όταν τρώνε απο αυτά τα πρόβατα που εσείς φυλάτε, σας πετούν μόνο τα κόκκαλα! Γιά σκεφθείτε, πόσο ωραία θα ήταν να ελευθερωθείτε κ να συμμαχήσετε μαζίμας, να συνεργαζόμαστε στο εξής, κ τα πρόβατα των ανθρώπων να τα τρώμε μαζί, εσείς κ εμείς!
Τα σκυλιά πείσθηκαν απο αυτά τα ωραία λόγια, κ άνοιξαν την πόρτα στους λύκους. Οι δέ λύκοι, μόλις μπήκαν μέσα στο μαντρί (ή σπήλαιο που χρησίμευε ώς μαντρί), σκότωσαν τα σκυλιά, για να φάνε μόνοιτους ανενόχλητοι τα πρόβατα.