Αισώπου Μύθοι/Ληστής και συκάμινος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Λῃστὴς καὶ συκάμινος



Λῃστὴς ἐν ὁδῷ τινα ἀποκτείνας, ἐπειδὴ ὑπὸ τῶν παρατυχόντων ἐδιώκετο, καταλιπὼν αὐτὸν ᾑμαγμένον, ἔφευγε. Τῶν δὲ ἀντικρὺς ὁδευόντων πυνθανομένων αὐτοῦ τίνι μεμελυσμένας ἔχει τὰς χεῖρας, ἔλεγεν ἀπὸ συκαμίνου νεωστὶ καταβεβηκέναι. Καὶ ὡς ταῦτα ἔλεγεν, οἱ διώκοντες αὐτὸν ἐπελθόντες καὶ συλλαβόντες ἀπό τινος συκαμίνου ἀνεσταύρωσαν. Ἡ δὲ ἔφη πρὸς αὐτόν· «Ἀλλ᾿ ἔγωγε οὐκ ἄχθομαι πρὸς τὸν σὸν θάνατον ὑπηρετοῦσα· καὶ γὰρ ὃν αὐτὸς φόνον ἀπειργάσω, τοῦτον εἰς ἐμὲ ἀπεμάττου.»
Οὕτω πολλάκις καὶ οἱ φύσει χρηστοί, ὅταν ὑπ᾿ ἐνίων ὡς φαῦλοι διαβάλλωνται, κατ᾿ αὐτῶν πονηρεύεσθαι οὐκ ὀκνοῦσιν.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένας ληστής ληστεύοντας έναν οδοιπόρο τον σκότωσε• τον είδαν τότε κάποιοι που ερχόταν στο κατόπιτου σε εκείνον το δρόμο, οπότε ο ληστής άφησε τον άνθρωπο ματωμένο κ το έβαλε στα πόδια. Καθώς έτρεχε, είδε στο δρόμο κάποιους να έρχονται αντικρυστάτου, τότε σταμάτησε το τρέξιμο κ βάδιζε κανονικά σάν να μή συμβαίνει τίποτε. Εκείνοι που τον συνάντησαν, τον ρώτησαν: γιατί είναι τα χέριασου κόκκινα, σάν απο αίματα; -Ά, λέει ο ληστής, ήμουν σε μιά μουριά κ μάζευα μαύρα μούρα. Κάποια στιγμή όμως, εκείνοι που τον κυνηγούσαν στο κατόπιτου, τον έφτασαν, τον έπιασαν κ τον κρέμασαν απο μιά μουριά.
Τότε η μουριά του είπε: "είπες ψέματα οτι τα χέριασου λερώθηκαν απο μουριά. Η πραγματικότητα είναι οτι σκούπισες επάνωμου τα ματωμένα χέριασου· αλλα δέν με πειράζει, γιατί αυτό σου άξιζε".

Η συκαμινιά αναφέρεται κ σε άλλους Αισώπειους μύθους. Φαίνεται οτι το δέντρο αυτό ήταν η μουριά με τα μαύρα μούρα (καταγώμενη απο το Ιράν σύμφωνα με http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%AC_%28%CF%86%CF%85%CF%84%CF%8C%29), δέντρο γνωστό στην Ελλάδα απο τα αρχαία χρόνια· είναι αδύνατον να πιάσει κανείς μαύρα μούρα κ να μή βάψει σκούρο κόκκινο τα χέριατου. Η μουριά με τα άσπρα μούρα ήρθε απο την Κίνα, σύμφωνα με την παράδοση στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (5ος αιώνας μ.Χ.).