Αισώπου Μύθοι/Λέων μυν φοβηθείς και αλώπηξ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Λέων μῦν φοβηθεὶς καὶ ἀλώπηξ



Λέοντος κοιμωμένου μῦς τὸ σῶμα διέδραμεν. Ὁ δὲ ἐξαναστὰς πανταχόθεν περιειλίττετο ζητῶν τὸν προσεληλυθότα. Ἀλώπηξ δὲ αὐτὸν θεασαμένη ὠνείδιζεν, εἰ λέων ὤν μῦν ηὐλαβήθη. Καὶ ὃς ἀπεκρίνατο· «Οὐ τὸν μῦν ἐφοβήθην, ἐθαύμασα δὲ εἴ τις λέοντος κοιμωμένου τὸ σῶμα ἐπιδραμεῖν ἐτόλμησεν.»
Ὁ λόγος διδάσκει τοὺς φρονίμους τῶν ἀνθρώπων μηδὲ τῶν μετρίων πραγμάτων καταφρονεῖν.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Εκεί που κοιμόταν ένα λιοντάρι, ήρθε ένα ποντίκι κ τρέχοντας πέρασε πάνω απο το σώματου. Τρομαγμένο σηκώθηκε το λιοντάρι κ κυλιόταν εδώ κ εκεί για να βρεί ποιός ήταν που το άγγιξε. Το είδε μιά αλεπού κ του λέει: "καλά, δέν ντρέπεσαι, ολόκληρο λιοντάρι, φοβήθηκες απο έναν ποντικό;" - "δέν φοβήθηκα τον ποντικό! μου έκανε όμως εντύπωση πώς κάποιος τόλμησε να αγγίξει το σώμα ενός κοιμισμένου λιονταριού!".
Η εξουσία φοβάται κ το παραμικρό θάρρος των υπηκόων.