Αισώπου Μύθοι/Λέων και όνος όμου θηρεύοντες

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Λέων καὶ ὄνος ὁμοῦ θηρεύοντες



Λέων καὶ ὄνος κοινωνίαν πρὸς ἀλλήλους ποιησάμενοι ἐξῆλθον ἐπὶ θήραν. Γενομένων δὲ αὐτῶν κατά τι σπήλαιον ἐν ᾧ ἦσαν αἶγες ἄγριαι, ὁ μὲν λέων πρὸ τοῦ στομίου στὰς ἐξιούσας παρετηρεῖτο, ὁ δὲ εἰσελθὼν ἐνήλατό τε αὐταῖς καὶ ὠγκᾶτο ἐκφοβεῖν βουλόμενος. Τοῦ δὲ λέοντος τὰς πλείστας συλλαβόντος, ἐξελθὼν ἐπυνθάνετο αὐτοῦ εἰ γενναίως ἠγωνίσατο καὶ τὰς αἶγας ἐξεδίωξεν. Ὁ δὲ εἶπεν· «Ἀλλ᾿ εὖ ἴσθι ὅτι κἀγὼ ἄν σε ἐφοβήθην, εἰ μὴ ᾔδειν σε ὄνον ὄντα.»
Οὕτως οἱ παρὰ τοῖς εἰδόσιν ἀλαζονευόμενοι εἰκότως γέλωτα ὀφλισκάνουσιν.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένα λιοντάρι με ένα γαϊδούρι, κάνανε συνεταιρισμό για να κυνηγήσουν μαζί. Θα μου πείτε, ο γάιδαρος δέν τρώει κρέας, οπότε δέν συμμάχησε για αυτό, αλλα είχε άλλους λόγους να συμμαχήσει με το λιοντάρι: ήθελε να δείξει την γενναιότητάτου, ήθελε ακόμη να υποχρεώσει το λιοντάρι για να του χρωστάει χάρη, κ ακόμη: αισθανόταν ασφάλεια να βρίσκεται μαζί με το λιοντάρι.
Βγήκανε λοιπόν στο κυνήγι, κ βρήκαν ένα σπήλαιο όπου μέσα κατοικούσαν αγριοκάτσικα, κ κάνανε το εξής σχέδιο: ο γάιδαρος να μπεί στο σπήλαιο κ να τρομάζει τα αγριοκάτσικα με το γκάρισμάτου για να βγαίνουν έξω κ το λιοντάρι να τα πιάνει να τα σκοτώνει. Έτσι κ κάνανε. Αφού με αυτόν τον τρόπο σκοτώθηκαν αρκετά αγριοκάτσικα, βγαίνει ο γάιδαρος έξω απο το σπήλαιο κ με περηφάνεια κ αυταρέσκεια ρωτάει το λιοντάρι: πώς τα πήγα; δέν έδειξα μεγάλη γενναιότητα στο κυνήγιμας, τρομάζοντας τα αγριοκάτσικα;
Το λιοντάρι του απάντησε: "να σου πώ, ακόμη κ εγώ θα σε φοβόμουνα, άν δέν ήξερα οτι είσαι απλώς ένα γαϊδούρι".

(Εννοούσε οτι τα αγριοκάτσικα τρόμαζαν απο την όψη κ το γκάρισμάτου, διότι ώς άγρια ζώα δέν γνώριζαν τί είναι το γαϊδούρι. Το άγνωστο εμπνέει φόβο).