Αισώπου Μύθοι/Λέων και αλώπηξ και έλαφος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Λέων καὶ ἀλώπηξ καὶ ἔλαφος



Λέων νοσήσας ἔκειτο ἐν φάραγγι· τῇ προσφιλεῖ δὲ ἀλώπεκι, ᾗ προσωμίλει, εἶπεν· «εἰ θέλεις ὑγιᾶναί με καὶ ζῆν, τὴν ἔλαφον τὴν μεγίστην, τὴν εἰς τὸν δρυμὸν οἰκοῦσαν τοῖς γλυκέσι σου λόγοις ἐξαπατήσασα ἄγε εἰς ἐμὰς χεῖρας· ἐπιθυμῶ γὰρ αὐτῆς ἐγκάτων καὶ καρδίας.» Ἡ δὲ ἀλώπηξ ἀπελθοῦσα εὗρε τὴν ἔλαφον σκιρτῶσαν ἐν τᾶς ὕλαις· προσπαίσασα δὲ αὐτῇ καὶ χαίρειν εἰποῦσα ἔφη· «Ἀγαθά σοι ἦλθον μηνῦσαι· οἶδας ὡς ὁ βασιλεὺς ἡμῶν λέων γείτων ἐστί μοι· νοσεῖ δὲ καὶ ἔστιν ἐγγὺς τοῦ θνῄσκειν. Ἐβουλεύετο οὖν ποῖον τῶν θηρίων μετ᾿ αὐτὸν βασιλεύσει. Ἔφη δὲ ὅτι σῦς μέν ἐστιν ἀγνώμων, ἄρκτος δὲ νωθρός, πάρδαλις δὲ θυμώδης, τίγρις ἀλαζών· ἡ ἔλαφος ἀξιωτάτη ἐστὶν εἰς βασιλείαν, ὅτι ὑψηλή ἐστι τὸ εἶδος, πολλὰ δὲ ἔτη ζῇ, τὸ κέρας αὐτῆς ὄφεσι φοβερόν. Καὶ τί σοι τὰ πολλὰ λέγω; ἐκυρώθης βασιλεύειν. Τί μοι ἔσται πρώτῃ σοι εἰπούσῃ; Ἀλλ᾿ εὖξαί μοι σπευδούσῃ, μὴ πάλιν με ζητήσῃ· χρῄζει γάρ με σύμβουλον ἐν πᾶσιν. Εἰ δὲ ἐμοῦ τῆς γραὸς ἀκούσῃς, συμβουλεύω καὶ σὲ ἐλθεῖν καὶ προσμένειν τελευτῶντι αὐτῷ.» Οὕτως εἶπεν ἡ ἀλώπηξ. Τῆς δὲ ὁ νοῦς ἐτυφώθη τοῖς λόγοις, καὶ ἦλθεν εἰς τὸ σπήλαιον μὴ γινώσκουσα τὸ μέλλον. Ὁ λέων δὲ ἐφορμήσας αὐτῇ ἐν σπουδῇ τὰ ὦτα μόνον τοῖς ὄνυξιν ἐσπάραξεν. Ἡ δὲ ταχέως ἔσπευδεν ἐν ταῖς ὕλαις. Καὶ ἡ μὲν ἀλώπηξ τὰς χεῖρας ἐκρότησεν, ὅτι εἰς μάτην ἐκοπίασεν. Ὁ δὲ λέων μέγα βρυχώμενος ἐστέναξεν· λιμὸς γὰρ αὐτὸν εἶχε καὶ λύπη· καὶ ἱκέτευε τὴν ἀλώπεκα ἐκ δευτέρου τι ποιῆσαι καὶ δόλῳ πάλιν ταύτην ἀγαγεῖν. Ἡ δὲ εἶπεν· «Χαλεπὸν καὶ δύσκολον ἐπιτάττεις ἐμοὶ πρᾶγμα, ἀλλ᾿ ὅμως ὑπουργήσω σοι.» Καὶ δὴ ὡς ἰχνευτὴς κύων ἐπηκολούθει, πλέκουσα πανουργίας· ποιμένας δὲ ἐπηρώτα εἰ εἶδον ἔλαφον ᾑμαγμένην. Οἱ δὲ ἔδειξαν ἐν τῇ ὕλῃ. Εὗρεν αὐτὴν καταψυχομένην, καὶ ἔστη ἀναιδῶς. Ἡ δὲ ἔλαφος χολωθεῖσα καὶ φρίξασα τὴν χαίτην εἶπεν· «Ὦ κάθαρμα, ἀλλὰ οὐκέτι χειρώσῃ με· εἰδὲ καὶ πλησιάσεις μοι, οὐ ζήσεις ἔτι. Ἄλλους ἀλωπέκιζε τοὺς ἀπείρους, ἄλλους ποίει βασιλεῖς καὶ ἐρέθιζε.» Ἡ δὲ εἶπεν· «Οὕτως ἄνανδρος εἶ καὶ δειλή; Οὕτως ἡμᾶς τοὺς φίλους ὑποπτεύεις; Ὁ μὲν λέων τοῦ ὠτὸς κρατήσας ἤμελλε συμβουλεύειν καὶ ἐντολάς σοι δοῦναι περὶ τῆς τηλικαύτης βασιλείας ὡς ἀποθνῄσκων· σὺ δὲ οὐδὲ κνίσμα χειρὸς ἀῤῥώστου ὑπέστης. Καὶ νῦν ὑπὲρ σὲ πλεῖον ἐκεῖνος θυμοῦται, καὶ βασιλέα τὸν λύκον θέλει ποιῆσαι· οἴμοι, πονηρὸν δεσπότην. Ἀλλ᾿ ἐλθὲ καὶ μηδὲν πτοηθῇς καὶ γενοῦ ὡς πρόβατον. Ὄμνυμι γάρ σοι εἰς τὰ φύλλα πάντα καὶ πηγὰς μηδὲν κακὸν παθεῖν παρὰ τοῦ λέοντος· ἐγὼ δὲ μόνῃ σοι δουλεύσω.» Οὕτως ἀπατήσασα τὴν δειλαίαν ἔπεισε δεύτερον ἐλθεῖν. Ἐπεὶ δὲ εἰς τὸ σπήλαιον εἰσῆλθεν, ὁ μὲν λέων δεῖπνον εἶχε, πάντα τὰ ὀστᾶ καὶ μυελοὺς καὶ ἔγκατα αὐτῆς καταπίνων. Ἡ δὲ ἀλώπηξ εἱστήκει ὁρῶσα· καρδίαν δὲ ἐκπεσοῦσαν ἁρπάζει λαθραίως, τοῦ κόπου κέρδος ταύτην φαγοῦσα. Ὁ δὲ λέων ἅπαντα ἐρευνήσας μόνην καρδίαν ἐπεζήτει. Ἀλώπηξ δὲ μηκόθεν σταθεῖσα ἔφη· «Αὕτη ἀληθῶς καρδίαν οὐκ εἶχεν· μὴ ἔτι ζήτει· ποίαν γὰρ καρδίαν αὕτη εἶχεν, ἥτις δὶς εἰς οἶκον καὶ χεῖρας λέοντος εἰσῆλθεν.»
Ὅτι ὁ τῆς φιλοδοξίας ἔρως τὸν ἀνθρώπινον νοῦν ἐπιθολοῖ καὶ τὰς τῶν κινδύνων συμφορὰς οὐ κατανοεῖ.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένα λιοντάρι αρρώστησε κ ζούσε μέσα σε ένα φαράγγι, αυτό το λιοντάρι είχε φίλη μιά αλεπού κ έκανε παρέα μαζίτης. Λέει τότε στη φίλητου την αλεπού: το πιό μεγάλο ελάφι που κατοικεί στο δάσος, κατάφερέτο με τα γλυκάσου τα λόγια να έρθει να πέσει στα χέριαμου. Γιατί θέλω να φάω του ελαφιού τα σπλάχνα κ την καρδιά. - Καλά, θα δώ τί μπορώ να κάνω, είπε η αλεπού, κ πήγε στο ελάφι, το βρήκε να σκιρτά, να χοροπηδά.μέσα στα δάση, σκουντήθηκε επάνωτου, όπως όταν τυχαία στο δρόμο πέφτει κανείς πάνω σε κάποιον, το χαιρέτησε το ελάφι, και άρχισε να λέει «πού να σου λέω! έχω καλά νέα για σένα! Ξέρεις, ο βασιλιάςμας, το λιοντάρι, είναι γείτονάςμου, και κοντεύει να ξεψυχήσει. Σκεφτότανε λοιπόν ποιο από τα ζώα να ανακηρύξει διάδοχότου, να βασιλεύσει ύστερα από τον ίδιο. Λογάριασε λοιπόν, το γουρούνι – είναι αγνώμων• η αρκούδα – είναι τεμπέλα• η λεοπάρδαλη είναι οξύθυμη• η τίγρη, είναι αλαζονική• κανένα από αυτά τα ζώα δέν κάνει για βασιλιάς. Εσύ όμως, είπε, είσαι ιδεώδης για βασιλιάς, γιατί είσαι ζώο ψηλό, μεγαλοπρεπές, ζείς πολλά χρόνια, τα κέρατάσου είναι φοβερά για τα φίδια. Και τί να πολυλογώ; εσένα αποφάσισε να κάνει βασιλέα των ζώων, διάδοχότου. Τί θα μου δώσεις που σου έφερα πρώτη εγώ τα καλά νέα; Αλλα τώρα, ευχήσουμου να γυρίσω γρήγορα κοντάτου, μή με ξαναζητήσει• βλέπεις, με έχει για σύμβουλότου σε κάθε τί. Λοιπόν, αν ακούσεις κι εμένα τη γριά, έλα κι εσύ μαζίμου, να είσαι μαζί με το λιοντάρι στα στερνάτου, καθώς θα ξεψυχάει, παραδίνονταςσου και τη βασιλεία».
Με τέτοια πονηρά λόγια της αλεπούς, ξεγελάσθηκε το ελάφι, και πήγε στο σπήλαιο του λιονταριού χωρίς να υποψιάζεται τί θα συμβεί. Σαν είδε το λιοντάρι το ελάφι, ορμάει επάνωτου να το κατασπαράξει, αλλα πρόλαβε μόνο και του γρατζούνισε τα αυτιά, το ελάφι με μεγάλη ταχύτητα έφυγε στα δάση. Τότε η αλεπού χτύπησε το ένα χέριτης με το άλλο σαν να έλεγε: χαμένος πήγε ο κόποςμου. Ενώ το λιοντάρι βρυχόταν και βογγούσε, γιατί ήταν στην κυριολεξία «νηστικό και λυπημένο». Τί να έκαμνε, δέν μπορούσε αλλιώς να αποκτήσει τροφή, παρακάλεσε ξανά την αλεπού να ξαναφέρει το ελάφι. «Μα πώς να το καταφέρω», έλεγε η αλεπού, «τώρα μας πήρε χαμπάρι, σιγά να μήν κάτσει και με ακούσει ξανά». Αναστέναξε. «Εντάξει, είπε, θα κάνω ακόμη μια προσπάθεια, για το δικόσου το χατίρι». Τώρα ξεκίνησε και πήγαινε όπως το σκυλί που μυρίζει και ακολουθεί ίχνη, για να ξαναβρεί το ελάφι, και στο νούτους έκανε σχέδια πώς θα καταφέρει ξανά να το ξεγελάσει. Βρήκε κάτι τσομπάνους και τους ρώτησε: «μήπως είδατε ένα ελάφι ματωμένο από γρατζουνιές στα αυτιά;» - «ναι, είδαμε», απάντησαν οι τσομπάνοι, «είναι στο δάσος σε εκείνο το σημείο». Πήγε η αλεπού, βρήκε το ελάφι να δροσίζεται, και στάθηκε μπροστάτου χωρίς ντροπή. Το ελάφι σαν την είδε, οργίσθηκε, του σηκώθηκαν οι τρίχες της χαίτηςτου, είπε: «Κάθαρμα! Ξανά δέν θα με βάλεις στο χέρι! Και μή με πλησιάσεις, γιατί δέν θα ζήσεις άλλο, θα σε σκοτώσω! Πήγαινε άλλους να κοροϊδεύεις με τα αλεπουδίσια κόλπα, που δέν σε ξέρουνε! άλλους να κάνεις βασιλιάδες και να τους ξεσηκώνεις!».
Η αλεπού όμως χωρίς να ταραχθεί είπε: «τόσο άνανδρο ζώο είσαι; τόσο πολύ φοβάσαι; Ακόμα κι εμάς τους φίλουςσου υποψιάζεσαι; Μάλλον θα παρεξήγησες την χειρονομία του λιονταριού. Αυτός, το λιοντάρι ο βασιλέαςμας, ήθελε μόνο να σε πιάσει από το αυτί για να σου πεί στο αυτί τα πιο εμπιστευτικά μυστικά που πρέπει να ξέρεις ως διάδοχος, μόνο εσύ να τα ξέρεις και κανένας άλλος, τώρα που αυτός πεθαίνει. Και εσύ δέν ανέχτηκες ούτε μια γρατζουνιά που έκανε κατά λάθος με το τρεμάμενο, αδύναμότου χέρι; Τώρα, αν εσύ είσαι θυμωμένο, ο λέοντας είναι ακόμα πιο θυμωμένος από τη συμπεριφοράσου, και θέλει βασιλιά να κάνει τον λύκο, διάδοχότου. Και αλίμονόμας αν έχουμε τέτοιον κακό ηγεμόνα, τον λύκο. Γι’ αυτό σου λέω, έλα και φέρσου ταπεινά σαν πρόβατο, για να σε συγχωρέσει και να αλλάξει τη γνώμητου, να κάνει εσένα βασιλέα. Εγώ σου ορκίζομαι σε όλα τα φύλλα του δάσους και σε όλες τις πηγές με καθαρό νερό, έτσι καθαρά είναι και τα λόγιαμου, ότι κανένα κακό δέν θα σου συμβεί από το λιοντάρι• ακόμη κι αν τυχόν θυμώσει μαζίσου, εγώ η ίδια θα σε υπερασπισθώ, δέν θα πάθεις το παραμικρό».
Έτσι, με το πές πές, η αλεπού το κατάφερε το ελάφι να έρθει και δεύτερη φορά στη σπηλιά του λιονταριού. Και μόλις μπήκε, το λιοντάρι άρπαξε το ελάφι και το είχε για γεύματου... δέν άφησε ούτε τα κόκκαλάτου, ούτε τα μεδούλιατου, ούτε τα σπλάχνατου... Καθώς το λιοντάρι έπιασε να φάει, η αλεπού στάθηκε μόνο και κοίταζε. Σε μια στιγμή, έτσι πως σπάραζε το πεινασμένο λιοντάρι το σώμα του ελαφιού, του έπεσε κάτω η καρδιά του ελαφιού, που ήθελε πρωτίστως αυτήν να τη φάει για να γίνει καλά και να δυναμώσει, αρπάζει στα κρυφά την καρδιά η αλεπού και την τρώει – έ, για τον κόποτης – τόσο κόπο έκανε ώσπου να καταφέρει το ελάφι.
Το λιοντάρι όμως έψαχνε στα εντόσθια να βρεί ειδικά την καρδιά να φάει. Η αλεπού στάθηκε σε απόσταση από το λιοντάρι και του λέει: «ποια καρδιά; Καρδιά ψάχνεις να βρείς; Αποκλείεται να είχε καρδιά αυτό το ελάφι! Αν είχε καρδιά για να μπορεί να αισθάνεται φόβο, δέν θα ερχόταν ποτέ αυτό το ζώο στην κατοικία του λιονταριού, και μάλιστα δύο φορές!»