Αισώπου Μύθοι/Λέων και Προμηθεύς και ελέφας

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Λέων καὶ Προμηθεὺς καὶ ἐλέφας



Λέων κατεμέμφετο Προμηθέα πολλάκις ὅτι μέγαν αὐτὸν ἔπλασε καὶ καλόν, καὶ τὴν μὲν γένυν ὥπλισε τοῖς ὀδοῦσι, τοὺς δὲ πόδας ἐκράτυνε τοῖς ὄνυξιν, ἐποίησέ τε τῶν ἄλλων θηρίων δυνατώτερον. «ὁ δὲ τοιοῦτος, ἔφασκε, τὸν ἀλεκτρυόνα φοβοῦμαι.» Καὶ ὁ Προμηθεὺς ἔφη· «Τί με μάτην αἰτιᾷ; τὰ γὰρ ἐμὰ πάντα ἔχεις ὅσα πλάττειν ἐδυνάμην· ἡ δέ σου ψυχὴ πρὸς τοῦτο μόνον μαλακίζεται.» Ἔκλαιεν οὖν ἑαυτὸν ὁ λέων καὶ τῆς δειλίας κατεμέμφετο καὶ τέλος ἀποθανεῖν ἤθελεν. Οὕτω δὲ γνώμης ἔχων ἐλέφαντι περιτυγχάνει, καὶ προσαγορεύσας εἱστήκει διαλεγόμενος, καὶ ὁρῶν διαπαντὸς τὰ ὦτα κινοῦντα· «Τί πάσχεις; ἔφη, καὶ τί ποτε οὐδὲ μικρὸν ἀτρεμεῖ σου τὸ οὖς; «Καὶ ὁ ἐλέφας, κατὰ τύχην περιπτάντος αὐτῷ κώνωπος· «Ὁρᾷς, ἔφη, τοῦτο τὸ βραχύ, τὸ βομβοῦν; ἢν εἰσδύνῃ μου τῇ τῆς ἀκοῆς ὁδῷ, τέθνηκα.» Καὶ ὁ λέων· «Τί οὖν ἔτι ἀποθνῄσκειν, ἔφη, με δεῖ τοσοῦτον ὄντα καὶ ἐλέφαντος εὐτυχέστερον ὅσῳ κρείττων κώνωπος ὁ ἀλεκτρυών;»
Ὁρᾷς ὅσον ἰσχύος ὁ κώνωψ ἔχει, ὡς καὶ ἐλεφαντα φοβεῖν.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Οι αρχαίοι πίστευαν οτι τα λιοντάρια φοβούνται τους κόκκορες κ πανικοβάλλονται όταν ακούσουν φωνή απο κόκκορα.
Έτσι, ένα λιοντάρι παραπονιόταν στον Προμηθέα: "με έπλασες μεγάλο, όμορφο, μου όπλισες το σαγόνι με τα δόντια κ τα πόδια με τα δυνατά νύχια, με έκανες δυνατότερο απο όλα τα ζώα· και με όλα αυτά, με κάνεις κ ντροπιάζομαι επειδή φοβάμαι τα κοκκόρια! Αυτό ήταν μεγάλο σφάλμασου! Εξαιτίας αυτού του ελαττώματος, πάνε χαμένες οι τόσες αρετέςμου! Αντί να καμαρώνω που είμαι δυνατός, μεγάλος, όμορφος, τώρα ντρέπομαι, γιατί ο κόσμος θα λέει: 'ένα τόσο μεγάλο κ δυνατό ζώο, κ φοβάται απο τη φωνή του κόκκορα!' Γιατί μου έδωσες τόσες δυνάμεις κ αρετές, άν ήτανε να γελοιοποιούμαι; Τόσες χάρες που μου έδωσες, δέν μπορούσες κ αυτό το ελάττωμα να διορθώσεις;". Τέτοια πολλά έλεγε το λιοντάρι, κ ο Προμηθέας απαντούσε: "έκανα ό,τι μπορούσα. Παντοδύναμος δέν είμαι, παραπάνω να κάνω δέν μπορώ. Μή σταναχωριέσαι, μόνο αυτό το ελαττωματάκι έχεις στο χαρακτήρασου, κατα τα άλλα είσαι μιά χαρά".
Το λιοντάρι όμως δέν ικανοποιούνταν με αυτήν την απάντηση,εξακολουθούσε να θρηνεί κ να ντρέπεται για τη δειλίατου προς τα κοκκόρια, ώσπου το πήρε απόφαση να πεθάνει, για να ξεπλύνει τη ντροπήτου. Πώς να πέθαινε λοιπόν; σκέφθηκε να μπεί βαθιά μέσα στη ζούγκλα για να σκοτωθεί απο κανένα φίδι ή άλλο ζώο δυνατότερο απο τον εαυτότου. Καθώς πήγαινε μέσα στη ζούγκλα, συνάντησε έναν ελέφαντα. "Γειάσου κύριε ελέφαντα!" τον χαιρέτησε κ έπιασε ψιλή κουβέντα μαζίτου. Καθώς συνομιλούσε με τον ελέφαντα, παρατήρησε οτι ο ελάφαντας κουνούσε ασταμάτητα τα αυτιάτου, σάν βεντάλιες. "Συγνώμη", του λέει, "γιατί κουνάς συνεχώς τα αυτιάσου; έχεις κάποιο πρόβλημα;" - "Άχ", λέει ο ελέφαντας, "μεγάλο βάσανο!". (Εκείνη την ώρα ένα κουνούπι ήρθε κ τριγύριζε τον ελέφαντα). "Βλέπεις αυτό το μικρό πραγματάκι που βουίζει; Άν αυτό μπεί μέσα στον ακουστικόμου πόρο, χάθηκα!" είπε ο ελέφαντας, "γι' αυτό είμαι υποχρεωμένος να κουνάω συνεχώς τα αυτιά, για να διώχνω τα κουνούπια!".
Θαύμασε το λιοντάρι! Αποχαιρέτησε τον ελέφαντα, κ φεύγοντας μονολογούσε: "Γιά φαντάσου! Κ εγώ ήθελα να σκοτωθώ, επειδή φοβάμαι το κοκκόρια! Εδώ κοτζάμ ελέφαντας κ φοβάται ένα κουνούπι! Μωρε εγώ είμαι εκατό φορές ανώτερος. Δέν μου αξίζει να πεθάνω, μόνο μου αξίζει να είμαι όλων των ζώων ο βασιλιάς!".