Αισώπου Μύθοι/Λέων ερασθείς και γεωργός

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Λέων ἐρασθεὶς καὶ γεωργός



Λέων ἐρασθεὶς γεωργοῦ θυγατρὸς, ταύτην ἐμνηστεύσατο. Ὁ δὲ μὴ ἐκδοῦναι θηρίῳ τὴν θυγατέρα ὑπομένων, μηδὲ ἀρνήσασθαι διὰ φόβον δυνάμενος τοιοῦτόν τι ἐπενόησεν. Ἐπειδὴ συνεχῶς αὐτῷ ὁ λέων ἐπέκειτο, ἔλεγεν ὡς νυμφίον μὲν αὐτὸν ἄξιον τῆς θυγατρὸς δοκιμάζει· μὴ ἄλλως δὲ αὐτῷ δύνασθαι ἐκδοῦναι, ἐὰν μὴ τούς τε ὀδόντας ἐξέλῃ καὶ τοὺς ὄνυχας ἐκτέμῃ· τούτους γὰρ δεδοικέναι τὴν κόρην. Τοῦ δὲ ῥᾳδίως διὰ τὸν ἔρωτα ἑκάτερα ὑπομείναντος, ὁ γεωργὸς καταφρονήσας αὐτοῦ, ὡς παρεγένετο πρὸς αὐτόν, ῥοπάλοις αὐτὸν παίων ἐξήλασεν.
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οἱ ῥᾳδίως τοῖς πέλας πιστεύοντες, ὅταν τῶν ἰδίων πλεονεκτημάτων ἑαυτοὺς ἀπογυμνώσωσιν, εὐάλωτοι τούτοις γίνονται οἷς πρότερον φοβεροὶ καθεστήκεσαν.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένα λιοντάρι ερωτεύθηκε την κόρη ενός γεωργού κ την αρραβωνιάστηκε, ήθελε κ να την παντρευτεί. Ο γεωργός δέν ήθελε να δώσει την κόρητου για γυναίκα σε ένα θηρίο, αλλα κ "όχι" δέν μπορούσε να του πεί, αφού φοβότανε. Οπότε σκαρφίστηκε το εξής: Πήγε κ είπε στο λιοντάρι: "είναι μεγάλημου τιμή να κάνω γαμπρό ένα τόσο δυνατό κ μεγαλοπρεπές ζώο, που άξια ονομάζεται ο βασιλιάς των ζώων. Κ η κόρημου επίσης σε αγαπάει πολύ, αλλα σε φοβάται. Θέλω να τον δοκιμάσω τον άντρα που θα πάρει την κόρημου, να μου αποδείξει πόσο την αγαπάει. Εσύ λοιπόν, άν πραγματικά την αγαπάς, θα το αποδείξεις άν κάτσεις να σου βγάλω τα δόντια κ σου κόψω τα νύχια. Γιατί αυτά φοβάται η κόρημου. Κάτσε λοιπόν να σου κόψω τα νύχια κ να σου βγάλω τα δόντια, κ έπειτα αμέσως θα ορίσουμε τη μέρα του γάμου".

Έτσι τρελαμένο που ήταν απο έρωτα το λιοντάρι, συμφώνησε, κ ο γεωργός του έβγαλε τα δόντια κ του έκοψε τα νύχια. Τότε το λιοντάρι έμεινε ανυπεράσπιστο κ δέν το φοβόταν κανείς πιά. Παίρνει τότε ο γεωργός μιά μαγκούρα κ αρχίζει βαράει το λιοντάρι, κ βαρώνταςτο το έδιωξε μακριά, κ εκείνο δέν ξαναπλησίασε στο σπίτι του γεωργού.