Αισώπου Μύθοι/Λέων γηράσας και αλώπηξ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Λέων γηράσας καὶ ἀλώπηξ



Λέων γηράσας καὶ μὴ δυνάμενος δι᾿ ἀλκῆς ἑαυτῷ τροφὴν πορίζειν ἔγνω δεῖν δι᾿ ἐπινοίας τοῦτο πρᾶξαι. Καὶ δὴ παραγενόμενος εἴς τι σπήλαιον καὶ ἐνταῦθα κατακλιθεὶς προσεποιεῖτο νοσεῖν· καὶ οὕτω τὰ παραγενόμενα πρὸς αὐτὸν ἐπὶ τὴν ἐπίσκεψιν ζῷα συλλαμβάνων κατήσθιε. Πολλῶν δὲ θηρίων καταναλωθέντων, ἀλώπηξ τὸ τέχνασμα αὐτοῦ συνεῖσα παρεγένετο, καὶ στᾶσα ἄποθεν τοῦ σπηλαίου ἐπυνθάνετο αὐτοῦ πῶς ἔχοι. Τοῦ δὲ εἰπόντος· «Κακῶς,» καὶ τὴν αἰτίαν ἐρομένου δι᾿ ἣν οὐκ εἴσεισιν, ἔφη· «Ἀλλ᾿ ἔγωγε εἰσῆλθον ἄν, εἰ μὴ ἑώρων πολλῶν εἰσιόντων ἴχνη, ἐξιόντος δὲ οὐδενός.»
Οὕτως οἱ φρόνιμοι τῶν ἀνθρώπων ἐκ τεκμηρίων προορώμενοι τοὺς κινδύνους ἐκφεύγουσιν.

Στην Νέα Ελληνική (όσο το δυνατόν πλησιέστερα στο αρχαίο κείμενο)[Επεξεργασία]

Ένας λέων γέρασε και μη δυνάμενος πια να αποκτά τροφή μόνος του, αποφάσισε να το πράξει διαμέσου μιας επινόησης. Προσερχόμενος λοιπόν σε κάποιο σπήλαιο και εντός του ξαπλωμένος, προσποιούνταν ότι νοσεί, και έτσι κατέτρωγε τα προσερχόμενα για να τον επισκεφθούν ζώα, συλλαμβάνοντάς τα.
Αφού κατανάλωσε πολλά θηρία, μια αλεπού αντιλαμβανόμενη το τέχνασμα, προσήλθε και στεκόμενη μακριά του σπηλαίου τον ρώτησε πως έχει.
Στον δε λέοντα που απάντησε (ότι νιώθει) «κακώς» και την ρώτησε την αιτία για την οποία δεν ησήλθε στο σπήλαιο, είπε: «Εγώ βεβαίως θα εισερχόμουν, εάν δεν έβλεπα πολλά ίχνη να εισέρχονται αλλά κανένα να εξέρχεται».
Με τον ίδιο τρόπο και οι φρόνιμοι άνθρωποι, προβλέποντας τα τεκμήρια, αποφεύγουν τους κινδύνους.

Στην Νέα Ελληνική (ελεύθερη απόδοση)[Επεξεργασία]

Ένα λιοντάρι γέρασε και δεν μπορούσε πια να αποκτά την τροφή του με το κυνήγι. Έκατσε λοιπόν μέσα στη σπηλιά του και προσποιούνταν οτι είναι άρρωστο, και έτσι πολλά ζώα ξεθάρρευαν και το επισκέπτονταν, τότε το λιοντάρι τα έτρωγε. Έφαγε έτσι κάμποσα ζώα και ζούσε χωρίς να κυνηγά.
Πέρασε και μιά αλεπού, αλλα υποψιάσθηκε και δέν μπήκε στη σπηλιά. Στάθηκε απ' έξω και ρώτησε: "Τί κάνεις κύριε λέοντα, πώς τα πας;" - "χάλια είμαι, αρρώστησα βαριά", απάντησε κάνοντας βραχνή, κακομοιρασμένη τη φωνή του το λιοντάρι, "έλα σε παρακαλώ, να σε δώ, να παρηγορηθώ, να με βοηθήσεις να τα βγάλω πέρα με την αρρώστια μου". - "Περαστικά σου", απάντησε η αλεπού, "και άντε γειά σου!" - "Μα έλα μέσα" - "Δέν μπορώ!" - "μα γιατί;" - "γιατί είδα στο έδαφος ίχνη απο πολλά ζώα που μπήκαν στη σπηλιά, αλλα δέν είδα κανένα ίχνος ζώου να βγαίνει απο τη σπηλιά!".